Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Σπύρος Τσακνιάς, "Ορατότης μηδέν"




ΤΑΞΙΔΙ


Δάσος από σημύδες άσπρο
ποταμόπλοιο μες στην ομίχλη
με παίρνει σαν τραγούδι πρωινό
σαν σύννεφο λευκό κι αυτό
για μια διαδρομή σε πικροθάλασσες
ασημένιες με άφωνες παλίρροιες
τρικάταρτα καράβια δεμένα χρόνια
σκουριασμένους ναούς μιας δόλιας προσευχής
στο τέρμα της λευκότητας        όμως
δεν έχω διαβατήριο      έχω
μια παλιά φωτογραφία
κανείς δε με αναγνωρίζει

μένω ακίνητος ενώ
το άσπρο  μου  τοπίο  ταξιδεύει.





ΕΛΠΙΔΑ


Τελικώς αποφάσισα να μην αλλάξω κατοικία
είναι ωραία εδώ κάτω    τις αυγουστιάτικες νύχτες
το φεγγάρι ασημώνει τα όνειρα
σηκώνει το βάρος απ’ τους εφιάλτες
λευκαίνει τα μαύρα φτερά των αγγέλων
πού ανεβαίνουν στον ουρανό απ’ την καπνοδόχο
για ν’ αποφύγουν τον φιλύποπτο φρουρό

οι άγγελοι προστάτες μας εξάλλου
γνωρίζουν χίλιες μυστικές διόδους
μια νύχτα θα ξανακατέβουν πάλι
θα σκάψουν αθόρυβα φαρδιά κανάλια
θα κάνουν τη φυλακή μας
πλωτή.





ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟ


Δε μ’ αλαφιάζει πια το φως
                κι η στίλβουσα ιλαρότης του
έτσι με τ’ απολιθωμένο μειδίαμα της μάνας
αποσπασμένο απ’ το οικογενειακό άλμπουμ
αφήνω τα δάκρυα να με οδηγούν
σέ παθιασμένη υποταγή
όταν
με καίει η ντροπή
για τ αμαρτωλά
παιδικά μου χρόνια

κάποτε θα μιλήσω για ολ’ αυτά
θα είναι Σάββατο βράδυ και θα βρέχει
τα τριαντάφυλλα θα κοκκινίζουν
                μέχρι πυρακτώσεως
κι ύστερα θά ’ρθει ένας άνεμος φονιάς
να τσακίσει τα στάχυα να πληγώσει
τα τρυφερά μάτια των άσημων κοριτσιών
που τριγυρνούν στους δρόμους των σαββατιάτικων
                ονείρων.





ΠΡΙΝ ΑΠ’ ΤΗ ΒΡΟΧΗ


Νυχτερινό ασήμι θησαυρέ μου
έλα να σκεπάσεις την ανήσυχη νεκρόπολη
ν’ αλλάξεις την κατεύθυνση των μαύρων ποταμών
το ξέρεις οι νεκροί δεν συνετίζονται
κι όμως εμείς αγνοούσαμε την ύστατη αλήθεια
προχωρούσαμε λαχανιασμένοι
σ’ ένα όνομα δίχως τόπο
με την όραση κουρασμένη
απ’ την ανταύγεια των υψηλόκορμων ευχών
μας τύφλωναν τόσα δάκρυα
πώς να ξεδιαλύνουμε το απύθμενο μυστήριο
λαχανιασμένοι λοιπόν από τόση ακινησία
περιμένοντας μια πελώρια θεραπευτική βροχή…





Τα ποιήματα περιέχονται στον τόμο: «Α. Ευαγγέλου - Γ. Αράγης, Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1950-2012) - Ανθολογία», εκδ. Gutenberg (β΄ έκδοση, συμπληρωμένη), Μάρτιος 2017, και είναι από τη συλλογή «Ορατότης μηδέν», 1992.

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

Αλέξανδρος Μαυρογένης, "Τρία ποιήματα"





Θάλασσα


Αδάμαστη φάνταζες σαν περιγέλασες την ισχύ μιας αυτοκρατορίας
Μισητή όταν χώριζες απελπισμένους από τον παράδεισο που
ονειρεύονταν
και λατρευτή θεά όταν τους οδήγησες στη Γη της Επαγγελίας.

Απειλητική φάνηκες σαν το σκοτάδι απλώθηκε πάνω σου,
βυθίζοντας τα απομεινάρια μιας μέρας και τρυφερή,
όταν το απαλό σου άγγιγμα θύμισε χάδι μητρικό.

Φίλη ανεκτίμητη αποδείχτηκες τότε που του φλοίσβου το
ψιθύρισμα
ξεδιάλυνε το μύθο από τον αλήθεια, προστάζοντας με να μην
στρέψω ξανά
το βλέμμα προς τα πίσω και το κεφάλι κοίταξε ψηλά μετά από καιρό.

Φτωχά τα μάτια που δεν αντίκρισαν γιαλό
Κακότυχες οι πόλεις χωρίς λιμάνι
Τους λείπει ο φάρος όσο τα αδέλφια από τα μοναχοπαίδια.

Ευάλωτος ο αιώνιος αυτοκράτορας όποτε δεν μοιράζεται μαζί σου
τη λάμψη του
Γεμάτος χαρά αφήνει τα πετράδια του στέμματος του να ξεχυθούν
πάνω σου
Σε χρίζει βασίλισσα του και εμείς δεν αμφιβάλλουμε για την
κρίση του.





Μια αμυγδαλιά ανθίζει


Μια αμυγδαλιά ανθίζει κάθε φορά
που λέξεις δίνουν πνοή στις λευκές σελίδες,
όταν βιβλία ξεγλιστρούν από τη λήθη της βιβλιοθήκης,
και ανασταίνονται στα χέρια ενός εξερευνητή αναγνώστη.
Όταν η ιστορία γράφεται από ανθρώπους χωρίς όνομα βαρύ.

Μια αμυγδαλιά ανθίζει κάθε φορά
που στίχοι εξυμνούν τη συνύπαρξη
και οι ποιητές αποδεικνύονται αντάξιοι τους,
όταν τα φιλιά πληθαίνουν πολιορκώντας τη μοναξιά,
περήφανες  σημαίες της πατρίδας των ερωτευμένων.

Μια αμυγδαλιά ανθίζει κάθε φορά που παράθυρα ερμητικά
κλειστά
ανοίγουν σε σπίτια λησμονημένα από το φως της μέρας
και ένας άνθρωπος αποτινάσσει τις ξένες σκιές.
Όταν οι δρόμοι αρνούνται να μας οδηγήσουν
στην ίδια πόλη, όσο σπουδαία και τρανή αν είναι.

Μια αμυγδαλιά ανθίζει κάθε φορά που ο νους μου καταφεύγει
στη θύμηση σου.





Σημάδια φωτός


Χειμωνιάτικη λιακάδα
υπόγεια λάμψη
πεινασμένα μυαλά
πνευματικά ταξίδια
περιφρονημένα σύνορα

θελξικάρδιες μουσικές
παλλόμενες χορδές
ερωτικές ωδές
απέθαντοι πόθοι
ιαματικοί ασπασμοί

παιδικά κάστρα
εφηβικές απερισκεψίες
νεανικοί στοχασμοί.

σημάδια φωτός,
αέναα δεμένα
μαζί σου.





Στην εικόνα: John William Godward, «Τοπίο με ανθισμένη αμυγδαλιά (μελέτη)», 1912

Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

Γιάννης Ρίτσος, "Η σονάτα του σεληνόφωτος"





Η ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ


(Ανοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ τα δύο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δυο - τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο):


Άφησέ με νά’ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, − δε θα φαίνεται
που ασπρίσαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησέ με νά’ρθω μαζί σου.

Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια − δε θέλω να τ’ ακούσω. Σώπα.

Άφησέ με νά’ρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι άυλη
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ’ η φθορά του.
Άφησέ με νά’ρθω μαζί σου.

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω τον θόρυβο του φουστανιού
μου
σαν τον θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
κι ούτε έχει σημασία που ασπρίσαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου − η λύπη μου
είναι που δεν ασπρίζει κ’ η καρδιά μου).
Άφησέ με νά’ ρθω μαζί σου

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησέ με νά’ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει −
θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό,
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό
διάδρομο
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ’ τα γόνατά της
ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, − όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση
δυσπιστία −
λέω για την πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική, μπορούσες ώρες ολόκληρες να
κάθεσαι
και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει
− μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,
πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα δίνω
στο στιλβωτήριο της γωνιάς,
ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος λικνισμένο απ’ την ίδια
του ανάσα,
τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυο
σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει
ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου είχα μανία με τα
μαντίλια,
όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς με το
λιόγερμα
ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε οι εργάτες
στ’ αντικρυνό γιαπί
ή να σκουπίζω τα μάτια μου, − διατήρησα καλή την όρασή μου·
ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.

Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξη
ν’ απασχολώ τα δάχτυλά μου. Και τώρα θυμήθηκα
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες
8, 16, 32, 64, −
κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς όλο φως και
ροζ λουλούδια,
(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια − κακή συνήθεια) − 32, 64, − κ’ οι
δικοί μου στήριζαν
μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο. Λοιπόν, σου’λεγα για την
πολυθρόνα −
ξεκοιλιασμένη − φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα −
έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,
μα που καιρός και λεφτά και διάθεση − τι να πρωτοδιορθώσεις; −
έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, − φοβήθηκα
τ’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. Εδώ κάθησαν
άνθρωποι που ονειρεύτηκαν μεγάλα όνειρα, όπως κ’ εσύ κι όπως κ’ εγώ
άλλωστε,
και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα δίχως να ενοχλούνται απ’ τη
βροχή ή το φεγγάρι.
Άφησέ με νά’ρθω μαζί σου.

Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας του Άη - Νικόλα,
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κ’ εγώ θα γυρίσω πίσω
έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ’ το τυχαίο άγγιγμα του
σακκακιού σου
κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι που’ναι σα μια μεγάλη συνοδεία
ασημένιων κύκνων −
και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ
πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου
εμφανίστηκε
ντυμένος την αχλύ και την δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,
και πολλούς νέους, πιο ωραίους κι από σένα ακόμη, του εθυσίασα,
έτσι λευκή κι απρόσιτη ν’ ατμίζομαι μες στη λευκή μου φλόγα, στη λευ-
κότητα του σεληνόφωτος,
πυρπολημένη απ’ τ’ αδηφάγα μάτια των αντρών κι απ’ τη δισταχτικήν
έκσταση των εφήβων,
πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,
άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο, στο ποδό-
σφαιρο (που έκανα πως δεν τα’βλεπα)
μέτωπα, χείλη και λαιμοί, γόνατα, δάχτυλα και μάτια,
στέρνα και μπράτσα και μηροί (κι αλήθεια δεν τα ’βλεπα)
− ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς, ό,τι θαυμάζεις, σου φτάνει
ο θαυμασμός σου, −
θε μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν σε μιαν αποθέωση αρνημέ-
νων άστρων
γιατί, έτσι πολιορκημένη απ’ έξω κι από μέσα,
άλλος δρόμος δε μου’μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω.
− Όχι, δε φτάνει.
Άφησέ με νά’ρθω μαζί σου .

Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με,
γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη,
ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,
ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,
γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,
στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μένουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο
πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. Δε φτάνει.
Άφησέ με νά’ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.
Πρέπει πάντα να προσέχεις, να προσέχεις,
να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ
να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι
να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες
να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου
να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε.
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ’ ανοίξεις.
Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω.
Άφησέ με νά’ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει.
Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
να ζει απ’ τους νεκρούς του
να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του
και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεββάτια
και ράφια.
Άφησέ με νά’ρθω μαζί σου.

Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες στην άχνα της βραδιάς,
είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλυτη,
κάτι θα τρίξει, − ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,
κάποια βήματα ακούγονται, − δεν είναι δικά μου.
Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, −
η μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, −
κι αν κάνεις να κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στον άλλον καθρέφτη,
πίσω απ την σκόνη και τις ραγισματιές,
διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,
το πρόσωπό σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή παρά να το κρατήσεις
καθάριο κι αδιαίρετο.

Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο
σαν κυκλικό ξυράφι  πώς να το φέρω στα χείλη μου;
όσο κι αν διψώ, − πώς να το φέρω; − Βλέπεις;
έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, − αυτό μου απόμεινε,
αυτό με βεβαιώνει ακόμη πως δε λείπω.
Άφησέ με νά’ρθω μαζί σου.

Φορές - φορές, την ώρα που βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω απ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης με τη γριά βαρειά του
αρκούδα
με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο
ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο και δεν τ’ αφήνουν
πια να βγουν έξω
μ’ όλο που πίσω απ’ τους τοίχους μαντεύουν το περπάτημα της γριάς
αρκούδας −
κ’ η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της,
μην ξέροντας για πού και γιατί −
έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια
δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της να διασκεδάζει τα παι-
διά, τους αργόσχολους, τους απαιτητικούς,
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο
παιχνίδι της,
δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων, στους κρίκους των χει-
λιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου − έστω κ’ ενός αργού θανάτου −
την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της
ζωής
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ’ τη σκλαβιά της.

Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;
Κ’ η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται
υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,
χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλη της στις πενταροδεκάρες που τις
ρίχνουνε τα ωραία κι ανυποψίαστα παιδιά
(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)
και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε
το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ, ευχαριστώ.
Άφησέ με νά’ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα
είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν
σα στρογγυλά, μεγάλα μάτια απίθανων ψαριών,
τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,
φύκια κι όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου − δεν μπορώ να τα ξεκολ-
λήσω ύστερα,
δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια −
ο δίσκος μού πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, − σωριάζομαι
και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαίνουν
και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντάς τες
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει
αυτές τις φυσαλίδες,
τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;

Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί, στο βάθος
του πνιγμού,
κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κ’ ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια·
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω − όχι, τα δίνω·
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν − πάντως εγώ τα δίνω.
Άφησέ με νά’ρθω μαζί σου.

Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.
Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να’ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.
Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι
δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;

Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο − τι δυνατό το στήθος σου,
− τι δυνατό φεγγάρι, − η πολυθρόνα, λέω − κι όταν σηκώνω το φλιτζά-
νι απ’ το τραπέζι
μένει από κάτω μια τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω
να μην κοιτάξω μέσα, − αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του·
και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου − μην κοιτάξεις μέσα,
είναι μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει − μην κοιτάξεις, μην κοιτάχτε,
ακούστε με που σας μιλάω  θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος
ωραίος, ανάλαφρος − θα πέσεις, −
ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι,
ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές − δεν τις ακούτε;

Βαθύ - βαθύ το πέσιμο,
βαθύ - βαθύ το ανέβασμα,
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του,
βαθειά - βαθειά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, −
τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης, όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο
σου το κύμα,
ανάσα ωκεανού. Ωραίος, ανάλαφρος
ο ίλιγγος τούτος, − πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα,
εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα − ο εξαίσιος ίλιγγος. Έτσι κά-
θε απόβραδο
έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες.

Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμμιάν ασπιρίνη,
άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
ν’ ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο που κάνουν οι σωλήνες
του νερού,
ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,
ξεχνιέμαι κ ετοιμάζω δυο − ποιος να τον πιει τον άλλον; −
αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει
ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο τον πράσινο
γλόμπο του φαρμακείου
σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει
με τα μαντίλια μου, τα στραβοπατημένα μου παπούτσια, τη μαύρη τσά-
ντα μου, τα ποιήματα μου,
χωρίς καθόλου βαλίτσες − τι να τις κάνεις;
Άφησέ με νά’ρθω μαζί σου.

Α, φεύγεις; Καληνύχτα. Όχι, δε θάρθω. Καληνύχτα.
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί, επιτέλους, πρέπει
να βγω απ’ αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, − όχι, όχι το φεγγάρι −
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου,
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
την πολιτεία που όλους μας αντέχει στη ράχη της
με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τα γερατειά μας, −
ν ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,
να μην ακούω πια τα βήματα σου
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.


(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα’κρυψε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μια πολύ γνωστή μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», μόνο το πρώτο μέρος. Ο Νέος θα κατηφορίζει τώρα μ’ ένα ειρωνικό κ’ ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ’ ένα συναίσθημα απελευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Άη - Νικόλα, πριν κατέβει τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, − ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ’ ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ’ το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο ναναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει: «Η παρακμή μιας εποχής». Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ’ το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνιές του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή, όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; Το ραδιόφωνο συνεχίζει.) :




ΑΘΗΝΑΙ, Ιούνιος 1956





Από τον τόμο: «Τέταρτη διάσταση», εκδ. Κέδρος, 1990, 28η έκδοση.

Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου, "Ποιήματα για ένα καλοκαίρι"





ΚΙ ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ


Κι αν είσαι άνθρωπος κι αν είσαι εργοστάσιο
κι αν είσαι μια ξανθή μοντέρνα πόλη

Είσαι για μένα κούραση το βράδυ
μια μηχανή που σώπασε
μια ετοιμόρροπη φωνή

Είσαι η στάμνα μου για ένα καλοκαίρι





ΚΑΜΙΑ ΑΦΙΣΑ Η ΤΟΙΧΟΣ


Καμιά αφίσα ή τοίχος δε θα μαρτυρεί
το ελαφρό σου πέρασμα στη φλέβα

Πέφτεις σα σιγανή βροχή ανύποπτη
ανάμεσα στα ξεραμένα φύλλα

Καμιά σκαπάνη μουσικού δε θα σε βρει
τόσο βαθιά στο αίμα





ΜΟΝΑΧΟΣ ΜΟΥ ΝΥΧΤΩΝΩ


Βλέπω τη θάλασσα ν’ ανοίγεται για σένα
τρυφερέ περιηγητή του ουρανού
μες στις ακρογιαλιές μου που κουρνιάζεις

Βλέπω στον ουρανό μια κατασκήνωση για σένα
οργανοπαίχτη μιας σβησμένης εποχής
που ζωντανεύεις πάνω στην οθόνη
τη μνήμη μου ανάμεσα στα παιδικά σου χρόνια

Μονάχος μου νυχτώνω εδωπέρα





ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ


Γιατί να καίει έτσι το φθινόπωρο
μέσα σ’ αυτό το ανέλπιστο καλοκαιράκι
που γαντζωμένο πάνω μου όλο τ’ απομεσήμερο
στην προκυμαία τα μάτια μου στραβώνει

Τι να ζητά η αντηλιά της θάλασσας
κι αποχαυνώνει την ψυχή μου στο λιμάνι





ΟΙ ΚΕΡΑΣΙΕΣ ΑΝΘΙΖΟΥΝ


Οι κερασιές ανθίζουν πάλι. Πρόσκαιρες
έρχονται και περνούν με τη βροχή
βλασταίνουνε με το φιλί κι ύστερα σβήνουν

Γι’ αυτό τις ψηλαφίζω και πικραίνομαι
φυτοζωούν για λίγο κι ύστερα εξατμίζονται
μαζί με το φιλί σου, χάνονται
για πάντα μες στο ρεύμα του καιρού





Από τη συλλογή «Ποιήματα για ένα καλοκαίρι» (1963), που περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση «Ο δύσκολος θάνατος», εκδ. Νεφέλη, 2007.