Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Αρετή Γκανίδου, "Ορυκτό φως"




Καλόγερος


Καθόταν στο μισοσκόταδο χαμηλοτάβανου κελιού κι άναβαν γύρω του δώδεκα φλόγες σε άφαντα καντήλια (μύριζε η καπνιά τους ψαλμωδία). Ο ήρεμος καλόγερος τακτοποιούσε τις πτυχές του ράσου του, με τα μακριά λευκά του δάχτυλα. Έκλινε το κεφάλι του αριστερά κι ύψωσε θαλασσινό αέρα τη ματιά του. Τι ομορφιά, σκεφτόμουν, και πόσο πένθιμη.
Σβήστηκαν τότε οι δώδεκα προσευχές κι ένιωσα μες στο σκοτάδι πως ήθελα πολύ να πιστέψω.
Μα έξω απ’ το κελί – και στην ψυχή μου – έλαμπε ο ήλιος αδιάντροπος κι ο σκονισμένος δρόμος ανέβαινε στο βουναλάκι με τις οχιές και τα κυπαρίσσια.
Ο αέρας μύριζε ρίγανη και λεβάντα,
τα μελισσάκια προσπερνούσαν τις καυτές πέτρες της άσπρης παραλίας
κι ανέβαιναν,
ολοένα ανέβαιναν,
σαν τη λαχτάρα μου να ζήσω στις αγέννητες λέξεις
διαβάζοντας το δέρμα που γλυκαίνεται στο χρόνο,
πιο πέρα απ’ αμαρτία κι αγιοσύνη. Μεθόρια.



(Από την ενότητα Ορυκτά)





III

Χειμώνας
Μεσάνυχτα τρυφερά.
Το φεγγάρι κοιτούσε χαμηλά, λίγο πιο πάνω απ
 τα φώτα της πόλης. Σιγοέσβησαν στον βραδινό νοτιά οι καληνύχτες και τα γέλια,
αλάφρωσαν τα φιλιά.
Χάθηκαν στο σκοτάδι τα βήματα των φίλων.
Η σάρκα τους άνθιζε πρόθυμη στο στόμα μου.
Ιδού η μετάληψη.



(Από την ενότητα Φιλοξενία)





I

Τραγανίζω την ψίχα από πράξεις κι ανεπαίσθητες χειρονομίες.
Τους άνοιξα το κέλυφος, όπως ανοίγεις το μισογινωμένο αμύγδαλο.
Τρέφομαι με ό,τι κι ο δροσερός αέρας στο νυχτωμένο πέλαγος.



V

Ζώστηκα κατάστηθα σελίδες
που οικοδομούσαν το σύμπαν κι εμένα.
Θριαμβευτικές εικόνες, πρωτοφανείς,
διόρθωναν την ιστορία της Ελλάδας,
καθαγίαζαν τον άνθρωπο

Και μ’ άφησαν με μια καινούργια θλίψη.

Διέσχισα το πένθος μου
με την κορδέλα που έδεσα στα παιδικά μου χρόνια.
Είχαν το πείσμα αιχμηρό κι επίμονα τα όνειρα.



(Από την ενότητα Η μικρή μου βδομάδα)





Απογευματινός καφές - Διοικητήριο


Δίπλα απ’ το φλιτζανάκι του καφέ στο μάρμαρο,
ξεμύτιζαν επίμονα
Πέμπτες υφαντές και Σάββατα λινά,
ξύλινες σκαλιστές αγάπες-τέμπλα
και θηλυκές αιωνόβιες πορσελάνες,
μπλε-γαλάζια φυλλαράκια
κι ένα κόκκινο
βαθύ όσο η επιθυμία μου.
Χέρια χιλιάδες μουρμούριζαν μες στα δικά μου δάχτυλα
κι εκμυστηρεύονταν πως δεν είμαι μονάχη,
αν και δεν είχες φτάσει ακόμα.
Όπως όπως μάζεψα
τους ζωηρούς ψιθύρους σε μια χαρτοπετσέτα.

Τι τα θες;
Ενδοτική ανέκαθεν στη ρέμβη…





Η φωτιά


Ώρες την κοιτούσα και την άκουγα
Με κείνα τα κοφτά της κάπα και τα πι
τα γάργαρά της ρο και τα χρυσά της σίγμα
τ’ αέρινά της φι που τα ’σερνε ένα λάμδα κι ένα ταυ
μες στο λαμπρό κι απόκρημνό της στόμα.
Κρατούσε μακριά τα άγρια ερωτήματα
μόνο τα μάτια τους γυάλιζαν στο σκοτάδι.



(Από την ενότητα Αδέσποτα)





Από τη συλλογή «Ορυκτό φως», Μελάνι 2011.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου