Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Πολύνα Γ. Μπανά, "Τρία ποιήματα"




Μέσα- έξω


Γερνάω μέσα μου,
                                    με γεωμετρική πρόοδο
                                                                                 και ταχύτητα φωτός
                                                                                 (χωρίς υπερβολή).

Από την άλλη,
το πρόσωπό μου δεν ακολουθεί:
                                                                 εδώ,
                                                                              ο χρόνος έχει παγώσει...*

*  Εύγε, στις εταιρίες καλλυντικών και τα σύγχρονα επιτεύγματα της κοσμετολογίας
                         σε άρρηκτη συνάρτηση με τα γονίδια της μητρός μου.


                        Τρέμω τη μέρα που θα ’χω ήδη πεθάνει έσω μου
                                            «από φυσιολογικά αίτια»
                           (λόγω προχωρημένου −ψυχικού− γήρατος)

                                                             και
                        εξωτερικά, θα περνιέμαι, ακόμα, για ζωντανή
                        (το ’χω δει επανειλημμένως να συμβαίνει και,
                                                     πιστέψτε με,
                                δεν είναι διόλου ευχάριστη συνθήκη).





Κινητή τηλεφωνία


Τριάντα (30) τηλέφωνα τη μέρα,
                                                            ο μέσος απολογισμός στο κινητό μου:

                                                                        τράπεζες για οφειλές/
                                                                πελάτες/
                                                                        πακέτα προσφορών/
                                                                πελάτες/
                                                                        δημόσιες αρχές & υπηρεσίες/
                                                                πελάτες/
                                                                        σφυγμομετρήσεις          κ.ο.κ.


κι ούτε ένα δε ξεκινά ή δεν εμπεριέχει ένα «Πώς είσαι ; Είσαι καλά ;».


Δε βιώνω τη σύγχρονη «μοναξιά μέσα στο πλήθος»,
                                                                                                    είμαι η μοναξιά.





Ένας «δεξιός» κόσμος


Δεν είχα δώσει ποτέ ιδιαίτερη σημασία
          στην αριστεροχειρία (μου)
ωσότου διάβασα, προ ετών, ένα άρθρο
για το πώς ο κόσμος είναι «φτιαγμένος»

                                                                            από δεξιόχειρες,
                                                                            για δεξιόχειρες.

Αρνούμαι, όμως,
να κατηγοριοποιηθώ ή να θυματοποιηθώ
γι’ αυτή την, κατά τα κοινώς, ιδιαιτερότητά μου
κι ας είναι ο κόσμος, πράγματι, φτιαγμένος έτσι:

                                                                                 εγώ τον έφερνα, ανέκαθεν,

στα μέτρα μου.





Πρώτη δημοσίευση στο εξαμηνιαίο περιοδικό λογοτεχνίας και λογοτεχνικής κριτικής «Θευθ, οι δύο όψεις της γραφής», τχ 4, Δεκέμβριος 2016.

Στην εικόνα: Pablo Picasso, “Tête de femme”, 1958


Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Ιβάν Γκολ, "Μαλαισιακά τραγούδια"




6


Από τότε που γεννήθηκα
είμαι στολισμένη για τον ερχομό σου

Δέκα χιλιάδες μέρες πέρασαν
κι όλο πηγαίνω να σε συναντήσω

Οι χώρες στένεψαν
τα βουνά χαμηλώνουν
τα ποτάμια λίγνεψαν

Το κορμί μου μεγάλωσε με ξεπέρασε
απλώνεται απ’ την αυγή ως το λυκόφως
σκεπάζει όλη τη γη
Όποιο δρόμο κι αν πάρεις
θα περπατήσεις επάνω μου





8


Δεν ήθελα να είμαι
παρά ο κέδρος μπροστά στο σπίτι σου
ένα κλαδί του κέδρου
ένα φύλλο του κλαδιού
μια σκιά του φύλλου
η δροσιά της σκιάς
που χαϊδεύει τον κρόταφό σου
για ένα δευτερόλεπτο





27


Σκεπάστηκα μ’ εφτά πέπλα
για να με ξεσκεπάσεις
εφτά φορές

Μυρώθηκα μ’ εφτά μύρα
να με μυρίσεις
εφτά φορές

Σου είπα εφτά ψέματα
να μ’ αφανίσεις
εφτά φορές





29


Θα ’σαι το αρπαχτικό πουλί
αδελφέ της Ανατολής;

Θα ’σαι ο στύλος του ναού
αδελφέ του Νότου;

Θα ’σαι το άστρο μου
αδελφέ της Δύσης;

Θα ’σαι ο τάφος μου
αδελφέ του Βορρά;

Ό,τι κι αν είσαι, σε περιμένω! σε περιμένω!




                                                      Μετάφραση: Ε. Χ. Γονατάς



Από τη συλλογή «Μαλαισιακά τραγούδια», 1934, μέρος της οποίας περιλαμβάνεται στον τόμο «Ιβάν Γκολ - Ποιήματα (1920 - 1950)» [Επιλογή, μετάφραση, επίμετρο, σημειώσεις: Ε. Χ. Γονατάς]. Εκδ. Στιγμή, 2003.

Στην εικόνα: Paul Gauguin, «Nevermore», 1897

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

e.e. cummings, "Λοιπόν ας φιληθούμε"




          xxii.


ολότελα έχω χάσει τα μυαλά μου και το διασκεδάζω
ενδεχομένως εξαιτίας
                                           .του δειλινού κι αν
ίσως ονει-ρικό Είναι(όχι-
εντελώς τα δέντρα ν’ αγκαλιάζουν με την έξαψη,
συνεκτικό φως
                             )μόνο για να εντοπίσω με
άκαμπτα αργά αλαλάζοντα μάτια πέρα από το
κούμπωμα των πραγμάτων τον άγρυπνο πρόθυμο μύθο
του σώματος,που παραδόξως θα κορδώσει
το οκνηρό ανεκτίμητο χαμόγελό μου,
                                                                        ώσπου
αυτό το τόσο ασθενικό πελώριο άστρο(μήπως το
βλέπεις;)κι αυτό θα χορέψει επάνω στη γυμνή
και έσχατη σιωπή και το δειλό
(μόλις σ’ αγγίξω)και λάγνο φεγγάρι
θα βυθιστεί επιδέξια στον λόφο.





          xiii.


είπες Υπάρχει
κάτι που να ’ναι
νεκρό ή ζωντανό πιο όμορφο
απ’ το σώμα μου,να το ’χεις στα δάχτυλα σου
(να τρέμει ελάχιστα);
                                          Κοιτώντας στα
μάτια σου Τίποτα,είπα,εκτός απ’ τον
αέρα της άνοιξης που έχει τη μυρωδιά του ποτέ και του πάντα.

....και μέσα απ’ το καφασωτό που πάλλονταν σαν
χέρι που αγγίζεται από
χέρι(που
πάλλονταν σαν
δάχτυλα που αγγίζουν ενός κοριτσιού
το στήθος,
απαλά)
               Πιστεύεις στο πάντοτε,ο άνεμος
ρώτησε τη βροχή
Είμαι πολύ απασχολημένη με
τα λουλούδια μου για να πιστέψω,απάντησε η βροχή





          xvii.


Κυρία,θα σε αγγίξω με τον νου μου.
Θα σε αγγίξω και θα σε αγγίξω και θα σε αγγίξω
ώσπου να μου δώσεις
ξαφνικά ένα χαμόγελο,συνεσταλμένα άσεμνο

(κυρία θα σε
αγγίξω με τον νου μου.)Θα σε αγγίξω,
αυτό είναι όλο,

απαλά κι εσύ ολότελα θα γίνεις
με απέραντη ευκολία

το ποίημα που δεν θα γράψω.




                                 Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός, Γιάννης Δούκας



Από το έργο, «λοιπόν ας φιληθούμε - ερωτικά ποιήματα», [Δίγλωσση έκδοση]
εκδ. Πατάκη, 2014

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Γιάννης Στρούμπας, "Δύο ποιήματα"




ΣΥΡΜΟΣ


Εκκρεμότητες στριμώχνονται
στα βαγόνια του συρμού.
Κοντανασαίνουν
πλάι στο ηχητικό σήμα.
Δεν βολεύονται
σε κάθισμα.
Όρθιες παραφυλούν,
έτοιμες να πεταχτούν
στην επόμενη στάση.

Εκκρεμότητες στριμώχνονται
στα βαγόνια του συρμού.
Η ανεμελιά
αδικαιολογήτως απούσα.
Στην ηλεκτρισμένη ροή
η αδράνεια
δεν είναι του συρμού.






ΡΑΓΕΣ


Στέκει πίσω απ’ τη γραμμή ασφαλείας
περιμένοντας τον συρμό

πρόσωπο οργωμένο
από βάσανα και χρόνια
μέτωπο υπερσιβηρικός
απ’ ανατολή σε δύση

αναγγέλλεται ο συρμός
προσερχόμενος τελετουργικά

ένα βήμα μπρος
− λέω θα πέσει! −
τσακώνει την ανησυχία μου στον αέρα
και μου λέει με το βλέμμα της στο μέτωπο:
«Παιδί μου,
εμένα οι ράγες τούτες
χρόνια τώρα σηκώνουν
βαγόνια προς στρατόπεδα συγκέντρωσης·
έναν απλό συρμό
θα φοβηθώ;»





Τα δύο ποιήματα του Γιάννη Στρούμπα, δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Θευθ, οι δύο όψεις της γραφής, τχ2, Μάρτιος 2016.

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Μαρία Λάτσαρη, "Εν δυνάμει πραγματικότητα"




ΜΙΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΜΕΡΑ
ΤΗΣ ΣΥΝΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΦΟΙΤΗΤΡΙΑΣ Λ.Π.


Η πραγματικότητά μου ονειρική
και πώς να μην είναι
όταν βλέπω τα χρώματα της ίριδας
σε αριθμούς και γράμματα
το πέντε μπλε
το οκτώ πορτοκαλί
το πληκτρολόγιο πολύχρωμο
όταν ο ήχος της φωνής σου
έχει την γεύση των σύκων
που τρώγαμε μαζί κάτω απ’ την κληματαριά
όταν το τραγούδι των τζιτζικιών
αστράφτει φως κόκκινο
όταν ακούω τη μυρωδιά του θυμαριού
να κυλά με την αύρα στους αμμόλοφους
κάψα μεσημεριού
τα πεύκα μαζεύουν τη σκιά τους

Το ημερολόγιο γράφει μπλε Ιουλίου





ΑΠΟΛΟΓΙΑ


Μάρτυς μου τα δάκρυα
ορκιζόταν
λες κι ο πόνος
είναι ζήτημα αλήθειας





ΣΤΟΝ ΒΥΘΟ


Κάθισε στην ανάστροφη καρίνα
η μπλούζα ασήμιζε από τα λέπια
χαμογελούσε με επιφύλαξη
μην είχε φύκια
ανάμεσα στα δόντια
(πού να ψάχνει τώρα
τον μπόγο της για νήμα)
Βρίσκεται ινσαλάχ
μίλια μακριά από τη φρίκη της πατρίδας
πολλές οργιές κάτω απ’ την επιφάνεια του Αιγαίου





ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ


Χειμώνας
Φλεβάρης ξεφυσούσε
κατάμουτρα το χιόνι

έτοιμη να φύγεις
χλωμή διάφανη
σαν γάλα μητρικό
χιονόνερο
του στήθους σου
το πρώτο μας πάρε-δώσε

περίσσευε η σιωπή
από παντού
παιδί που το ξεχάσανε
με μισοφορεμένα παπουτσάκια





ΑΝΑΣΚΑΦΗ


Αυτούς που φύγανε
λέμε να τους θυμάσαι
αλλά εντέλει
εννοούμε να τους ξεχνάς
Αν και στη σκέψη σου χασομερούν
η λήθη
σιγά σιγά
τη σκιά των βημάτων τους σβήνει
κάθε στιγμή και μια φτυαριά χώμα
Η ζωή σε τραβάει απ’ το μανίκι
μην φτάσεις να πενθείς το μέλλον
Κάποτε ίσως τους ξαναβρείς

σε μιαν ανασκαφή





Από τη συλλογή «Εν δυνάμει πραγματικότητα», εκδ. Μανδραγόρας 2016

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Δέσποινα Καϊτατζή Χουλιούμη, "Τέσσερα ποιήματα"




ήρθαμε πάλι στα βορινά
απέλπιδες επαίτες ήλιου
χιόνι πολύ εφέτος
το γάλα κρύσταλλο
στα χείλη νηστικού παιδιού
βάρκες πανιά σχισμένα
χλωμά κρίνα της πάχνης
χρώμα ελπίδας ανεπαίσθητης
ζεσταίνουμε με χνώτα
τα παγωμένα χέρια μας
κρύσταλλα φυσητό γυαλί
καταγράφουν
κίτρινες και μαβιές ανταύγειες
στου χιονιού το άσπρο





Ακορντεονίστας του δρόμου


Στο δρόμο κάθομαι μονάχος
με την Καλίνκα στ’ ακορντεόν
κόσμος με προσπερνά
γάτος αδέσποτος στο φράχτη
Κρεμασμένος
Ποιος άνεμος μ’ έριξ’ εδώ
− άι, ξαπλώστε με μεσ’ στο πευκόδασο
ύπνο σμαραγδένιο να κοιμηθώ*−
Δελφίνια αγέλη κυνηγημένα στοίβα
στεγνά φιλιά απορημένα
σ’ ακτή του πουθενά
Αναριγώ
Ρείκι σε πεζοδρόμιο ριγμένο
δελφίνια πεθαμένα στ’ ακρογιάλι
− Καλίνκα, ζωή μου ζωή ξένη
έι, βατόμουρο και ρόιδο ζωή μου τρελή −



* Καλίνκα (ρωσ. «χιονάτη») ρωσικό παραδοσιακό
στίχοι-μελωδία Ιβάν Πέτροβιτς Λαριοόνωφ,
απόδοση Γιάννης Ρίτσος




Υπάρχουν σπίτια


Υπάρχουν σπίτια που αν και κολόνες είχαν σταθερές
ξεδοντιασμένα ξόανα αλλοτινών καιρών ορθώνονται
Πόρτες δεν απόκτησαν ποτές ούτε παράθυρα
Στους νοερούς τους τοίχους γελάκια κι αναστεναγμοί
δεν καταγράφτηκαν ποτέ δεν βράχηκαν με δάκρυα
Καμιά ανάσα δε τα ζέστανε χαμόγελα δεν ντύθηκαν ποτέ
απ’ τα θεμέλια ακόμα είχαν παραβιαστεί ανεπανόρθωτα
Αγριόχορτα κι άστεγα περαστικά οι τοίχοι τους κι οι κάτοικοι
Μόνο κάποιες φορές δάκρυ στεγνό κι ιδρώτα στάζουν έρημες
οι φθαρμένες κολόνες τους
Υπάρχουν σπίτια που πριν ακόμα γεννηθούν ολόκληρα
σμπαραλιασμένα και γυμνά οδεύουν προς στο θάνατο





Λίγο νερό


Αθώο αίμα παφλάζει
σε μετρό και σε πλατείες
Τυφλός ο μακελάρης
φούλι δε φίλησε
Αυγή δεν άνθισε ποτέ
κελάρι σκοτεινό

Φως λίγο φως να ψάξουμε τα έρημα κορμιά
Λίγο νερό να πλένουμε διαμελισμένα σώματα
Χώμα στεγνό να βρέξουμε στο δάκρυ μας





Προδημοσίευση από την προς έκδοση συλλογή «Λιγοστεύουν οι λέξεις», που αναμένεται να κυκλοφορήσει εντός του 2017 από τις εκδόσεις Μελάνι.

Η φωτογραφία είναι από το αρχείο της ποιήτριας.


Βιογραφικό
Η Καϊτατζή Χουλιούμη Δέσποινα, είναι κλινικός ψυχολόγος - ψυχοθεραπεύτρια, κάτοχος (MSc) της Σχολής Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ουψάλα Σουηδίας. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ).
Έχει δημοσιεύσει τις ακόλουθες ποιητικές συλλογές:
-«Διαδρομές», εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015
-«Συναισθηματικό αλφαβητάρι», εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS, 2009
-«Ο δρόμος», έκδοση Δήμου Σερρών 2006.
Μεταφράζει σουηδική ποίηση, έχει δημοσιεύσει σε απόδοσή της ποιήματα της Karin Boye στο τεύχος 53 του «Μανδραγόρας και στο τεύχος 4 του «Θευθ».
Ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί στις ηλεκτρονικές ποιητικές ανθολογίες:
Ποιητική ανθολογία: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα», της Βίκυ Παπαπροδρόμου &
Ποιητική ανθολογία Τόλη Νικηφόρου_ Χρόνος και μνήμη
Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί στα λογοτεχνικά περιοδικά «ΘΕΥΘ» & «ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ» καθώς και σε ηλεκτρονικές λογοτεχνικές σελίδες και περιοδικά όπως τα: www.poiein.gr
http://fractalart.gr.  
http://www.bibliotheque.gr/article/52921
http://ifigeneiasiafaka.com
meanoihtavivlia.blogspot.com
staxtes.com/2003/?p=7168

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

Μάρκος Μέσκος, "Πριν από τον θάνατο"




Ο ΦΑΝΤΑΡΟΣ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΡΡΑΧΤΗ


Έπρεπε να κατέβει στα πόδια του καταρράχτη
να πλένει τα ματωμένα του χέρια,
τα σκονισμένα αρβύλια του να πλένει
με τις γαρδένιες του νερού, να δροσίσει
το μέτωπό του ή, αν ήταν βολετό,
να κυλήσει το βρώμικο κορμί του
μετά το ντουφέκισμα, εκεί στο ύψος του καταρράχτη,
απ’ τη φλογέρα του πουλιού...

(Δώστε μου μια σάλπιγγα
να κλάψω αυτόν τον άνθρωπο
με τη χακί στολή!...)





ΟΥΡΑΝΟΣ


Με τα κλαδιά του δέντρου κάνω σχέδια στον ουρανό
ζωγραφίζω ένα λυπημένο Θεό, την
οπλή του αλόγου που δε φαίνεται −
φταίνε τα σύννεφα που τα κουβάλησε ο τρελός βοριάς
μα πώς αλλιώς θα ζωγράφιζα
ένα καράβι με τα τέσσερα χαμόγελα του κόσμου;

Κάνω σχέδια με τα χέρια του ανέμου
σχέδια παράξενα, μάτια και πρόσωπα αγαπημένα,
σχέδια παράξενα, νεκροί που πίστεψα
αίμα και κόκαλα και χαρά και δρόμοι,
σχέδια ίσως τρελά: μια πηγή γαλάζιο,
μια πηγή γαλάζιο νερό για τη δίψα της προσευχής μου
κι έναν άγγελο να μου δίνει το χέρι
ν’ ανέβω ψηλά...

(Μάνα, δεν έπρεπε να βάψεις γαλάζια τα μάτια μου
δεν έπρεπε, μάνα, να με ποτίσεις
τόσο βουρκωμένο ουρανό...)





ΑΝΘΟΔΟΧΕΙΟ


Ίσως η κάμαρα η κενή, ίσως ο ήλιος που απίθωνε
             τις κραυγές του πάνω στην πλάτη μου
έγιναν αιτία να φαντασθώ
πως τ’ άδειο ανθοδοχείο πάνω στο τραπέζι
είχε μάτια που με κοιτούσαν επίμονα,
είχε φωνή που με νανούριζε και με ξυπνούσε
μ έναν Έρωτα γεμάτο παπαρούνες στο αδειανό του στόμα.





ΧΩΡΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ


I

Έσφιξα τα χέρια των συγχωριανών μου
− τη μοίρα οργωμένη από τ’ αλέτρι
τον ήλιο και τ’ αγκάθια από τα χερσοχώραφα
και την οργή τους.


II

Ο ουρανός θρυμματισμένος όνειρα
κάπα στην αγρύπνια του βοσκού κι αμίλητη φλογέρα.
Τη νύχτα αυτή όσα τα μάτια τ’ ουρανού
τόσα τα πρόβατα στη γη.


III

Ζέψαν τα βόδια από τις τέσσερις χαράματα
αφού τον αδερφό του ήλιο με την πλούσια κόμη
ξαπλώσανε στον κύκλο του αλωνιού
σπυρί σπυρί κουρσεύοντας το στάρι.


IV

Βάλτους δεν έχουμε δω να κρώζουνε τα νεροπούλια
τα καλοκαίρια δω άνεμος δε βογκάει, τ’ αρνιά
σκαρίζουνε, τα καριοφίλια κοιμούνται.
Πούθε έρχεται κάθε μεσάνυχτα η παιδική φωνή
τρέλα γεμάτη και παράπονο;





ΠΟΙΗΤΗΣ


Τέλειωνε το ποίημα όταν πλησίασα.
(Ήταν αθάνατος ή όχι;)
Του μιλούσα κι αυτός έβλεπε πώς πίνουν νερό τα πουλιά
του μιλούσα κι αυτός έπαιρνε τη σάλπιγγα
             να τραγουδήσει νεκρούς...
Του ’δειχνα τ’ άσπρα μου μαλλιά μ’ αυτός δε φοβόταν
             τον θάνατο,
του ’λεγα να ’ρθει μαζί μου να γελάσει
να χορέψει ή να κλάψει κάτω απ’ τη θλιμμένη βροχή
μ’ αυτός βρήκε βάναυσα τα λόγια μου
κι έφυγε κρύβοντας την παρουσία του στο πλήθος
όπως το λαβωμένο ζώο στο δάσος.





Από τη συλλογή «Πριν από τον θάνατο» (1958), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση, «Μάρκος Μέσκος - Ποιήματα, Μαύρο δάσος Ι»,
εκδ. Γαβριηλίδης 2011.

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Ειρήνη Μπόμπολη, "Εκεί που ο κύκλος"




Ανοιξιάτικο ξύπνημα


Πάλι το ποτάμι
ξύπνησε πρωί.
Κι οι παπαρούνες
στις όχθες του
γκρινιάζουν για φως.
Πάλι το νερό
πενθεί την άνοιξη.
Κατακόκκινο.





Το ξένο Σώμα


Είναι βαρύ. Μολύβι.
Κι ας το κράτησες κάποτε
ψηλά
με το ένα σου δάχτυλο.
Είναι βαρύ σαν το σκοτάδι
πηχτό πικρό και άπονο
το ξένο σώμα.
Σαν το κρατάς λυγίζεις
και κρυώνεις
από τον πάγο της σιωπής.
Κι ας λούστηκες γυμνός
στο φως του, κι ας ζεστάθηκες
στον ήλιο του.
Τώρα σκληρό είναι σαν την πέτρα
κι αρράγιστο
στη θέα των λουλουδιών,
Δεν αγγίζει
Δεν μυρίζει
Δεν βλέπει ούτε ακούει.
Ούτε γεύεται τη σάρκα σου.
Μόνο την ποδοπατεί.

Και δεν σε γνωρίζει.
Ούτε το γνωρίζεις.





Στον κήπο


Το γιασεμί, το αγιόκλημα.
Και το φιλί σου ανέσπερο,
ανάμεσά τους.


                                             21-5-2015





Ανάποδα


Αν κουρδίσω ανάποδα το χρόνο
μπορεί και να σε συναντήσω.
Μπορεί,
τυλίγοντας ξανά το νήμα στο αδράχτι,
και να πέσω πάνω
σε εκείνο το ιδιότροπο, λάγνο
χαμόγελό σου.


                                             21-6-2016




Από τη συλλογή «Εκεί που ο κύκλος», εκδ. Το Δόντι, 2016