Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

Γιάννης Βαρβέρης, "Πιάνο βυθού"




ΟΔΙΚΕΣ ΓΕΦΥΡΕΣ


Όχι ταξίδια υπερατλαντικά, επιμένω·
ανύπαρκτα ταξίδια υπερατλαντικά.
Όμως εκείνα τα ολιγόλεπτα
Αντίρριο-Ρίο και Ωρωπός-Ερέτρια
πόσο θ' αντέξουν;
Δε φτάνει ο γερο-Πελοπόννησος με τη Στερεά
ψάχνετε κι άλλες αφελείς αυθάδειες της ξηράς μας.
Εδώ απροκάλυπτα φλερτάρει, λέτε,
η Βοιωτία με την Εύβοια.
Εκεί επιλήψιμα σχεδόν η Κόρινθος χαϊδεύει
το γεροντοκρατούμενο Λουτράκι.
Χαμηλού κόστους το έργο, μας βεβαιώνετε,
αφού το πεινασμένο χέρι του Περάματος
αδράχνει τους βουβώνες του Ναυστάθμου Σαλαμίνας.

Οδικές γέφυρες λοιπόν· να τρέχουνε
κουρσάκια κυριακάτικα
σαν μπάλες ποδοσφαίρου απ’ το ραδιόφωνο
και σαν αυγά σφιχτά κεφτέδες στο ασημόχαρτο·

ενώστε τα λοιπόν ενώστε τα όλα.
Μην τους αφήσετε
ούτ’ ένα υπαινιγμό
Αχερουσίας.





ΕΓΩ ΚΟΙΤΑΖΩ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΟΥ


Σε βλέπω τώρα που γερνάς
και είσαι η μόνη εναπομείνασα
με τις παλιές εκείνες πούδρες που αντιστέκονται
με το κουμκάν της Τρίτης
το κολιέ τα σκουλαρίκια του ’50
και μου θυμίζεις τις καλές εποχές
που όλοι οι δικοί μας ζούσαν
και ρυθμίζατε το μέλλον μου
με τόση ασφάλεια ανυποψίαστη.
Σε βλέπω και με πιάνει πανικός
να, ότι ζεις
κι απ’ ώρα σ’ ώρα
ότι ραγίζεις
και σου το λέω σαν να ’φταιγες εσύ
και μου απαντάς
διώχνε τις μαύρες σκέψεις όλοι κάποια μέρα
άντε σινεμαδάκι να ξεσκάσεις
κοίταξε το μέλλον σου.

Έλα λοιπόν, φύγε κι εσύ λοιπόν
φύγε να μείνω μόνος με το μέλλον μου
μια και το μόνο μέλλον μου είναι
να γίνουν όλα γύρω παρελθόν.





ΤΑ ΓΥΑΛΙΝΑ ΛΕΥΚΩΜΑΤΑ


Σφουγγαράκια συρμάτινα
τεχνολογία πλυντηρίων
κι εσύ φιλοτιμία των απορρυπαντικών
ποτέ δε θα μπορέσετε να σβήσετε
τα χείλη που ακουμπήσαν σε τυχαία ποτήρια.

Γι’ αυτό κι εμείς ελπίζουμε στα χείλη
όσων μας αρνηθήκανε φιλί
όπως τα διψασμένα χείλη των νεκρών
προσμένουν πάντα στα ποτήρια το φιλί μας.





ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ ΣΕ ΚΗΠΟ


Έχω βρεθεί όπως όλοι μας
σε πάμπολλα ξενοδοχεία.
Μπαίνοντας στο δωμάτιο
κατευθύνομαι προς το μπαλκόνι
για να δω πού βλέπει:
σε κτίρια στο σταθμό ή στη θάλασσα
σ’ ένα φουγάρο τέλος πάντων
ή σ’ ένα βουνό
σε μιαν απώτατη αφορμή για ποίημα.

Όμως απόψε το δωμάτιο έβλεπε
σε κήπο. Με όλο λουλούδια
γαλάζια, μοβ, άσπρα και κίτρινα
και πίσω δέντρα
ανοιχτά πράσινα και σκούρα δέντρα.
Έσκυψα μήπως δω
κάτι οτιδήποτε άλλο· όμως παντού
λουλούδια, δέντρα και λουλούδια.

Κι ήταν αυτό
ένα ρίγος αγαλλίασης
ή φρίκης
σαν εγώ να βρισκόμουνα
μέσα σε ποίημα
άλλου.





ΟΙ ΑΙΘΕΡΕΣ ΕΧΟΥΝ ΕΝΑ ΜΑΓΙΚΟ ΡΑΒΔΑΚΙ


Σκάλα ψηλή σας οδηγεί στο αεροσκάφος
ενώ το πρόσωπό σας ήδη παίρνει
μιαν ώχρα μαρτυρίου σεπτού και Ανάληψης.

Αν προσγειωθείτε τελικά

έχετε κατεβαίνοντας
κάτι από το κενό
που ενανθρωπίστηκε.





ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΕΛΕΓΕ
ΠΩΣ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ
ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΜΗΤΣΟ


    Λοιπόν γύριζε δήθεν άσκοπα του ποιήματός μου ο ήρωας, φοιτητής επί δικτατορίας ας υποθέσουμε, τότε αντιστασιακός οργανωμένος έστω, σαραντάρης σήμερα με φαλακρίτσα χτένιζε την Ομόνοια σε σαφάρι και δεν είχα τι να τόνε κάνω. Όμως εκείνος ήτανε μέσα στο μυαλό μου κι ήξερε καλά όλους τους ήρωες ποιημάτων που με συγκινούν, γι’ αυτό – κι όχι μονάχα – το θυμήθηκε το πατριωτάκι του τον Μήτσο σαν τον είδε απέναντι στο σουβλατζίδικο, τον «Μήτσο τον επιλοχία», τον έρμο και το σκοτεινό βασανιστή, ξέμπαρκο και που χάζευε πικρά στου Γ. Μ. το ποίημα· θυμήθηκε όμως και το ξύλο και τις μελανιές αλλά ιδίως το πώς τον είχε ο Μήτσος, δαγκώνοντας τη γόπα του σαν μπράτσο, κοιτάξει τότε, καθώς έβγαινε από την Ασφάλεια Μπουμπουλίνας, μα κι ο δικός μου πώς ότι τάχα δεν κατάλαβε,
    όμως τώρα, ήταν το θάρρος του πρώην θύματος, ήταν το απάνω χέρι του δημοκράτη νικητή, θες το gay movement, θες κι οι ενοχές του Μήτσου που προεξόφλησε αστραπιαία, «Ρε συ, εσύ δεν είσαι ο Μήτσος;» φώναξε, μα εκείνος έκανε και δεν είδε και δεν άκουσε, χάθηκε βλάχος σκοτεινός κασκέτο ντροπιασμένο της στοάς μέσα σε υδρόγεια σύννεφα ντονέρ.

    «Κρίμα που δεν μπορούμε να τα βρούμε ούτε στα ποιήματα», κατέβασε τα μάτια ο ήρωας μου· ταμείο και κόβοντας ένα ουρητήριο «Καυτή σάρκα» σινέ-Σταρ, έτοιμος πάλι για πολύ πιο προσγειωμένες περιπέτειες, «Άσε τους ποιητές, αναλογίστηκε, να πληρώνουνε πάντα τα σπασμένα».





Από τη συλλογή «Πιάνο βυθού» (1991).
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Γιάννης Βαρβέρης - Ποιήματα Τόμος Α΄ (1975-1996)», εκδ. Κέδρος, 2013.

Στην εικόνα: έργο του Γιάννη Κουνέλλη
(Πηγή: https://worldcity.wordpress.com/).

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

Βασίλης Νιτσιάκος, "Το τραίνο"




Το τρένο

Είχαν αλλάξει πορεία. Δεν πήγαινε άλλο. Είχαν μείνει μόνον οι δρόμοι. Κι αυτοί στρωμένοι άσφαλτο. Ούτε στα οχτώματα δε φύτρωνε χορτάρι. Σπαρμένα τα πάντα. Άνοιξη. Τους είχαν προειδοποιήσει. Τελευταία φορά. Δεν θα τους χαρίζονταν άλλο. Το ήξεραν. Την τελευταία φορά το είχαν πληρώσει ακριβά. Παντού τζερεμέδες. Κρυφοί ή φανεροί. Μπαξίσια ή πρόστιμα. Περίμεναν το σκοτάδι της νύχτας να χορτάσουν τα ζωντανά τους. Το ’χαν πάρει χαμπάρι. Δραγάτηδες παντού. Έμενε μόνον ο δρόμος. Κι αυτός άσφαλτος. Κι ήθελε κι άλλη προσοχή. Κίνηση. Η λάμψη των ομματιών των ζώων χανόταν μπρος τη δύναμη των προβολέων. Δεκάδες θύματα. Άνοιγαν οι επικοινωνίες. Και στένευαν τόσο γι’ αυτούς. Φράχτες κι απαγορευτικά παντού. Μαθαίνουν και τα ζώα να περπατούν σαν στρατιώτες. Σε τριάδες. Τα κουδούνια δεν έχουν περιθώρια να χτυπήσουν. Είναι κι αχρείαστα. Έπρεπε ν αλλάξουν πορεία. Όχι για καλύτερο. Για να περάσουν. Έπρεπε να βγουν στα Τέμπη. Να πάρουν το τρένο για τ’ Αμύνταιο. Διέσχιζαν τους αργυρούς ελαιώνες στα πόδια τ’ Ολύμπου. Παλιά εικόνα. Πήγαιναν αργά. Για να τυπωθεί καλά μέσα τους. Δεν ήξεραν για την επόμενη Άνοιξη. Όλα τ ανοίγματα που βλέπαν γύρω τους μεγάλωναν το δικό τους κλείσιμο. Ένα ασφυκτικό στρίμωγμα. Σαν αυτό που τους περίμενε στο τρένο. Στο τρένο που ξέραν μόνον οι άντρες. Και το περιγράφαν στις γυναίκες σαν ένα μεγάλο διαολόφιδο. Τρόμαξαν να βάλουν τα ζώα μέσα. Αγρίμια αξιολύπητα σ’ αυτά τα μαύρα μεγάλα κουτιά. Ώσπου να μάθουν. Ώσπου να ημερέψουν. Ώσπου να πεθάνουν λέγαν μέσα τους. Χιλιάδες ζωντανά με προσωπικότητα και όνομα. Τα φόρτωσαν σαν ζωντανό κρέας. Τους βγάλαν τα κουδούνια. Να μη μακελευτούν. Στα κριάρια κόψαν τα κέρατα. Σαστισμένοι άνθρωποι και ζωντανά. Στιβαγμένοι στα μαύρα κουτιά. Θαρρείς για το τελευταίο ταξίδι. Ξεκίνησαν. Είδαν το χάρο με τα μάτια τους. Απόλυτο σκοτάδι. Περιθώρια ούτε ν’ αναρωτηθούν. Δεν είχαν. Έπρεπε ν’ ανασαίνουν. Θα τους μέτραγαν. Θα τους μέτραγαν για να πληρώσουν. Ένας άντρας μοχθηρός με καπέλο και φακό στο χέρι. Κλώτσαγε τα ζώα με μανία. Ήξερε γι’ αυτή την πονηρή φάρα. Έψαχνε για κρυμμένους. Δεν τους πείραζε. Παρόλη την περηφάνεια τους. Είχαν μάθει. Απέναντι στην εξουσία ξεχνούσαν τα πάντα. Αρκεί να την ξεγελάσουν. Απέναντι σ’ αυτή γίνονταν και κουτοπόνηροι. Παράξενο. Η εξουσία γι’ αυτούς ήταν το καπέλο του εισπράκτορα και του χωροφύλακα. Κάθε καπέλο με κορόνα. Κι ήταν αντιφατική η στάση τους. Τη θαύμαζαν και την πολεμούσαν. Τη χάιδευαν και την έφτυναν. Την κολάκευαν και τη χλεύαζαν. Ένα παιχνίδι που δεν το όριζαν. Στην ασφυξία του βαγονιού κανείς δεν όριζε τίποτα. Ένα στρίμωγμα σαν κι αυτό που ένιωθαν έξω στην κοινωνία. Μόνο που εδώ ήταν σωματικό. Βιολογικό. Σήκωναν τα κεφάλια άνθρωποι και ζώα. Να πάρουν ανάσα. Κι ο άνθρωπος με το καπέλο επέμενε. Να κλωτσάει σώματα. Σώματα που κόντευαν να γίνουν πτώματα. Τους είχε πει ο βουλευτής κι ο γεωπόνος. Θα γλίτωναν απ’ την ταλαιπωρία. Τους το ’κανε ο πρώτος ρουσφέτι για τις ψήφους που του δώσαν. Θα νυχτώσουν στα Τέμπη και θα ξημερώσουν στο Αμύνταιο. Ποιος το φανταζόταν. Είναι μια νύχτα ατέλειωτη. Κι αυτοί ανήμποροι. Ακούν τη φοβερή μηχανή. Το μύλο αυτό του διαβόλου. Νιώθουν εντελώς ανίκανοι. Αυτοί οι παλικαράδες. Το δείχνει το βλέμμα τους. Δεν είναι φόβος. Ούτε τρόμος. Είναι η κατάλυση κάθε συναισθήματος. Ένα ξάφνιασμα που γεμίζει ηθική αμηχανία. Σαν τα θεριά που τα πιάνουν με ύπουλο τρόπο στα δόκανα. Δεν γνωρίζουν. Δεν γνωρίζουν περί τίνος πρόκειται. Κι έχουν ακούσει πολλά. Πολλά γι’ αυτές τις μηχανές που τα βάζουν με το Θεό. Αυτοί πάντοτε φοβόντουσαν το Διάβολο πιότερο απ’ το Θεό. Γιατί ’ναι ύπουλος. Ο φόβος αυτός τους είχε ασκήσει σε μιαν ανάλογη συμπεριφορά. Άμυνα στους διαβόλους που ξεφύτρωναν διαρκώς στο δρόμο τους. Στους διαβόλους που παρουσιάζονταν με χίλια δυο ονόματα. Και τους απειλούσαν. Αυτές οι απειλές γίναν τώρα μία. Και μοναδική. Η απειλή της υπόστασής τους. Αυτό το μαύρο θεριό είναι η προσωποποίησή της. Το πρόσωπό του το αποκτά ακριβώς ενσαρκώνοντάς την. Δεν είναι μια απλή μηχανή. Είναι αυτό που φοβόντουσαν. Πως κάποτε θα ερχόταν. Κι ασφυκτιούν πιο πολύ όσο σκέφτονται. Όσο μπορούν να σκεφτούν. Το μυαλό τους πλημμύρισε. Εφιαλτικές εικόνες. Εικόνες θαμπές. Από την έλλειψη παραστάσεων. Με τις δικές τους δύσκολα συντίθεται. Ένα τόσο εφιαλτικό σκηνικό. Κενά. Συνεχώς κενά. Κενά που κάνουν όμως το σκοτάδι λιγότερο πυκνό. Από ό,τι οι πανικόβλητες σκέψεις. Είχαν ακούσει για μια γαλαρία. Ένιωθαν να ’ναι συνεχώς μέσα της. Άρχισαν να μετράνε πτώματα. Ξέχασαν το Αμύνταιο. Το Αμύνταιο δεν υπήρχε. Ήταν απλώς μια πρόφαση. Μια πρόφαση για την εξόντωσή τους. Δεν γνώριζαν και τον τόπο πέρ’ απ’ τα Τέμπη. Δεν μπορούσαν να φανταστούν. Τα Τέμπη είχαν γίνει ο Αχέροντάς τους. Και πλήρωναν και περατίκι. Πολλαπλάσιο με τους θανάτους των ζώων. Ούτε στις προφητείες του Πατροκοσμά. Δεν μπορούσαν να βρουν εξήγηση. Είχε πει πολλά για μηχανές. Και σιδερένια πουλιά στον ουρανό. Όμως δεν ξέραν να ’χε μιλήσει γι’ αυτόν. Το φιδόμορφο χάρο. Και κρατούσε. Ο απαίσιος θόρυβος. Και κρατούσε το βασανιστήριο. Το Αμύνταιο δεν υπήρχε. Ήταν απλώς μια πρόφαση.





Από το βιβλίο «ω λε λε», εκδ. Οδυσσέας, 1993.

Φωτογραφία: Matthew Malkiewicz
(Πηγή: https://allflavors.net/o-michanikos-pou-fotografizi-palia-trena/)

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

Χρίστος Λάσκαρης, "Να τελειώνουμε!"





ΔΕΝ ΕΡΧΕΤΑΙ ΟΠΩΣ ΠΑΛΙΑ


Δεν έρχεται όπως παλιά:
σα μια καλή φίλη
για ένα ευχάριστο απόγευμα.

Τώρα, όποτε θα ’ρθει,
θα είναι για ξεκαθάρισμα λογαριασμών.





ΑΠΛΩΣ, ΜΙΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ


Ούτε ευτυχισμένος,
ούτε δυστυχισμένος·
απλώς,
μια επιφάνεια,
που πάνω της
κάνει τσουλήθρα ο χρόνος.





ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ


Τη νύχτα όχι
δε θα μας την πάρουν,
δε θα μας την πάρουνε,
αγαπημένη.

Με τα κορμιά τους,
όλο και πιο πολλοί
θα την υπερασπίζουν εραστές.





ΜΙΛΟΥΝΕ ΑΚΑΤΑΠΑΥΣΤΑ


Χειρονομούν,
μιλούνε ακατάπαυστα:
τι εύκολα που υπάρχουν!

Ενώ αυτός
−δυο τραπεζάκια διαφορά−
παλεύει
με τα σκοτεινά του δευτερόλεπτα.





ΑΝΙΑ


Με δυσκολία προχωράει η ζωή,
σαν άρρωστο απομεσήμερο,
σαν Κυριακή·

όπως σ’ ένα μπαλκόνι ένα σκυλί,
γαβγίζει από ανία.





ΜΟΝΑΧΙΚΟΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ


Άνθρωποι που ταξιδεύουν μόνοι:
κατά κανόνα σιωπηλοί,
πιάνοντας θέση στο παράθυρο.
Δεν έχουνε αποσκευές,
δεν έχουνε κανέναν να τους περιμένει.
Συνέχεια κοιτάζουν έξω.

Αν κάποιος τους ρωτήσει πού πηγαίνουνε,
μοιάζουν σα να ’ρχονται από μακριά·
σα να μην έχουν καταλάβει την ερώτηση.





ΓΥΜΝΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ


Το κρύο πρόσωπο του φεγγαριού φοβάμαι,
τώρα που διαλύθηκαν όλοι οι μύθοι,
τώρα που το παράθυρό μου δεν το προστατεύει
καμιά τριανταφυλλιά.





Από τη συλλογή «Να τελειώνουμε!», 1986.
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Χρίστος Λάσκαρης - Ποιήματα», β΄ έκδοση, Γαβριηλίδης, 2009.
Στην εικόνα: Nigel Van Wieck: “Q Train”, (1990).

Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Αργύρης Χιόνης, "Ό,τι περιγράφω με περιγράφει"




Από τις «Εκδοχές του τέλους»


IX

στον Δημήτρη Χαρίτο

Εν’ ασημένιο κέρμα το φεγγάρι, που κάποτε τινάξαν στο διάστημα οι θεοί, κορώνα γράμματα την τύχη παίζοντας αυτού του κόσμου, εν’ ασημένιο κέρμα που δεν έπεσε ποτέ, αλλ’ έμεινε εκεί, μετέωρο, στο χάος. Γι’ αυτό και δεν αποφασίστηκε ακόμα η τύχη αυτού του κόσμου, γι’ αυτό κι αδιάκοπα κοιτάμε μ’ αγωνία το φεγγάρι, μην πάει και πέσει απ’ του χαμού μας την πλευρά.




ΧΙΙ


Να πίνεις τσάι και, στο μεταξύ, να σβήνει η ζωή σου, όπως συμβαίνει με τους ήρωες του Τσέχοφ, να σβήνει η ζωή σου, ενώ εσύ με αξιοπρέπεια το τσάι ν’ ανακατεύεις και να επαινείς τη γεύση και το άρωμά του. Έτσι, σαν ήρωας του Τσέχοφ ή όπως ο Τσέχοφ ο ίδιος, στη χυδαιότητα του πόνου ν’ αντιτάσσεις την καλή ανατροφή σου.




                                                         ΧVΙΙ

                                                                      στη Χρύσα

                       Όταν σου αναγγείλουνε τον θάνατό μου,
                       κάνε ό,τι θα ’κανες αν σου χαρίζαν
                       εν’ άδειο βάζο.

                       Θα το γέμιζες λουλούδια·
                       έτσι δεν είναι;





Από τα «Ιδεογράμματα Β΄»
(Είκοσι ένα τάνκα)



                                           ε΄

                           Αν ακονίζεις
                           το μαχαίρι αδιάκοπα,
                           θα το αφανίζεις·

                           στα χέρια σου θα μείνει
                           μόνο η άχρηστη λαβή.




                                          κ΄

                           Από τα πόδια
                           ως την κορφή, μετριέται
                           μόνο το ύψος.

                           Το ανάστημα αρχινά
                           πάνω από το κεφάλι.





Από τη συλλογή «Ό,τι περιγράφω με περιγράφει, Ποίηση δωματίου».
Πηγή: το βιβλίο «Το περιέχον περιεχόμενον - Ο ποιητής Αργύρης Χιόνης (1943-2011)». Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος & εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2016.

Σάββατο, 12 Μαΐου 2018

Νίκος Γκάτσος, "Ο ιππότης και ο θάνατος"




Ο ΙΠΠΟΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

(1513)

Dürer zum Gedächtnis



Καθώς σε βλέπω ακίνητο
Με του Ακρίτα τ’ άλογο και το κοντάρι του Αη-Γιωργιού να
         ταξιδεύεις στα χρόνια
Μπορώ να βάλω κοντά σου
Σ’ αυτές τις σκοτεινές μορφές που θα σε παραστέκουν αιώνια
Ώσπου μια μέρα να σβυστείς κι εσύ παντοτινά μαζί τους
Ώσπου να γίνεις πάλι μια φωτιά μες στη μεγάλη Τύχη που σε
         γέννησε
Μπορώ να βάλω κοντά σου
Μια νεραντζιά στου φεγγαριού τους χιονισμένους κάμπους
Και το μαγνάδι μιας βραδιάς να ξεδιπλώσω μπροστά σου
Με τον Αντάρη κόκκινο να τραγουδάει τα νιάτα
Με το Ποτάμι τ᾿ Ουρανού να χύνεται στον Αύγουστο
Και με τ’ Αστέρι του Βοριά να κλαίει και να παγώνει —
Μπορώ να βάλω λιβάδια
Νερά που κάποτε πότισαν τα κρίνα της Γερμανίας
Κι αυτά τα σίδερα που φορείς μπορώ να σου τα στολίσω
Μ᾿ ένα κλωνί βασιλικό κι ένα ματσάκι δυόσμο
Με του Πλαπούτα τ’ άρματα και του Νικηταρά τις πάλες.
Μα εγώ που είδα τους απογόνους σου σαν πουλιά
Να σκίζουν μιαν ανοιξιάτικη αυγή τον ουρανό της πατρίδας μου
Κι είδα τα κυπαρίσσια του Μοριά να σωπαίνουν
Εκεί στον κάμπο του Αναπλιού
Μπροστά στην πρόθυμη αγκαλιά του πληγωμένου πελάγου
Όπου οι αιώνες πάλευαν με τους σταυρούς της παλληκαριάς
Θα βάλω τώρα κοντά σου
Τα πικραμένα μάτια ενός παιδιού
Και τα κλεισμένα βλέφαρα
Μέσα στη λάσπη και το αίμα της Ολλανδίας.


Αυτός ο μαύρος τόπος
Θα πρασινίσει κάποτε.
Το σιδερένιο χέρι του Γκετς θ’ αναποδογυρίσει τ’ αμάξια
Θα τα φορτώσει θημωνιές από κριθάρι και σίκαλη
Και μες στους σκοτεινούς δρυμούς με τις νεκρές αγάπες
Εκεί που πέτρωσε ο καιρός ένα παρθένο φύλλο
Στα στήθια που σιγότρεμε μια δακρυσμένη τριανταφυλλιά
Θα λάμπει ένα άστρο σιωπηλό σαν ανοιξιάτικη μαργαρίτα.


Μα συ θα μένεις ακίνητος
Με του Ακρίτα τ’ άλογο και το κοντάρι τ’ Αη-Γιωργιού θα
         ταξιδεύεις στα χρόνια
Ένας ανήσυχος κυνηγός απ’ τη γενιά των ηρώων
Μ’ αυτές τις σκοτεινές μορφές που θα σε παραστέκουν αιώνια
Ώσπου μια μέρα να σβυστείς και συ παντοτεινά μαζί τους
Ώσπου να γίνεις πάλι μια φωτιά μες στη μεγάλη Τύχη που σε
         γέννησε
Ώσπου και πάλι στις σπηλιές των ποταμιών ν’ αντηχήσουν
Βαριά σφυριά της υπομονής
Όχι για δαχτυλίδια και σπαθιά
Αλλά για κλαδευτήρια κι αλέτρια.





Από τη συλλογή «Αμοργός», 6η έκδοση, 1990, εκδ. Κέδρος.
Στην εικόνα: Albrecht Durer, "Knight, Death and the Devil (The Rider)", 1513.

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

Ασημίνα Ξηρογιάννη, "Λίγη φθορά για γούρι"




[ Από το
«Α΄ ΜΕΡΟΣ
Κυτταρική μέθη» ]


ΝΕΑ ΖΩΗ


Τώρα πια δεν είναι εύθραυστη η ζωή σου
Γέμισε αντρικά σώματα,
κραυγές οδύνης νυχτερινές
και τραχιά αγγίγματα
Τώρα πια η ζωή σου προχωράει
χωρίς την αύρα εκείνη του ανείπωτου
χωρίς τη θλίψη εκείνη των πρωινών.





Η ΓΟΡΓΟΝΑ ΚΑΙ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ


Λυσσομανούσε ο άνεμος
Η θάλασσα ανταριασμένη
Η γοργόνα πάλευε με τα κύματα
Η τρίαινά της έσπασε στα βράχια,
την ώρα που η ψυχή της γκρεμιζόταν στον Άδη.
Κι ο βασιλιάς ποιήματα έγραφε πλάι στο αναμμένο τζάκι
για γοργόνες που μάγευαν ναύτες γοργοτάξιδων καραβιών
και τους μάθαιναν τραγούδια για τον Έρωτα.





[ Από το
«Β΄ ΜΕΡΟΣ
Μπρος στο αρχικό ερέθισμα» ]


ΥΠΕΡΒΑΣΗ


Το αρχικό ερέθισμα
Το σώμα που έχασα
Έγινε τώρα η φωνή μου.
Και αφηγούμαι την ιστορία του
για να μην χάσω την ψυχή μου.

Το σώμα έγινε νουβέλα
Για όλες τις μέσα διαδρομές
Τις σκιές
Τις ρήξεις
Πώς μεταφράζεται η ζωή
σε λόγο ποιητικό,
αυτό πρέπει να δείξεις.

Σαν ρέουν οι λέξεις,
όλα ανθίζουν.

Ξεπερνιέται η άβυσσος.

Κουβεντιάζεται η πληγή.





ΑΝΑΛΟΓΙΑ


Εσύ,
μοιάζεις με τα πρόσωπα στον Καβάφη
Βυθισμένος στην ηδονή
περιπλανιέσαι στις οδούς,
μεθάς με αντρικά σώματα
και το μελαχρινό σου πρόσωπο δείχνει λιγάκι ωχρό
αν το κοιτάξεις μέσα σπό τους βρώμικους καθρέφτες
        των καταγωγείων
όπου συχνάζεις τις νύχτες.
Και συ
Απολαμβάνεις άνομους έρωτες σε μισοφωτισμένες
        κάμαρες κρυφές.
Πηγαίνεις πάντα όπου το σώμα σου σε πάει.
Δίχως τύψεις ή ενοχές ρεμβάζεις την αγάπη.
Δίχως να εγκλωβίζεσαι σε «πρέπει» και σε «μη».
Είσαι διάφανος όπως όλοι όσοι σε ερωτεύονται.
Ανέμελα ξεγλιστράς σα σκιά
και μόνο η σάρκα σου φροντίζεις να λατρευτεί,
συλλέγοντας στη μνήμη σου κάθε άγγιγμα, άρωμα και
        φιλί.
Τώρα γράφεις και ποιήματα υπό το συνωμοτικό φως
        των κεριών.
Απελευθερώνεις τη φαντασία σου μήπως και νικήσεις
        τα γηρατειά
− γιατί στη σκέψη τους πεθαίνεις.
Και θεατρίνος γι’ αυτό έγινες.
Να εξωραΐσεις λιγάκι την κραιπάλη
Να δικαιολογήσεις τον έκλυτό σου βίο.
Να ζεις άπειρες ζωές και να ’χεις άλλοθι.
Εσένα,
σε αθωώνει η Τέχνη.





[ Από το
«Γ΄ ΜΕΡΟΣ
Ονείρων γειωμένη νάρκη» ]


ΠΑΙΧΝΙΔΙ


Ποτίζω τα αισθήματά μου καθημερινά.
Τα κυκλοφορώ στους δρόμους μετά
να τα θαυμάσουν όλοι −
που είναι έτσι ανθισμένα.
Να θέλουν να τα κόψουν,
αλλά να διστάζουν.
Κι εγώ να διασκεδάζω με τους δισταγμούς τους.
Και να κρυφογελώ.
Κι έπειτα να κόβω ένα και να τούς το δίνω δώρο.
Μια χαρά,
Μια λύπη,
ή μια τύψη −
να φεύγει από πάνω μου.

Να ξαλαφρώνω





Η ΕΝΟΧΗ


Κόκκινο φόρεμα φορά
Κατεβαίνει το ξημέρωμα
στα ξενυχτάδικα
σαν όμορφη γυναίκα
Η Ενοχή

Πλανεύει

Στο βάθος γυρεύει μια αγκαλιά
Χαλαρή
Σφικτή
Μια αγκαλιά τέλος πάντων

Όπως όπως
Να βγει η νύχτα





Από τη συλλογή «Λίγη φθορά για γούρι», εκδ. Γαβριηλίδης, 2017.

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

Βασίλης Φαϊτάς, "Το δάκρυ του Ηράκλειτου"




ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΑ


Ποιος άφησε αυτή την ημιτελή παρτιτούρα
ανάμεσα στη νιότη και τη νύχτα
παγιδευμένη στα οδοφράγματα του νου
το έμβρυο της ύπαρξης ανθίζει απερίσκεπτα
στην εκκρεμότητα που ανυπομονεί
φυσιογνωμίες αναδύονται
φωνές τού άλλοτε φωνές της σκόνης επιμένουν
πρόσωπα υπαρκτά ή
πρόσωπα που τα πρόλαβε ο χρόνος στο μεταίχμιο
όποιος έρχεται επιστρέφει ηχώ
περνά ο καιρός
περιμέναμε πολύ να ξεκινήσουμε
σ’ ένα σπίτι ψηλά στο αθέατο
φευγαλέες αισθήσεις και λέξεις
καράβια
σαλπάρουν στο νόημα του λίκνου
γνωρίζουν τίποτα δεν είναι έξω απ’ το φως
κι αίφνης το ποτάμι που κυλά
και το δάκρυ του Ηράκλειτου.





ΤΑ ΣΤΑΧΥΑ


Περπατώ στα ερείπια της νιότης
σε κάθε βήμα η ενσάρκωση του απρόσιτου
ναύτης χωρίς το γαλάζιο της θάλασσας
εραστής αλλότριων πόθων μέχρι τον αφανισμό
ανίδεος για τον κόσμο που κυλά
το έμβρυο του θανάτου μού επέτρεψε
τη διορία της ύπαρξης
να γνωρίσω την αρτηρία του φόβου
την ειρήνη του αίματος
στις στοιχειωμένες εκατόμβες της σοφίας.

Το μηδέν πύλη
το άπειρο κρυφοκοιτάζει τον υπαρκτό κόσμο
σώματα καμινάδες ψυχών εκβάλλουν στα σύνορα
ομφάλιοι λώροι ιδεών
ιστία ονείρων
είμαστε τα στάχυα μιας άλλης ζωής.





Η ΙΔΕΑ ΤΟΥ ΛΙΚΝΟΥ


Όσο περνάει ο καιρός διαλύομαι
θαμπές εικόνες αύρες ναυαγισμένων λέξεων
άγραφες σελίδες
από πού προς ποιον
ανίσχυρος να συναρμολογήσω
το αβέβαιο πριν που υπήρξα
το χάσμα βαθαίνει
δεν θέλω να γυρίσω πίσω
ό,τι έγραψα το πήρε ο αγέρας
δεν ξέρω αν είναι λάθος που ήρθα εδώ
αν κι άλλοι χάθηκαν μαζί μου
στο μήκος κύματος της αοριστίας
αν η αλήθεια είναι μία ή
η ιδέα ενός λίκνου
παφλασμοί του κενού με σπρώχνουν
αυτή λοιπόν είναι η αιωνιότητά μου
αβέβαιη και συνεσταλμένη
ρίγος που διαπερνά το βάθος των πραγμάτων.

Οι μέρες της σύγχυσης θα περάσουν
το φως θεριστής θα οδηγήσει τον καπνό μου ψηλά
στην αθόρυβη θάλασσα έξω από τον χρόνο.





ΑΠΟΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ


Όταν η ψυχή μου αγγίζει το άρρητο
η σκοτεινή ενέργεια αποπροσανατολίζει
τις αποστάσεις της καρδιάς
με απομακρύνει στις φαντασιώσεις της λήθης.





ΑΝΟΛΟΚΛΗΡΩΤΗ ΟΔΥΣΣΕΙΑ


Έρχεται ο υπόγειος άνεμος
ο νους μου θα είναι μια απρόσιτη μοναξιά
τα φυλλώματα των δέντρων αιχμαλωτίζουν
αντικατοπτρισμούς
απ’ τη στιγμή που αποβιβάστηκα μόνος.

Υπάρχει στο χάος μια θλίψη
ανολοκλήρωτη οδύσσεια κοιτάζει
την παρακμή των αιώνων
οι ποιητές του σύμπαντος έχουν πεθάνει από παλιά
μέσα στις λέξεις που αλλάζουν διαρκώς
νόημα
ο κόσμος δεν είναι ποτέ ίδιος
μ’ αυτό που γυρίζει
μας κοιτάζει απ’ τα βάθη
και μας παραπλανά.

Ένα ποτάμι κυλά
μακρύ σαν το ταξίδι του φωτός
όλες οι εποχές παραπόταμοί του
δεν έμαθα ν’ αποχαιρετώ τους καιρούς
αν η ύπαρξη του ανθρώπου
δεν έχει νόημα
τι κάνω εγώ εδώ πάνω
στις φλεγόμενες κορυφογραμμές
αποκρυπτογραφώντας
τις τροχιές του πεπρωμένου.





ΑΝΕΠΙΔΟΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ


Εκείνο το μοναχικό δέντρο στην κορυφογραμμή
ανεπίδοτος έρωτας
γερνάει
λεηλατημένο απ’ τον άνεμο και την ερημιά
δεν γνώρισε ποτέ το θρόισμα του δάσους
τις νύχτες επιμένει ακόμα
γίνεται κύμα χιμαιρικό μονόγραμμα
τατουάζ ονείρου εισχωρεί βαθιά
στο τέλος του ορίζοντά του
μεταμορφώνεται σε μύθο
κι απομακρύνεται χτυπώντας τα φτερά του
στη φωνή που το καλεί
καθώς το σώμα πριν να φύγει
γράφει απόηχους δονήσεων στον αέρα
ουράνιες καμπύλες κατοπτρισμών.





Από τη συλλογή «Το δάκρυ του Ηράκλειτου», εκδ. Μανδραγόρας, 2018.