Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

Μαρίκα Συμεωνίδου, "Παράξενη εξήγηση 22"





~*~

Χάρτινα ξίφη
Ρυτίδωσαν το κύμα
Της ιστορίας




~*~

Η δειλία της
Το καταφύγιό του·
Επιβίωσε




~*~

Την αγάπησες
Όταν τη ζωγράφισε
Ο καθρέφτης σου.




~*~

Το ποίημά σου
Γράφεται στα μαλλιά μου
Με τα χέρια σου




[Επιλογές από την ενότητα: «Ξαφνιάσματα από μελάνι»]




~*~



ΕΤΣΙ ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ


Έκαιγε σαν φανατικός ιεροεξεταστής τις αναμνήσεις
μέσα σε μία ώρα
είχε γεράσει
το πρόσωπό του είχε γίνει μάσκα
το βάδισμά του βαρύ
η γοητεία του πικρή
μόνο μια σταγόνα πλημμύριζε τη σκέψη του
η καρδιά της που κόντευε να σπάσει στην αγκαλιά του





ΑΡΩΜΑΤΑ


Χθες πέρασα
Από το νησί σου
Μύριζε μύρο και λιβάνι
Μετά από το σπίτι σου
Μύριζε παλιά βιβλία
Προχώρησα στη σκέψη σου
Μύριζε ρόδο και σοκολάτα
Συνέχισα πιο κει
Στην καρδιά σου
Μύριζε το άρωμά μου
Τρόμαξα





ΤΕΛΟΣ

                                στον Γιάννη και στην Κάλλια


Μόνο μη μου πάρεις
Το ποδήλατο
Τα ταξίδια
Τα βιβλία
Τον ήλιο
Τη μουσική
Τη θάλασσα
Κι εκείνο το μικρό βιβλιαράκι των Pink Floyd





ΤΟ ΞΕΡΩ


Το ξέρω πια
Έψαχνες να μπεις τόσα χρόνια στο πεπρωμένο μου
Σε κάποιο καφενείο έβρεχε αυτή σου η σκέψη
στο κρεβάτι ξαπλωμένος δίπλωνες το σεντόνι
για να μ’ εκτελέσεις
και στον καθρέφτη σου μια μέρα
είπες «αυτήν θέλω»
αθώα σαν μια πρώιμη άνοιξη
ή σαν μια αναπόφευκτη καταστροφή.




[Επιλογές από την ενότητα: «Υπόκλιση στα ανείπωτα»]





Από τη συλλογή «Παράξενη εξήγηση 22», εκδ. Γαβριηλίδης, 2018.

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης, "Εγχειρίδιο ευθανασίας"




Τόσα άστρα
κι εγώ να λιμοκτονώ.


Το άγαλμα


      Ήταν μαύρες μέρες, πυροβολισμοί παντού, η πόλη ανάστατη, τα πλήθη τρέχαν εξαγριωμένα, «κρύψε με», φώναξα απελπισμένος κι αγκάλιασα το άγαλμα στην πλατεία. Κι όταν μ’ έφτασαν, δε βρήκαν παρά το έρημο άγαλμα και στα πόδια του ένα σκυλί στεκόταν σαστισμένο,
      που το πυροβόλησαν οι άθλιοι.





Εκτός βολής


      Και κάθε φορά που με ταπεινώνουν, νιώθω μιαν ανείπωτη αγαλλίαση που τους ξεγέλασα − γιατί εγώ είμαι καλά προφυλαγμένος στο πατρικό σπίτι, πίσω απ’ τον κομό, εκεί που κρυβόμαστε για να κλάψουμε
      χωρίς ποτέ να μάθουμε γιατί κλαίμε.





Παρομοιώσεις


Σαν τον ποιητή που σκίζει τα χειρόγραφά του και φεύγει για τον
      Ωκεανό
σαν τη γυναίκα που αφήνει την κουρτίνα να πέσει κι ενδίδει
σαν ένα προάστιο πολύ μεγάλο για ένα ραχητικό παιδί
σαν το θολό γέλιο του παρείσακτου σ’ ένα σπίτι που εορτάζει
σαν τους αλήτες που πετάνε μια πέτρα στον ουρανό
σαν αυτό που λέγαμε κάποτε «μια μεγάλη εποχή!»
σαν τα μικρά ραφτάδικα στις συνοικίες, όπου ντύνεται κανείς για
      να πεθάνει…





Βιβλίο ασκήσεων


      Την πρώτη φορά που ενέδωσα, σκέφτηκα ύστερα απελπισμένος να πάω να πνιγώ. Τη δεύτερη φορά μού αρκούσε να κοιτάω απλώς τη θάλασσα.
      Τώρα σιχαίνομαι ακόμα και το νερό.





Δυσδιάκριτες εργασίες


      Κι η μητέρα, θυμάμαι, «όλη την ημέρα κάθεσαι», μου ’λεγε με καημό, «δεν κάθομαι, μητέρα», της απαντούσα.
      Και πραγματικά απ’ το κοντινό νεκροταφείο ερχόταν μια μυρωδιά απαλή − σαν να ’χε κι η ματαιότητα κάποιο νόημα.





Υιική στοργή


      Η μητέρα μου, απ’ τις καλές πλύστρες του καιρού της, έπασχε από αρθριτικά κι ήτανε δύσκολο τώρα να κατέβει.
      Έπρεπε, λοιπόν, εγώ κάθε νύχτα ν’ ανεβαίνω στον ουρανό.





Στη διάθεση των ανέμων


      Έσπρωξα, λοιπόν, με λύσσα τον καμπούρη κι έτρεξα στο προαύλιο, «να κάνω τι;» αναρωτήθηκα άξαφνα, κι αχ αυτή η ανεμελιά μου έφταιξε − είχε μείνει ανοιχτό το παράθυρο κι ο αέρας αναποδογύρισε το μελανοδοχείο
      αφήνοντας αυτή τη μαύρη ιστορία πάνω στο τραπέζι.






Σπίτια πάνω σε ράγιες


      Παρ’ όλο το σεβασμό μου στις ανακρίβειες που συχνά μου έσωσαν τη ζωή, πρέπει να παραδεχτώ: υπήρξα ένας ιδανικός ασθενής, με τις παγίδες μου ωραία στημένες κάτω απ’ την καρέκλα, μόνο μια λεπτομέρεια μ’ ενοχλούσε: το καπέλο μου δε φαινόταν μέσα στον καθρέφτη, αφού τα πουλιά με είχαν ξεχάσει στην παιδική ηλικία κι ύστερα, όταν βραδιάζει, στο σταθμό είναι πιο όμορφα απ’ ό,τι στην κάμαρα, διότι καταρχήν είσαι άοπλος, ενώ περπατώντας πάνω στις ράγιες συνεχίζεις ένα παλιό σου όνειρο ή θυμάσαι τα σπίτια που έζησες και που οι γυναίκες άφηναν το ράψιμο μονάχα για να κλάψουν.





Η μαγεία


      Εκείνο που λυπόμουν περισσότερο ήταν οι ανεμοδείχτες, στεκόμουν, λοιπόν, στην είσοδο των μαγαζιών περιμένοντας να με ρωτήσουν, ώσπου βράδιαζε, έβγαζα τότε τα παπούτσια μου κι ακολουθούσα από μακριά το λεωφορείο − κι όχι, δεν παραλογίζομαι, φίλοι μου, αλλά είναι η μαγεία που έχουν οι λέξεις όταν δε θέλουν να πουν τίποτα, όπως και το παράδοξο αυτό ταξίδι μας μέσα στον κόσμο δε θα ’χε καμιά σημασία.
      αν ήταν αληθινό.





Από τη συλλογή «Εγχειρίδιο ευθανασίας», 1979.
Πηγή: «Τάσος Λειβαδίτης - Ποίηση, (Τόμος τρίτος 1979 - 1987)», εκδ. Κέδρος 2003, 6η έκδοση.
Στην εικόνα: Σκίτσο του Τάσου Λειβαδίτη από τον Γιάννη Ρίτσο.

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

Τάκης Βαρβιτσιώτης, "Fragmenta ή Η βλάστηση των ορυκτών"




~*~


Αλλοτινές χαρούμενες εποχές
Με αχυροκαλύβες
Με σπίτια από κιμωλία
Μ’ ερειπωμένους πύργους πατρογονικούς
Με κεραμίδια που αναπάλλονταν
Απ’ την ορμή του ανέμου
Ρυτιδωμένες τώρα εποχές





~*~


Κάθε βραδιά το χαμόσπιτο
Εγκαταλειμμένο στα δόντια των ανέμων
Στηρίζεται μονάχα στο λυχνάρι του





~*~


Βαθιά συρτάρια από ξύλο παλαιό
Που ευωδιάζουν
Με σκουριασμένες κλειδαριές
Ηχηρά μονάχα από τη σιωπή
Μέσα τους αχτινοβολεί
Η πιο παράξενη μυστική νύχτα





~*~


Ο Σεπτέμβρης πλησιάζει διστακτικός
Σα λάμπα που μόλις άναψαν το φιτίλι της
Σαν άλογο φοβισμένο
Που ραντίζει με στάχτες τις πολιτείες





~*~


Βαθιά στο γυάλινο μάτι
Οι ριγηλές αποχρώσεις
Από το βόρειο σέλας
Οι σκιές της βροχής
Τα στίγματα μιας νοσταλγίας
Που ξεχειλίζει
Θηκιασμένοι χειμώνες
Πάνω σε πέτρες κοφτερές
Ακονισμένες





~*~


Πάντοτε πίστευα στην αίγλη των ναυαγίων
Στα τελευταία πουλιά
Που μάχονται την καταιγίδα
Στα φύλλα που προτού να πέσουνε στραφτοκοπούν
Πάντοτε πίστευα πως οι ποιητές
Μπορούν να χορέψουν
Πηδώντας από καμπαναριό σε καμπαναριό
Να περπατήσουνε σ’ ένα σχοινί τεντωμένο
Πάνω απ’ την άβυσσο
Να παίζουνε με τις λάμψεις ή με τους ίσκιους
Μουσική





Από τη συλλογή «Fragmenta ή Η βλάστηση των ορυκτών», 1985.

Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

Κωνσταντίνος Κομιανός, "Έκθετοι μονόλογοι"




~*~

Αχαρτογράφητα τοπία
οι υλικοί δεσμοί
των ενάρετων επιθυμιών μου





ΟΜΗΡΟΙ ΖΩΗΣ


Σπίτια φυλακές ορθογώνιες καθ’ ύψος·
ρώγες άνθρωποι στις κληματαριές μπαλκόνια
απλωμένες σταφίδες στων ασπρόρουχων το αρμίδι

Και πόσες θλίψεις σταφιδιασμένες
στης παλάμης την απλοχεριά





~*~

Ασθμαίνει η ψυχή μου
εμπρός στο βωμό
του ανώφελου δίκιου





~*~

Τα σκέλεθρα της νιότης μου
οργώνουν τη ζωή μου





ΔΙΑΦΑΝΟ ΔΕΡΑΣ


Στο λαγούμι της ζωής φτυαρίζω
ώρες και μέρες

Κάθε φτυαριά
μερικά δράμια αυταπάτης έξω από το λάκκο
μερικούς πόντους εγγύτερος
στη σάρκα και τα οστά της ύπαρξής μου
σοδιάζοντας ό,τι έχω σπείρει

Και η ψυχή από ψηλά να κοιτάει
ίδια και απαράλλαχτη

Όπως την πρώτη μέρα που άρχισα να σκάβω





ΠΛΗΓΩΜΕΝΑ ΒΗΜΑΤΑ


Ευκρινώς παραλληλόγραμμες στο σχήμα
πλάκες, κομμάτια στη σειρά τοποθετημένα
με μια ομοιομορφία διάχρονη
Και είμαι στο κατόπι τους εποπτεύοντας στιγμές

Αυτή η ακαμψία τους η δομική πώς με διαολίζει
τη στιγμή που λυγίζω σαν κλαρί λεύκας στον άνεμο
Μια μετακίνηση αδύναμης θέλησης
όχι από ηθική αδυναμία αλλά σωματική καχεξία

Πώς ένα σώμα να σηκώσει τόσο ήθος
σφιγμένο σαν από τανάλια σε τσιμεντένιο καλούπι
οριοθετημένο από την ακατάσχετη φλυαρία
των περιορισμών μιας έκκεντρης μετακίνησης

Στην ακάνθινη γη πατούσαν ξυπόλητες οι προσμονές
πότιζε τη δίψα θειάφι −πυρομανούς ήλιου παρουσία
στου όζοντος το στρώμα απουσία− οδυνηρή
η έκθεση στην καθεστηκυία αντίληψή του·
ακρίδες μόλυναν την επιούσια αναπνοή
έραινε την τόλμη ιδρώτας κι ύστερα… έδυσαν κι οι πνοές

Και να η αντίθεση, θαυμάστε ένα ράκος
να περπατάει σε στιβαρό πεζοδρόμιο





ΟΡΙΣΤΙΚΟ


Το σκεφτόμουν καιρό κάμποσο
μα δεν ήταν η δυσκολία της σκέψης το πρόβλημα
αλλά η απόφαση της εφαρμογής της

Στο τέλος είπα να το δοκιμάσω·
να παραιτηθώ των επιθυμιών
για να με αποθυμήσουν οι απογοητεύσεις





Από τη συλλογή «Έκθετοι Μονόλογοι», εκδ. Γαβριηλίδης, 2018.

Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

Κλείτος Κύρου, "Αναζήτηση"




ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ


Απόψε βασανίστηκαν και πάλι οι αρχαίες μνήμες
Απόψε εξαντλήθηκαν οι τελευταίες αναμονές
Η νύχτα καταθλιπτικά γέρνει επάνω στις ψυχές μας
Κι εμείς του κάκου ψάχνουμε μιαν ήλιου αναλαμπή
Μονάχοι ολομόναχοι στα ρίγη του χειμώνα
Ζητούμε λίγη ζεστασιά σε σκορπισμένες στάχτες
Χάσαμε καθρεφτίσματα σε λαμπερά φευγάτα μάτια
Ψάχνουμε είδωλα νεκρά σε λίμνες που έχουν στερέψει
Όλα μας άφησαν γοργά − τα πεύκα οι αμμουδιές
Του ανέμου τα σφυρίγματα τα χάδια οι επάλξεις


Κι όμως το ξέρουμε καλά προτού να ξημερώσει
Θα ξαναγεννηθούν οι αναμονές οι ελπίδες θα πληθαίνουν





ΠΡΟΣΜΟΝΗ


Όταν προσμέναμε σε δωμάτια φορτωμένα καπνούς
      κι απαντοχή
Κοιτάζοντας ανήσυχα από το παράθυρο
Όταν βηματίζαμε σε υγρές δεντροστοιχίες
Κουτσαίνοντας από έρωτα
Όταν καρφώναμε το μάτι στο σκάκι του λιθόστρωτου
Δαγκώνοντας με απόγνωση τα νύχια
Όταν νομίζαμε πως χτυπούσαν την πόρτα
Όταν οι δείχτες αγκομαχούσαν
Και οι άνθρωποι μάς βλέπαν λοξά και περίεργα
Όταν ψάχναμε τα χαμένα χειρόγραφα στο δάσος
Όταν ακόμη ελπίζαμε
Οι γυναίκες όλες είχαν λιποτακτήσει πια
Η μία μετά την άλλη





ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

                                                        «… qui ne pouvait pas
                                                   croire à la fin du voyage»

                                                               J. SUPERVIELLE


Το τέλος ενός ταξιδιού μοιάζει πάντοτε με προδοσία
Μοιάζει με τις φυλακισμένες αναμνήσεις
Πως ήμασταν κάποτε νέοι
Και πιάναμε το σφυγμό της γης
Και γέρναμε απρόσεχτα στα κάγκελα της νύχτας
Μια σύντομη εναλλαγή
Κάθε φορά και νέες γνωριμίες
Ξεχνιούνται γρήγορα σαν τις παλιές κινηματογραφικές
      ταινίες
Τα ξενοδοχεία σού γνέφουν ερεθιστικά
Και φωτίζονται τη νύχτα με υποσχέσεις
Ανηφορίζεις την ανησυχία σου
Και φτάνεις στα τελευταία περίπου σπίτια μιας επαρχιακής
      πολιτείας
Εκεί ανάβεις την προσδοκία σου
Και ταλαντεύεσαι ανάμεσα στις τρεις αδερφές
Τρεις αδερφές τριπλή χαρά συλλαβίζεις με θλίψη
Σου εξηγούν πως το χιόνι θα στρώσει
Μα οι ματιές αφήνουν αυλάκια πύρινα το κατόπι τους
Νιώθεις απύθμενα ρίγη καθώς το τζάκι γελάει
Σκέφτεσαι την αυγή θα ’σαι φευγάτος
Κάθε άνθρωπος έστω και ο πιο άσημος θα προδοθεί κάποια
      μέρα
Πολύ πριν απ’ το σπασμό
Ύστερα από την προσφορά του κυκλάμινου
Κάποιος φίλος ψιθύριζε κλεφτά
Πως κάποτε ένα σούρουπο
Έκλαψε ασυλλόγιστα μες στο μουσείο
Μπροστά στον πίνακα ενός ανώνυμου του 14ου αιώνα
Δεν ξαφνιαστήκαμε
Θρηνήσαμε κι εμείς χειρότερα
Για ακατάληπτα σχήματα
Για μουσικές αγίνωτες
Για έρωτες που εκπληρώθηκαν και για έρωτες που δεν θα
      ξαναρθούν


Ένα ταξίδι τελείωσε
Τώρα
Στην κορφή του ήρεμου βουνού
Σταυρώθηκαν οι τριάντα μας πόθοι
Κι ολονυχτίς υφαίνουμε τον σάλαγο της φλύαρής μας μνήμης





ΜΕΤΟΥΣΙΩΣΗ


Τ’ αστέρια διαγράφαν το χαμό τους σε θριαμβικές τροχιές
Οι ψαράδες χτυπούσαν τη θάλασσα με τη λαπούτα
Σε οκνά διαστήματα
Ταράζοντας τα ψάρια
Η πανάρχαιη νύχτα ξεδίπλωνε τον αμείλιχτο πέπλο της
Η υδάτινη σιωπή που ενσαρκώναν τα φύκια
Ενίσχυε τη θέλησή μας


Κι ήμασταν εμείς που θραφήκαμε μόνο με παρελθόν
Αποδιώχναμε το μέλλον όμοια όπως διώχνουμε μια μέλισσα
      που πάει να μας κεντρίσει
Καταδικάζαμε τη μετάνοια
Λατρεύαμε την τομή της σελήνης με το κλωνάρι της
      ροδακινιάς
Βαραίναμε πιότερο ύστερα από μιαν ανώφελη και μάταιη
      συνουσία
Τρομάζαμε στη σκέψη ενός έρωτα μελλούμενου
Παραδεχόμασταν με θάρρος το ξεφάντωμα της συντριβής


Μπορεί να ξεφτίσει μια τέτοια μνήμη;
Σαββάτο βράδυ
Δεν μιλούσαμε
Φιλούσα μόνο τα χυτά σου μαλλιά





ΕΙΣΒΟΛΗ


Οι στρατιώτες φεύγαν σκυφτοί με σπασμένες τριάδες
Από τα δυτικά προάστια της πολιτείας
Γυναίκες με μπόγους στους ώμους
Αστοί φορτωμένοι χρυσάφι και τρόμο
Τα βαπόρια σφυρίζαν με απόγνωση
Οι επιβάτες συνωθούνταν χλομοί και αμφίβολοι
Το λιμάνι καιγόνταν σαν δέντρο Χριστουγέννων
Αλλόφρονες δρόμοι
Ανοχύρωτη πόλη ψιθύριζαν κηρύχτηκε ανοχύρωτη
Το βράδυ φύσηξε μια ορφανή πειθαρχία
Συναχτήκαμε σε σπίτια συγγενικά
Κι ακούγαμε τις ανατινάξεις να κλυδωνίζουν
Τα ξάρτια της νύχτας
Πλαγιάσαμε κατόπι σ’ ένα πέτρινο μεταίχμιο
Πληγώσαμε τη σκέψη
Κάναμε υποθέσεις
Μπροστά σ’ ένα γρίφο με αυστηρή θωριά
Αλήθεια πώς θα ξημερωνόμασταν
Κανένας δε φαντάστηκε
Κανένας δε μάντεψε
Κανένας


Η μέρα πουλήθηκε το άλλο πρωί στις οχτώ
Μα δε φρόντισε κανείς να παραχώσει λίγον ήλιο στο χώμα
Το γέλιο στέγνωσε
Τ’ αστέρια σκουριάσαν
Τα δάχτυλα λιγοστέψαν
Στην καρδιά μας απλώθηκε ένας κάκτος
Νιώθαμε μόνοι τόσο μόνοι
Λες και μας αρνήθηκε μια γυναίκα
Μια γυναίκα πικρή
Μια γυναίκα ακατάληπτη
Μια γυναίκα που χαμογελούσε
Κι όμως ψιθύριζε ανελέητα
Το όχι





ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑ


Παραθαλάσσιο κέντρο
Καρέκλες και τραπέζια ξέχειλα από κόσμο
Μουσική χειροκροτήματα
Ο μαέστρος υποκλίνεται ευγενικά
Τα παιδιά τρέχουν
Στη θάλασσα σέρνονται φώτα
Τραγούδια
(Σκέφτεσαι αμέσως Καρυωτάκη)


Στους δρόμους διαβαίνουν κορίτσια
Βραδιάζει
Οι εκδρομείς επιστρέφουν
Με λουλούδια
Με λιοκαμένα πρόσωπα
Χαρούμενοι
(Θλίβεσαι που έχασες μια Κυριακή)


Άγγλοι αντιπαθητικοί
Ένα ζευγάρι όμορφες γάμπες
Μέσα σ’ ένα βιαστικό λεωφορείο
Άλλος και φεύγουμε!
Λάμπες ασετυλίνης
Οι δρόμοι αδειάζουν
Κορμιά κολλημένα στους τοίχους
Λαχανιασμένοι ψίθυροι
(Νιώθουμε ξένοι
Νιώθουμε μόνοι πολύ μόνοι)


Ποιος θα μας σώσει
Ποιος θα μας ξεκουράσει
Κατά πού να γυρίσουμε
(Είμαστε νικημένοι
Και τόσες Κυριακές μπροστά μας)





Από τη συλλογή «Αναζήτηση - Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής», [1949].
Πηγή: Η συγκεντρωτική έκδοση «Κλείτος Κύρου, εν όλω ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ, 1943-1997», εκδ. Άγρα, 2006.

Κυριακή, 8 Απριλίου 2018

Σαρλ Μπωντλαίρ, "Ποιήματα και πεζά"




ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΙ


Το κρασί ξέρει και το πιο παλιόσπιτο να ντύνει
         πάλι με πλούτο θαυμαστό
και ξέρει μυθικές στοές ένα σωρό να στήνει
         στον χρυσοκόκκινό του αφρό,
σαν ήλιος που σ’ ένα ουρανό συννεφιασμένο σβήνει.

Τ’ όπιο μάς κάνει πιο τρανή την απεραντοσύνη
         κι ατέρμονες των όριων τις γραμμές·
σκάφτει πλατιά την ηδονή, τον χρόνο τον βαθύνει,
         και μαύρες θλιβερές χαρές,
πέρα απ’ ό,τι είναι μπορετό, μες στην ψυχή ξεχύνει.

Μα τίποτα όλ’ αυτά ’ναι μπρος στο πως φαρμάκι κλειέται
         στα πράσινά σου μάτια, ως με κοιτάν,
λίμνη όπου τρέμει μου η ψυχή κι ανάστροφα θωριέται…
         Κοπάδι εκεί τα ονείρατά μου πάν’,
κι η δίψα τους μες στην πικρή την άβυσσό της σβηέται.

Και τίποτα μπρος στ’ άγριο το θαύμα δεν αξίζουν,
         του σάλιου σου της δαγκωνιάς,
που δίχως τύψη την ψυχή στη λήθη μού βυθίζει,
         και διώχνοντας τον ίλιγγο μεμιάς,
λιγόθυμη στου θανάτου τις όχθες την λικνίζει!





Ο ΤΑΦΟΣ ΕΝΟΣ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΥ ΠΟΙΗΤΗ


Αν κάποια νύχτα μαύρη και βαριά,
κανένας χριστιανός σαν από χάρη,
πλάι σε κάποια χαλάσματα παλιά,
θάψει το φημισμένο σου κουφάρι,

την ώρα που τ’ αστέρια αγνά ένα ένα,
τα μάτια τους σφαλούν τα κουρασμένα,
τα δίχτυα της η αράχνη εκεί θα στήσει
κι η όχεντρα τα παιδιά της θα γεννήσει.

Και θεν’ ακούς όλο το χρόνο εσύ,
πάνω απ’ το κολασμένο σου κεφάλι,
των λύκων τη θρηνητική κραυγή,

της πεινασμένης μάγισσας στριγκλιές,
του γέρου του λάγνου την κραιπάλη
και των κλεφτών τα σχέδια για κλεψιές.



                                                    Μετάφραση: Γιώργης Σημηριώτης


Πηγή: «Μπωντλαίρ - Τα άνθη του κακού», εκδ. γράμματα, 1991.
Τίτλος πρωτοτύπου: Les Fleurs du Mal, 1861.





SPLEEN


Είμαι σαν κάποιο βασιλιά σε μια σκοτεινή χώρα,
πλούσιον, αλλά χωρίς ισχύ, νέον, αλλά από τώρα
γέρο, που τους παιδαγωγούς φεύγει, περιφρονεί,
και την ανία του να διώξει ματαιοπονεί
μ’ όσες μπαλάντες απαγγέλλει ο γελωτοποιός του.
Τίποτε δε φαιδρύνει πια το μέτωπο του αρρώστου,
ούτε οι κυρίες ημίγυμνες, που είν’ έτοιμες να πουν,
αν το θελήσει, πως πολύ πολύ τον αγαπούν,
ούτε η αγέλη των σκυλιών, οι ιέρακες, το κυνήγι,
ούτε ο λαός, προστρέχοντας, η πόρτα όταν ανοίγει.
Γίνεται μνήμα το βαρύ κρεβάτι του, κι αυτός,
χωρίς ένα χαμόγελο, σέρνεται σκελετός.
Χρυσάφι κι αν του φτιάνουν οι σοφοί, δε θα μπορέσουν
το σαπισμένο τού είναι του στοιχείο ν’ αφαιρέσουν,
και με τα αιμάτινα λουτρά, τέχνη ρωμαϊκή,
ιδιοτροπία των ισχυρών τότε γεροντική,
να δώσουνε θερμότητα σ’ αυτό το πτώμα που έχει
μόνο της Λήθης το νερό στις φλέβες του και τρέχει.



                                                    Μετάφραση: Κώστας Καρυωτάκης


Από τη συλλογή «Τα άνθη του κακού».
Πηγή: «Κ. Γ. Καρυωτάκη - ποιήματα», εκδ. Γ. Οικονόμου.





Η ΦΩΝΗ


Η κούνια μου ακουμπούσε στη βιβλιοθήκη, Βαβήλ σκοτεινόν, όπου μυθιστόρημα, επιστήμη, μυθολογία, τα πάντα, η λατινική τέφρα και η ελληνική σκόνη, ανακατευόσαντε. Δεν ήμουν μεγαλύτερος από ένα βιβλίο.
     Δυο φωνές μού μιλούσαν. Η πρώτη, ύπουλη και σταθερή, έλεγε: «Η Γη είναι ένα γλύκισμα ωραίο· μπορώ (και η ευχαρίστησή σου θα ’ναι τότε χωρίς τέλος!) να σου δώσω μίαν όρεξη παρόμοια μεγάλη». Και η δεύτερη: «Έλα! ω, έλα στο ταξίδι των ονείρων, πέρα από το δυνατό, πέρα από το γνωρισμένο!» Και η φωνή αυτή ετραγουδούσε όπως ο άνεμος στις ακρογιαλιές, φάντασμα που κλαυθμυρίζει και κανείς δεν ξέρει πούθε ήρθε, που χαϊδεύει το αυτί κι όμως το τρομάζει. Σου απάντησα: «Ναι! γλυκιά φωνή!»
     Από τότε κρατάει αυτό που μπορεί, αλίμονο! να ειπωθεί πληγή μου και πεπρωμένο μου. Πίσω από τις σκηνοθεσίες της απεράντου υπάρξεως, στο μελανότερο της αβύσσου, βλέπω καθαρά κόσμους παράξενους, και, θύμα εκστατικό της οξυδέρκειάς μου, σέρνω φίδια που μου δαγκάνουν τα πόδια. Κι από εκείνο τον καιρό αγαπώ τόσο τρυφερά, καθώς οι προφήτες, την έρημο και τη θάλασσα, γελώ στα πένθη και κλαίω στις γιορτές, βρίσκω μια γεύση γλυκιά στο πιο πικρό κρασί, νομίζω πολλές φορές για ψέματα τις αλήθειες, και, με τα μάτια στον ουρανό, πέφτω σε γκρεμούς.
     Αλλά η φωνή με παρηγορεί και λέει: «Κράτησε τα όνειρα σου· οι συνετοί δεν έχουν έτσι ωραία σαν τους τρελούς!»



                                                    Μετάφραση: Κώστας Καρυωτάκης





ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ


Ένα λιμάνι είναι ένας τόπος όλο χάρες, για μια ψυχή που απόκαμε από τη σκληρή την πάλη της ζωής. Η άπλα τ’ ουρανού, η διαβατάρικια των σύννεφων αρχιτεκτονική, της θάλασσας η ατέλειωτη εναλλαγή των αποχρώσεων, των φάρων τα λαμπρά φωτοβολήματα, είναι ένα πρίσμα θαυματουργό, όπου δίνει πάντα χαρά στα μάτια δίχως ναν τα κουράσει ποτέ. Τα σχήματα τα ευγενικά των καραβιών, με τις περίπλοκες αρματωσιές, καθώς σαλεύουνε στο κύμα αρμονικά, διατηρούνε συνεχώς, μες στην ψυχή, το αίσθημα της ευμορφιάς και του ρυθμού. Κι είναι, πριν απ’ όλα, μιαν ηδονή μυστηριώδης κι υψηλή, για κείνον που δεν του μείναν πια ούτε φιλοδοξίες ούτε περιέργειες, να κοιτάζει, ξαπλωμένος πάνω στη βίγλα ή ακουμπισμένος ήρεμα στο παραπέτασμα της προκυμαίας, όλη τούτη την κίνηση αυτών που επιστρέφουν κι αυτών που φεύγουν, αυτών που έχουν ακόμα τη δύναμη να θέλουν κάτι, τον πόθο να ταξιδέψουν και να πλουτίσουν.



                                                    Μετάφραση: Νίκος Εγγονόπουλος





ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ


Η Σελήνη, που είναι η ίδια η ιδιοτροπία, κοίταξε ανάμεσ’ απ’ το παράθυρο, ενώ κοιμόσουνα στο λίκνο σου, και είπε μέσα της: «Αυτό το παιδί μ’ αρέσει».
     Και κατέβηκε μαλθακά τη σκάλα της από σύννεφα, και πέρασε αθόρυβα μεσ’ απ’ τα τζάμια. Έπειτα ξαπλώθηκε πάνω σου με την ευλύγιστη τρυφερότητα μιας μητέρας, κι εναπόθεσε τα χρώματά της στο πρόσωπό σου. Έτσι οι κόρες των ματιών σου απόμειναν πράσινες και τα μάγουλά σου εξαιρετικά χλωμά. Από την ενατένιση αυτής της επισκέπτριας τα μάτια σου μεγάλωσαν τόσο παράξενα· και σ’ έσφιξε τόσο τρυφερά στο λαιμό που διατήρησες έτσι για πάντα την επιθυμία να κλαις.
     Ωστόσο, μες στο ξεχείλισμα της χαράς της, η Σελήνη πλημμύριζε ολόκληρο το δωμάτιο, σα μια ατμόσφαιρα φωσφορική, σαν ένα φεγγοβόλο δηλητήριο· και όλο το ζωντανό τούτο φως στοχάζονταν κι έλεγε: «Θα υφίστασαι αιώνια την επήρεια του φιλιού μου. Θα ’σαι όμορφη με τον τρόπο μου. Θ’ αγαπάς ό,τι αγαπώ κι ό,τι μ’ αγαπά· το νερό, τα σύννεφα, τη σιωπή και τη νύχτα· την απέραντη και πράσινη θάλασσα· το άμορφο και πολύμορφο νερό· το μέρος όπου δε θα βρίσκεσαι· τον εραστή που δε θα γνωρίσεις· τα τερατώδη άνθη· τ’ αρώματα που φέρνουν παραλήρημα· τις γάτες που λιγοθυμούν πάνω στα πιάνα και που θρηνούν σαν τις γυναίκες με μια φωνή βραχνή και γλυκιά!
     »Και θα σ’ αγαπούν οι εραστές μου και θα ερωτοτροπούν μαζί σου οι φίλοι μου. Θα ’σαι η βασίλισσα των ανθρώπων με τα πράσινα μάτια, που έχω σφίξει κι εγώ τον λαιμό της στα νυχτερινά μου χάδια· εκείνων που αγαπούν τη θάλασσα, την απέραντη θάλασσα, την πολυτάραχη και πράσινη, το άμορφο και πολύμορφο νερό, το μέρος όπου δεν βρίσκονται, τη γυναίκα που δεν γνωρίζουν, τ’ απαίσια άνθη που μοιάζουν με τα θυμιατήρια μιας άγνωστης θρησκείας, τ’ αρώματα που συγχύζουν τη θέληση και τ’ άγρια και φιλήδονα ζώα που είναι τα εμβλήματα της παραφροσύνης τους».
     Και γι’ αυτό, καταραμένο αγαπητό χαϊδεμένο παιδί, βρίσκομαι τώρα ξαπλωμένος στα πόδια σου, αναζητώντας σ’ όλη την ύπαρξή σου την ανταύγεια της τρομερής θεότητας, της μοιραίας αναδόχου, της φαρμακεύτρας τροφού όλων των σεληνιακών.



                                                    Μετάφραση: Τάκης Βαρβιτσιώτης




Πηγή: «Χριστόφορος Λιοντάκης - Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης (Από τον Μπωντλαίρ ως τις μέρες μας)», εκδ. Καστανιώτη, γ΄ έκδοση, 2000.

Στις εικόνες: Ο Charles Baudelaire, σε δύο φωτογραφίες του Félix Nadar.