Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ


ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΜΟΥ

Δεν είμαι σίγουρη γι αυτό που θα πω, δηλαδή αν έγινε στ’ αλήθεια ή ήταν επινοημένο από την αφηνιασμένη παιδική μου φαντασία, διογκωμένη από τα αλλόκοτα παραμύθια που μου έλεγε η γιαγιά μου και που ίσως δεν ήταν καθόλου παραμύθια παρά ιστορίες του ταραγμένου μυαλού της, γιατί η γιαγιά είχε χάσει τον παππού μπροστά στα μάτια της με απάνθρωπο τρόπο, που μόνο να τον σκέφτεται κανείς νοιώθει το κεφάλι του να δονείται έτοιμο να εκραγεί.
  Ξερακιανή, με βλέμμα θολωμένο, στόμα σφιχτό ξεραμένο σύκο, φουστάνια μαύρα, λεκιασμένα απ’ τα κεριά, όμως κυρίως η κακία που έβγαινε και φώναζε απ’ όλο της το σώμα, έκανε ακόμα και την μητέρα μου να παραμερίζει όταν περνούσε δίπλα της. Αυτή η κακία εξαφανιζόταν μόλις μ’ έβλεπε, ένα σιρόπι μπαγιάτικο κυλούσε απ’ τα μάτια της, ενώ τα χέρια της τρεμάμενα κλαδιά, απλώνονταν σε μένα για αγκαλιές και σφιξίματα.

Τα σούρτα-φέρτα της στα μνήματα τελείωναν τ’ απογεύματα, γύριζε στο σπίτι με την πανω-φούστα της – φορούσε δυο τρεις φούστες τη μια πάνω στην άλλη – μαζεμένη σε τουρβά, όπου μέσα, κόλλυβα, κουφετάκια ασημένια του πένθους και κόκκινα σπυριά από ρόδι, ήταν έτοιμα για βράσιμο, το περίφημο κολλυβοζούμι, η μόνιμη διατροφή της. Όσα φαγητά και να της έβαζε η μαμά στο τραπέζι, έμεναν άθικτα στο πιάτο.
  Θέλω να τρώω μόνο αυτό που τρων οι πεθαμένοι, της έλεγε, αυτό που τρώει ο πατέρας σου εκεί κάτω.
  Πάλι κλαίς μάνα; Νευρίαζε η μητέρα μου.
  Και ποιόν πειράζω σαν κλαίω, δανεικά τα ’χω τα δάκρυα; Την φωτιά που ’χω στην καρδιά προσπαθώ να σβήσω, να μην κάψει τον κόσμο όλο. Ακούς; Ακούω να λες. Μα δεν ακούς τον χαλασμό της ψυχής μου, πως γκρεμίστηκε δεν ακούς, δεν βλέπεις τον γκρεμό που είμαι γκρεμισμένη. Εσύ θαρρείς πως είσαι άγγελος μα αγγελεύουν άλλοι της είπε κοιτώντας την αυστηρά. Τι με κοιτάς λοξά. Θα σε κουρσέψει κι εσένα ο χρόνος τι θαρρείς. Φαρμάκι είναι η ζωή και γιατρικό δεν έχει. Να ψόφαγες αρνάκι μου να σε ’τρωγα ν’ αγιάσεις. Οι ζωντανοί είναι καλοί μετά θάνατο, να…
   Με την δύση του ήλιου, καθόταν στο έμπα της αυλής, μπάστακας του δρόμου, να κουνάει την μαγκούρα της στα παιδιά που έπαιζαν και φώναζαν τρέχοντας. Αυτοδιορισμένος θυρωρός της ησυχίας. Και γω όταν πια κουραζόμουν απ’ το παιχνίδι κούρνιαζα στην μαυροφόρα αγκαλιά της και μισοκοιμόμουν ακούγοντας τα παραμύθια της.
Μια γειτόνισσα ρωτούσε. Τι κάνεις γιαγιά;
  Ονειρεύομαι σαν το χαϊβάνι, να σαν αυτόν τον σκύλο που λιάζεται εδωνά, τι να κάνω για; Ακούω πότε θ’ ανοίξει η γης να μας πάρει όλους μέσα. Την ξέρεις την Περσεφόνη; Αυτήν, άνοιξε η γης και την πήρε κάτω. Απ’ τα δάκρυα της μάνας της φύτρωσε μια ροδιά εκεί. Δεν ξέρεις πως αυτά τα ρόδια βάζουμε στα κόλλυβα; Τι ξέρεις για; Σκέφτηκε λίγο κι ύστερα… δε σ’ ακούω να μαλώνεις με τον άντρα σου. Πεθαμένοι είστε; Οι ζωντανοί τσακώνονται, μετριούνται. Ο αντικρινός μας είναι ο καθρέφτης μας, τι θαρρείς;
  Ο άντρας μου κανονίζει τα μέτρα μου είπε η γυναίκα κλείνοντας με πάταγο την πόρτα της.
Μπα, και πού έμαθε ο ομορφονιός σου να μετράει; στραβομουτσούνιασε η γιαγιά.
Ένας αξύριστος άντρας, με μαλλιά σαν αγκάθια και μια μύτη που έσκυβε να μυρίσει το μουστάκι του πέρασε σκυφτός.
Βλέπεις αυτόν που περνάει, για δες τον. Είναι ο άγιος Χριστόφορος. Γι αυτό ’ναι έτσι χλωμός και περνά σαν σκιά. Κάνε τον σταυρό σου.
Φοράει γυαλιά ο άγιος Χριστόφορος γιαγιά;
Ε… ναι… συμβαίνει καμιά φορά να ’ναι Τρίτη και συ να νομίζεις πως είναι Κυριακή, είπε κουνώντας το κεφάλι της. Σάμπως υπάρχουν άγιοι σ’ αυτό τον κόσμο θα μου πεις; Και να ’μενε κανένας θα τον κυνηγούσαμε με τις πέτρες.

Ο άνθρωπος έπρεπε να συμβουλεύει τον θεό κι ο θεός ν’ ακούει τις συμβουλές του ανθρώπου. Όπως το ζυμάρι λέει στα χέρια του ανθρώπου, είμαι σφιχτό, αλάφρωσέ με λίγο για ν’ αφρατέψω, και τα χέρια ακούν, τότε το ψωμί γίνεται καλό, καλοφάγωτο. Το ψωμί είναι τόσο ταπεινό που δεν θα πει ποτέ, εγώ ξέρω καλύτερα, ακόμα κι αν είναι μέσα στο στόμα του ανθρώπου, μέσα στο στομάχι και στην κοιλιά του, δεν λέει εγώ σου δίνω ζωή, γι αυτό κι ο άνθρωπος άμα δει ένα κομμάτι ψωμί στο δρόμο σκύβει και το μαζεύει, το φιλάει και το βάζει στην άκρη να μη το πατήσουν. Όταν ο άνθρωπος συμβουλεύει τον θεό, δεν λέει είμαι καλύτερός σου, λέει κάνε με καλύτερο. Μα ο θεός είναι πεισματάρης, θυμώνει και τον κάνει χειρότερο. Το κοτόπουλο λέει στον άνθρωπο, μη με σφάζεις και γω θα σου κάνω αυγά όσο ζω. Όμως ο άνθρωπος δεν νοιάζεται, σφάζει και τρώει το κοτόπουλο. Ξέρει κάτι που δεν ξέρει το κοτόπουλο. Ο άνθρωπος έχει ένα σωρό άλλα κοτόπουλα να του κάνουν αυγά. Έτσι κι ο θεός. Δεν τον νοιάζουν οι συμβουλές του ανθρώπου γιατί έχει ουρές απ’ αυτούς να επαναλαμβάνουν τα λάθη του.

  Κι ύστερα έπιανε το τραγούδι, το μοιρολόγι, τις κατάρες, αυτοί που της χάλασαν τον άντρα να πέσουν κάτω καταγής από σαράντα ύψη κι η γης ξουράφια να γενεί, μαχαίρια να φυτρώσει, να πετσοκόψει τα κορμιά, το αίμα να κυλάει, να βάψει κρύους ποταμούς, τις θάλασσες, τα ψάρια, γιατροί στο προσκεφάλι τους να κόβουν και να ράβουν, και γιατρικό να μη βρεθεί ποτές να τους γιατρέψει… στον κάτω κόσμο που θα παν το αίμα τους να ουρλιάζει…
Όλα τα δημοτικά τραγούδια τα ταίριαζε στο σεβντά της.
  Τέτοια τρελά παραμύθια γεμάτα μίσος αίμα και εκδίκηση δεν νομίζω να άκουσε ποτέ κανένα παιδί. «Το τραγούδι του νεκρού αδερφού» ήτανε το προσφάι στις ιστορίες της γιαγιάς. Το τέλος τους μαύρο και φαρμακερό. Καμιά γλύκα δεν το μαλάκωνε καμιά παρηγοριά. Ακόμα και οι άγγελοί της είχαν μαύρα φτερά και ξερίζωναν τις καρδιές των αμαρτωλών με κοφτερά μαχαίρια.

  Άκου να δεις… Ήτανε μια κόρη άσπρη σαν το γάλα κι όμορφη σαν την Παναγιά. Τα μαλλιά της έφταναν ως τα αστραγάλια της. Την ορέχτηκε ένας Αράπης ως εκεί πάνω. Την άρπαξε μια μέρα που έλουζε στο ποτάμι τα μαλλιά της. Σκοτείνιασε ο ήλιος από το χρυσάφι τους. Την έβαλε στους ώμους του κι έτρεχε σαν τον αέρα στα δάση και στα βουνά κι όσο κι αν παρακαλούσε το κορίτσι δεν σταματούσε μέχρι να φτάσει στη χώρα του, πέρα απ’ τα χιονισμένα σύννεφα. Η κοπέλα διψούσε κι αυτός δεν σταματούσε ούτε για νερό. Το κορίτσι δάγκωσε το λαιμό του και βύζαινε το αίμα για να ξεδιψάσει. Σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες έτρεχε ώσπου έφτασε στο βασίλειό του. Μαύρα κορμιά και κόκαλα ριγμένα πα στην άμμο. Κοράκια κι οχιές μαλώνανε απάνω στις κροκάλες. Τα σκαλοπάτια του παλατιού του πατούσαν στο νερό μιας θάλασσας πράσινης σαν το θειάφι. Γλουγλούκιζε το κύμα κι έλεγε: Τι ωραία μάτια, θα τα βγάλει ο μαύρος, χάντρες για το βραχιόλι του, τι ωραία μαλλιά θα τα πλέξει χαλινάρι για τ’ άλογό του, τι ωραία δαχτυλάκια θα τα κάνει πιρουνάκια του, κι αυτή τη γαλανή καρδιά στο αίμα θα την πνίξει. Έτρεμε το κορίτσι κι έβγαζε φωνή. Σώσε με αϊ Γιώργη μου κι εγώ δε θα σηκώσω μάτι να δω τον κόσμο, μόνο εσένανε. Όταν την κατέβασε απ’ την πλάτη του ο  Μαύρος την άρπαξε απ’ τα μαλλιά και την έσυρε στο κρεβάτι του. Τρία κεφάλια φύτρωσαν και δεκαέξι γλώσσες και πέσανε επάνω της για να την καταφάνε. Τότε ένα αεράκι φύσηξε απ’ τον παράδεισο κι ο αϊ Γιώργης έφτασε καβάλα στ’ άλογό, έριξε τον Μαύρο καταγής τον κάρφωσε με το κοντάρι του και του ξερίζωσε την καρδιά. Το αίμα έτρεχε ποτάμι έβαψε τον ποδόγυρο του φουστανιού της, έβαψε και τη θάλασσα. Η κόρη γονάτισε και ευχαρίστησε τον άγιο. Τα νερά της θάλασσας τραβήχτηκαν το παλάτι του Μαύρου ρουφήχτηκε και μια εκκλησιά εμφανίστηκε. Η κόρη μπήκε να προσκυνήσει, τα ντουβάρια της εκκλησιάς άνοιξαν τότε και την έκλεισαν για πάντα μέσα .

Αμ’ τι θαρρείς, κουνούσε το κεφάλι της, και οι άγιοι θέλουν την πληρωμή τους.
Γιατί γιαγιά τα παραμύθια σου δεν έχουν καλό τέλος;
Γιατί δεν υπάρχει καλό τέλος. Όποιος το λέει είναι ψεύτης. Πώς μπορεί να υπάρχει καλό τέλος αφού όλοι μας θα μπούμε μες στο χώμα!
  Καμιά φορά την έπαιρνε για λίγο ο ύπνος και μόλις ξυπνούσε με σκουντούσε.
  Για πες μου, είμαι πεθαμένη;
  Μια νύχτα μέσα στην παραζάλη της μου ψιθύρισε. Πριν πεθάνω θα στα βγάλω αυτά τα μάτια και θα τα πάρω μαζί μου.
  Αυτό, γιατί όπως έλεγε η μαμά είχα τα μάτια του παππού γι αυτό και μ’ αγαπούσε τόσο. Μόνο εσένα αγαπώ έλεγε, όλος ο κόσμος να καεί, να γκρεμιστεί, να σκάσει και μόνο εσύ μάτια μου να ζήσεις.

Η γιαγιά ήταν πια ανήμπορη, καρφωμένη στο κρεβάτι, μισότυφλη και πιο κακιά από ποτέ. Φοβόμουν να την πλησιάσω μη της έρθει η λωλαμάρα και πραγματοποιήσει την απειλή της. Καθόμουν σε μια ψάθινη καρέκλα μπροστά στο παράθυρο και της έλεγα ποιος περνούσε τι φορούσε και πού κατά την γνώμη μου πήγαινε.
Στο στρώμα τυραγνιέμαι η έρμη. Θαμμένη ζωντανή κείμαι. Ποιος σκιάζει το παράθυρο; Ο χάρος κοντοστέκεται απ’ έξω; Άμα τον δεις μη του πεις τ’ όνομά μου. Αν δεν το ξέρει δεν μπορεί να με φωνάξει να πάω μαζί του.
  Και πως θα τον γνωρίσω γιαγιά; Πώς μοιάζει;
  Είναι ψηλός, κοκαλιάρης, το πρόσωπό του δεν έχει μάτια, να μη βλέπει και λυπάται τον ετοιμοθάνατο, κρατάει στα χέρια του ένα δρεπάνι κοφτερό να σχίσει το σώμα να πάρει την ψυχή.
  Και πως είναι η ψυχή , πονάει όταν βγαίνει;
  Α… η ψυχή είναι κι αυτή τυφλή. Είναι νέα, χέρια πόδια δεν έχει. Μέσα στο σώμα μας κάθεται ακίνητη και δίνει συμβουλές. Έξω κρυώνει, της κόβεται η μιλιά, δεν ξέρει την γλώσσα του έξω, κι ο χάρος την σέρνει απ’ τα μαλλιά, την βάζει στα φτερά του και την παίρνει.
Είναι καλή η ψυχή γιαγιά;
Είναι μια τυφλή που δεν ξέρει που πηγαίνει. Μας σπρώχνει μια από δω και μια από κει. Έτσι στραβή που είναι, θαρρεί πως είναι όμορφη. Δεν βλέπει τις ασχήμιες της μα ούτε τις ομορφιές της. Είναι καλή και στρίγγλα μαζί. Αν είχε χέρια, με το ένα θα χάιδευε και με το άλλο θα έπνιγε.
Τι την θέλει την ψυχή ο χάρος, τι θα την κάνει;
Λένε πως άμα μάσει όλες τις ψυχές των ανθρώπων και δε θα μείνει κανένας ζωντανός, τότε θα τις ενώσει και θα κάνει έναν άνθρωπο, αθάνατο. Μέσα σ’ αυτόν τον άνθρωπο θα ζούμε όλοι εμείς οι πεθαμένοι.

Εδώ και μέρες περνούσε κάτω απ’ το παράθυρο μια μαυροφορεμένη γυναίκα, με το κεφάλι χωμένο μέσα στο μαύρο της τσεμπέρι, κρατώντας ή μάλλον σέρνοντας με το ’να χέρι της ένα αδυνατούλη κοριτσάκι κατάχλωμο και ξεθωριασμένο, σαν ζωγραφιά μισοσβησμένη, και με τ’ άλλο ένα μπουκέτο άσπρα τριαντάφυλλα. Ήτανε φανερό πως πήγαινε στα μνήματα.
Μέρα την μέρα η γυναίκα φαινόταν να συρρικνώνεται σ’ ένα σταφίδιασμα του εαυτού της, κόντυνε, ζάρωσε, έγερνε καθώς περπατούσε, νόμιζες πως από στιγμή σε στιγμή θα πέσει, τα χέρια που κρατούσαν το κοριτσάκι της ξεράδιασαν, ενώ η μικρούλα απεριποίητη με βρώμικα τα ρουχαλάκια της σέρνονταν όλο και πιο βαριά δίπλα της.
Αυτή η γυναίκα δεν θ’ αντέξει, γρήγορα θα πεθάνει, είπε η μητέρα.
  Η γιαγιά ζήτησε να την ανασηκώσω, για να την δει, μα έτσι μισότυφλη που ήταν δεν μπορούσε να την δει απ’ το κρεβάτι της. Μαζί με την μαμά την βάλαμε στην καρέκλα και την στήσαμε μπροστά στο παράθυρο.
Είχε χιονίσει από βραδύς κι ο δρόμος είχε ασπρίσει. Τα βαμμένα με λουλάκι παράθυρα των σπιτιών ήταν κλειστά σαν μελανιασμένα βλέφαρα από το κρύο. Η γυναίκα πέρασε στην ώρα της. Το μαύρο της τσεμπέρι το ’παιρνε ο χιονιάς και το χτυπούσε στο πρόσωπό της. Το κοριτσάκι περπατούσε πλάι της σκυμμένο, κολλούσε πάνω της να μη το πάρει ο αγέρας.
  Αυτηνής της κόψαν τα φτερά και πάει σβαρνώντας, είπε η γιαγιά, και το παιδί, α… τόσο μικρό και να ’ναι πεθαμένο.
Ανατρίχιασα. Τι λες γιαγιά, ποιόν λες πεθαμένο, αυτό είναι ζωντανό.
Είναι πεθαμένο σου λέω, κάτω απ’ το χώμα.
Ας το να ζήσει είπα τρομαγμένη. Φοβόμουν πως μπορούσε η κακία της να το σκοτώσει.
Λέγε εσύ... Βάλε με τώρα να ξαπλώσω κουράστηκα να βλέπω πεθαμένους.

Εκείνη τη νύχτα η γιαγιά ξεψύχησε.
Η μαμά με ξύπνησε κι απαίτησε να μείνω στο ξενύχτι. Τελευταία φορά που την βλέπεις είπε, πρέπει ν’ αντέξεις. Μου έβαλε ένα μαύρο φουστανάκι και μαύρη κορδέλα στα μαλλιά. Καθόμουν σε μια καρέκλα όσο πιο μακριά μπορούσα και κοίταζα τις μύτες των μαύρων παπουτσιών μου κουνώντας τα πόδια μου. Δεν κοιτούσα προς την γιαγιά , αν και την είχαν σκεπασμένη μ’ ένα άσπρο σεντόνι. Φοβόμουν μη δω τον χάρο να κρατάει απ’ τα μαλλιά την ψυχή της. Φαίνεται πως κάποια στιγμή αποκοιμήθηκα, η μητέρα με σήκωσε στην αγκαλιά της, μ’ έβαλε πρόχειρα σ’ ένα χαμηλό μιντέρι σκεπάζοντάς με, με το παλτό της. Με νανούριζαν σαν υπνωτικό οι χαμηλόφωνες προσευχές των γυναικών που ξενυχτούσαν.
Ξύπνησα νοιώθοντας το έντονο κρύο του ξημερώματος να πιρουνιάζει όλο μου το κορμί. Τα πόδια μου κοκαλωμένα, τα χέρια άκαμπτα. Ησυχία καθόταν ολόγυρα, μυρωδιά κεριών ερχόταν μαζί μ’ έναν κρύο αέρα σα να ανάσαινε το χιόνι. Ξυπόλητη πάνω στις ξύλινες σανίδες που τρίζανε συνωμοτικά διέσχισα το μισοσκότεινο χολάκι και μπήκα στο δωμάτιο που είχαν την γιαγιά. Μερικά κεριά κάπνιζαν μισοσβησμένα. Η μαμά ήταν γερμένη και κοιμισμένη στην καρέκλα της και μόνο το γνωστό κοριτσάκι, καθόταν σιωπηλό δίπλα στη γιαγιά. Φορούσε κι αυτό ένα μαύρο φουστανάκι και είχε μαζεμένα τα ποδαράκια του σα να κρύωνε. Μόλις με αντιλήφθηκε σηκώθηκε και ξεσκέπασε το πρόσωπο της γιαγιάς. Γύρισε και με κοίταξε. Το βλέμμα της ήταν θολό σχεδόν άσπρο, όμως θαρρείς και άρπαζε το μυαλό μου, τα πράγματα του σπιτιού, μ’ έναν τρόπο σα να ήτανε δικά της. Υπήρχε κάτι που απορροφούσε κάθε τι που περνούσε από τη σκέψη μου, κάθε τι που ήταν δικό μου και μου το ’παιρνε. Είδα τότε δυο τεράστιες μαύρες φτερούγες να ξεδιπλώνονται από την μικροσκοπική της πλάτη. Σκυμμένη πάνω στην γιαγιά την κάλυπτε με τα μαύρα φτερά της, που τα έβλεπα και τα άκουγα να χτυπούν ανοιγοκλείνοντας σα να θελαν να γκρεμίσουν το σπίτι, ν’ απλώνονται στο δωμάτιο και να το σκοτεινιάζουν. Ένοιωσα την παγωνιά να στερεώνεται πάνω μου σαν πάγος. Μ’ έκλεινε σιγά σιγά, με απομόνωνε σε έναν γυάλινο, άηχο κόσμο.
Η μητέρα ανασήκωσε το κεφάλι της και με κοίταξε. Το πρόσωπο της γιαγιάς ήταν ξεσκέπαστο. Με πλησίασε και μ’ έπιασε απ’ το χέρι, δεν ξημέρωσε ακόμα, είπε, δεν κάνει να είναι ανοιχτή, έλα να την σκεπάσουμε. Μα τα πόδια μου δεν έκαναν βήμα. Η μαμά με σήκωσε στην αγκαλιά της και με πήγε στο μιντέρι. Με σκέπασε και με φίλησε. Είσαι παγωμένη είπε. Θα φέρω κι άλλα σκεπάσματα.

  Η γιαγιά δεν θα ξανάρθει σπίτι. Τα ρούχα της γιαγιάς κρέμονται στην ντουλάπα χωρίς τη γιαγιά. Τ’ αυτιά μου ακούνε την σιωπή της γιαγιάς. Ένα μαύρο δάχτυλο δείχνει το άδειο κάθισμα της. Τ’ απογεύματα θα έρχονται χωρίς την γιαγιά, μόνες τους θα ’ρχονται κι οι ιστορίες της. Θα τρέμω τα βράδια μαζί τους κάτω απ’ τα σκεπάσματα εγώ κι αυτές μόνες μας. Μέσα στο κεφάλι μου οι ιστορίες της χτυπούν τα φτερά τους. Η γιαγιά δεν πήρε μαζί της τις ψυχές τους.

Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΑΒΑΦΗΣ


ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΜΝΗΜΗΣ


Στον Κ. Π. Καβάφη (29 Απριλίου 1863 - 29 Απριλίου 1933) είναι αφιερωμένη η σημερινή μας ανάρτηση, αποτίοντας έτσι έναν μικρό φόρο τιμής στον μεγάλο Αλεξανδρινό ποιητή καθώς σήμερα συμπληρώνονται ακριβώς 150 χρόνια από τη γέννηση και 80 χρόνια από τον θάνατό του. Δεν είμαστε ειδικοί για αναλύσεις και τα τοιαύτα, απλά παραθέτουμε ολίγα, επίκαιρα πιστεύουμε, ποιήματά του.



Η ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ
  
     Την δύσκολη ζωή μου ασφαλή να κάνω
εγώ στην Τράπεζα του Μέλλοντος επάνω
πολύ ολίγα συναλλάγματα θα βγάλλω.

       Κεφάλαια μεγάλ’ αν έχη αμφιβάλλω.
Κι’ άρχισα να φοβούμαι μη στην πρώτη κρίσι
εξαφνικά τας πληρωμάς της σταματήση.

[1897]


ΕΠΙΤΑΦΙΟΝ

Ξένε, παρά τον Γάγγην κείμαι Σάμιος
ανήρ. Επί της τρισβαρβάρου ταύτης γης
έζησα βίον άλγους, μόχθου, κ’ οιμωγής.
Ο τάφος ούτος ο παραποτάμιος


κλείει δεινά πολλά. Πόθος ακήρατος
χρυσού εις εμπορίας μ’ ώθησ’ εναγείς.
Εις ινδικήν ακτήν μ’ έρριψ’ η καταιγίς
και δούλος επωλήθην. Μέχρι γήρατος


κατεκοπίασα, ειργάσθην απνευστί 
φωνής ελλάδος στερηθείς, και των οχθών
μακράν της Σάμου. Όθεν νυν ουδέν φρικτόν


πάσχω, κ’ εις άδην δεν πορεύομαι πενθών.
Εκεί θα είμαι μετά των συμπολιτών.
Και του λοιπού θα ομιλώ ελληνιστί.

[1893]

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ - Η ΠΟΛΙΣ
(απαγγέλλει η Έλλη Λαμπέτη)


ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΑΤΑΙ

Ποσειδωνιάταις τοις εν τω Τυρρηνικώ κόλπω το μεν
εξ αρχής Έλλησιν ούσιν εκβαρβαρώσθαι Τυρρηνοίς ή Ρωμαίοις γεγονόσι
και την τε φωνήν μεταβεβληκέναι, τα τε πολλά των επιτηδευμάτων,
άγειν δε μιαν τινα αυτούς των εορτών των Ελλήνων έτι και νυν,
εν η συνιόντες αναμιμνήσκονται των αρχαίων ονομάτων τε και νομίμων,
απολοφυράμενοι προς αλλήλους και δακρύσαντες απέρχονται

ΑΘΗΝΑΙΟΣ


Την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάται
εξέχασαν τόσους αιώνας ανακατευμένοι
με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι άλλους ξένους.
Το μόνο που τους έμενε προγονικό
ήταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,
με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.
Κ’ είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής
τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,
και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,
που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.
Και πάντα μελαγχολικά τελείων’ η γιορτή τους.
Γιατί θυμούνταν που κι’ αυτοί ήσαν Έλληνες

Ιταλιώται έναν καιρό κι αυτοί·
και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,
να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά
βγαλμένοι 
ω συμφορά! απ’ τον ελληνισμό.

[1906]


ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Ο τελευταίος χρόνος είν’ αυτός. Ο τελευταίος των Γραικών
αυτοκρατόρων είν’ αυτός. Κι’ αλλοίμονον
τι θλιβερά που ομιλούν πλησίον του.
Εν τη απογνώσει του, εν τη οδύνη
ο Κυρ Θεόφιλος Παλαιολόγος
λέγει «Θέλω θανείν μάλλον ή ζην».

Α Κυρ Θεόφιλε Παλαιολόγο
πόσον καϋμό του γένους μας, και πόση εξάντλησι
(πόσην απηύδησιν από αδικίες και κατατρεγμό)
η τραγικές σου πέντε λέξεις περιείχαν.

[1903]


Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ - ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΠΡΩΙΟΥ
(Μουσική Δ. Μούτσης, τραγούδι Χ. Λεττονός)


ΟΠΟΙΟΣ ΑΠΕΤΥΧΕ

Όποιος απέτυχε, όποιος ξεπέσει
τι δύσκολο να μάθη της πενίας
την νέα γλώσσα και τους νέους τρόπους.

Εις τ’ άθλια ξένα σπίτια πώς θα πάη! –
με τι καρδιά θα περπατεί στον δρόμο
κι όταν στην πόρτα εμπρός βρεθεί πού θάβρει
την δύναμι ν’ αγγίξει το κουδούνι.
Για του ψωμιού την ποταπήν ανάγκη
και για την στέγη, πώς θα ευχαριστήση!
Πώς θ’ αντικρύση ταις ματιαίς ταις κρύαις
που θα τον δείχνουνε που είναι βάρος!
Τα χείλη τα υπερήφανα πώς τώρα
θ’ αρχίσουν να ομιλούνε ταπεινά·
και το υψηλό κεφάλι πώς θα σκύψη!
Τα λόγια πώς θ’ ακούση που ξεσκίζουν
τ
 αυτιά με κάθε λέξι – κ’ εν τοσούτω
πρέπει να κάμνης σαν να μην τα νοιώθης
σαν νάσαι απλούς και δεν καταλαμβάνεις.

[1894]
  

Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΥΦΙΛΤΖΟΓΛΟΥ

  ΜΙΣΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ



ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


3.

απ' το ύψος των περιστάσεων
εξαφανίστηκε το ύψος

πλέον έχουμε να κάνουμε
μόνο με περιστάσεις

το κατάλαβαν καλά

 οι εναερίτες
 
               εμφανώς

καψαλισμένοι



14.

αν φερ' ειπείν αν η κακιά στιγμή ήταν
ένας αναπτήρας υγραερίου και έπρεπε
να πας σ' ένα περίπτερο να τον γεμίσεις
και διαπίστωνες έντρομος πως τα πελώρια
βυζιά της περιπτερούς συνέθλιβαν το
Ριζοσπάστη του περασμένου αιώνα
αλλάζοντας σου τη γνώμη για τον
ισπανικό εμφύλιο

θα ανάβες
και αν ναι
θα το μετάνιωνες;



26.

αν ένας νταλικέρης κορνάρει χαιρετώντας
τζιτζίκια και γρύλους μεταφέροντας 300
παλέτες ποιητικού υλικού βόρεια της
Δραμαμίνης μπορεί μπορεί και να τον
απασχολεί η δυαδικότητα της δομής μιας
κοινωνίας ή η έννοια της κοινωνικής
δράσης στη δραματουργική κοινωνιολογία

Σκατά  Λάστιχο

Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΣΑΠΙΔΗΣ


ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ
"ΕΚΣΚΑΦΕΑ ΑΟΡΑΤΩΝ"



ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ

                                                                    Μνήμη θαλασσίας στρατιωτικής
                                                                    άσκησης. Κερδύλια, 1982.

Ακόμα δε λένε να σωπάσουν
χιλιάδες τζιτζίκια στη μνήμη.

Το πρωί με βήμα ως την παραλία και τραγούδι,
ανάβει το παιχνίδι για καλά καταμεσής του ήλιου
μπροστά στον τάφο του άγνωστου σε μας στρατιώτη
που έπαιξε κι εκείνος με τα κύματα της θάλασσας
κι έχασε τη ζωή του σαν σε στοίχημα.

Η μπάλα αλλάζει πόδια και κεφάλια
μέσα στο νερό, αλλά κανείς τον άλλο
να κερδίσει δεν μπορεί σε λάθος γήπεδο
με λανθασμένες εκτιμήσεις.


Ακόμα δε λένε να σωπάσουν
χιλιάδες τζιτζίκια στη μνήμη.

Οι διαταγές των λοχαγών δεν τα τρομάζουν
ούτε οι από τηλεοράσεως ιαχές των Ιταλών
στο τρίτο γκολ επί της πανίσχυρης Βραζιλίας.
Έχουν την ώρα τους αυτά και υπακούν
μόνον στο φως και στο σκοτάδι, όπως
οι παρορμήσεις των ανέστιων ποιητών.

Το βράδυ κάτω από τα ήσυχα πλατάνια
κανένας δεν μπορεί ν’ αποδεχτεί την ήττα του καλύτερου.
Μαύροι από μέσα όλοι μας συμπάσχουμε ολόψυχα
στους από φύσει σκούρους βραζιλιάνους.

Η διαφορά μας, ότι εκείνοι θα το ξεπεράσουν
σε λίγα χρόνια, σ’ άλλη διοργάνωση, ενώ
εμείς θ’ αλλάζουμε στρατόπεδα ευθύνης
πρόωρες ενηλικιώσεις, οικογένειες, καριέρες
πάντα με τις αρβύλες ένα νούμερο στενότερες
στα πόδια, στις μεγάλες αποφάσεις, στ’ απρόβλεπτα
των ημερών, στα χρόνια τα χαμένα.



Ο ΕΚΣΚΑΦΕΑΣ ΤΩΝ ΑΟΡΑΤΩΝ

                                                                    Μπαλάντα ελεεινή των ευτελών
                                                                    ελείψει ευτελέστερων θεμάτων

Όλοι γνωρίζουν  - κι οι σοφολογιότατοι ακόμη -  πως υπάρχουν
πλήθος ανεξήγητων που αφορούν το ουράνιο διάστημα ή
το μεσοδιάστημα  έστω δυο απλών βημάτων. Υπάρχει
ο κόσμος ο μικρός, ο Μέγας, των ελλήνων λυρικών
κι ο νεοσύστατος συγγραφικός θεός των μικρών πραγμάτων.
Στο ίδιο πνεύμα - ποιητική ασυλία - θα υποστηρίξω σθεναρά
ότι, εκτός όλων των άλλων απίστευτων και πιστευτών 
υπάρχει και ο περιβόητος εκσκαφέας των αοράτων.

Αν κρίνουμε από τους διάφανους κρατήρες της σελήνης
ή τους κρατήρες των ηφαιστείων του έρωτος
την τρύπα του όζοντος, τις τρύπες στ’ άδυτα των νοημάτων
απ’ τα κενά της μνήμης, τους βυθούς της μουσικής
τις αχανείς σιωπές των αγαλμάτων…………………………
θα συμπεράνουμε εντελώς διακριτικά κι ευκολονόητα
πως για όλ’ αυτά και άλλα σοβαρότερα ευθύνεται
ο περιβόητος εκσκαφέας των αοράτων.

Φήμη της φήμης, αλλά δίχως διάψευση των υπεροπτικών
ο εκσκαφέας εθεάθη από σμήνη πτερωτών στη θάλασσα.
Την ώρα που ανασυντάσσονται ετούτες οι γραμμές
εκείνος σκάβει στον Ωκεανό του Κάλβου κι άλλων αθανάτων
ενώ τα ψάρια παραδίπλα τρομαγμένα συνωστίζονται
στο φόβο του άγνωστου, στη μοίρα των απανταχού αδυνάτων
αλλά με μάτια όντως ζωηρά και βράγχια κατακόκκινα
όχι σαν τα μπαγιάτικα κάποιων καταστημάτων.



Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή
ΕΚΣΚΑΦΕΑΣ ΑΟΡΑΤΩΝ που θα κυκλοφορήσει το 2013
(Η φωτογραφία είναι του Γ. Κασαπίδη)

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

ΛΕΝΑ ΚΑΛΛΕΡΓΗ

                                        Λένα Καλλέργη, " Ίος"
                                                      
Τέμπερα σε χαρτί του Σπύρου Βασιλείου



                                  Ίος

                               Στα άδεια ενοικιαζόμενα δωμάτια
                               Στις πέργκολες, στις ξαπλώστρες
                               Ερχόταν απ΄το πάντα
                               Με την οργή του χαραγμένη στα ξύλα
                               Που ξέβραζε το πέλαγος
                               Με τις γροθιές του στα παραθυρόφυλλα
                               Και τον ακούσαμε, στήναμε πάντα αφτί
                               Για μακρινά σινιάλα, για σπουδαία μηνύματα
                               Ενώ οι άλλοι
                               Χαλούσαν κόσμο με θαλάσσια σπορ, κι άφηναν
                               Να γίνονται, στο τρομερό του χάδι, τα μαλλιά τους
                               Τζίβες
                               (Τον άφηναν -ανήκουστο!-
                               Να τους αγγίξει)
                               Εμείς όμως ξέραμε για τι ήταν ικανός
                               Και πως εκείνος σμίλεψε το βράχο
                               Σε σχήμα λύκου
                               Και πως εκείνος έσπασε του Ομήρου την ταφόπλακα
                               Και σκόρπισε τις πέτρες που οδηγούσαν στο βωμό του
                               Κι είχαμε ακούσει τα νυχτερινά του σχέδια
                               Που αφορούσαν φοίνικες, ετοιμόρροπους φράχτες, κι όλα σχεδόν
                               Τα σπασμένα χαμόκλαδα
                               Παρά τη νανουριστική λιακάδα, και τις αιώρες
                               Που όλο μαζί του συμφωνούσαν
                               Εμείς τον πόλεμό του ακούσαμε
                               Κι έτοιμοι πάντα για φυγή, ανυπόμονοι
                               Τινάζαμε την άμμο απ' τα ρουθούνια, και τις πεταλίδες
                               Που έρχονταν πάνω μας ξερές, μαζί με τις ιαχές του
                               Από μακριά κι από κοντά, απ' το πάντα
                               Ας ήθελε να μας λυγίσει, το 'νιωθε
                               Πως εμείς μονάχα τον ακούσαμε
                               Κι όρμησε πάνω μας την τελευταία βραδιά
                               Φύσηξε κι έκανε
                               Κουρέλια τη σημαία των διακοπών μας.
 


                                              Όροι αρραβώνα

                               Θέλω ένα δαχτυλίδι από χορτάρι
                               Όταν μαραίνεται να μου φτιάχνεις καινούριο
                               Το καλοκαίρι καίει τους πράσινους χυμούς
                               Να μου φέρνεις ένα κάθε μέρα.
                               Θέλω ένα μαξιλάρι από χαρτί
                               Ν' αποτυπώνονται τα δάκρυά σου
                               Οι κηλίδες της κάθε σου ανάσας
                               Να γράφουν τη νύχτα ιστορίες.
                               Θέλω ένα δέντρο για σπίτι
                               Χωρίς καθιστικό και κουζίνα
                               Στ' άβολα κλαδιά του ν' ακουμπάμε για λίγο
                               Πριν και μετά να πετάμε.
                               Κι ένα φόρεμα θέλω από δρόμο
                               Με σκόνη ταξιδιών να με ντύνει
                               Να γυρνώ στις στροφές του χορεύοντας
                               Κι όταν στέκομαι γυμνή να σε βρίσκω.



                                     Το φύλο μιας μέρας στο τρένο

                               Όμορφος που ήσουν
                               Το πρόσωπό σου μισό ψάρι
                               Μισό φίδι
                               Μισό γύπας που μελαγχολεί
                               Τα μάτια σου ακοίμητες λίμνες
                               Τα χείλη σου διασταύρωση ορτανσίας και νέγρας
                               Τα λόγια σου έξω απ' τα παράθυρα
                               Μάνταλα
                               Τα μαλλιά σου καπνός

                               Ας έπεσα έξω
                               Στην ώρα άφιξης του έρωτα
                               Στις καλές μέρες για απόγονους
                               Και στην τοποθεσία των σταθμών

                               Ξέρω ότι ήσουν love story
                               Γιατί σου έγραψα ποιήματα
                               Κι αναμφίβολα
                               Η Τετάρτη είναι αγόρι.
                           
              
(Από την ποιητική συλλογή της Λένας Καλλέργη "Κήποι στην άμμο", Γαβριηλίδης, 2010)
                                                     

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΟΝΑΣ

"ΕΤΣΙ ΜΑΣ ΘΕΛΟΥΝ ΟΙ ΜΟΥΣΕΣ"



Γράμμα σε ντισκ-τζόκεϋ

Δεν έχω νέα από καιρό
δουλεύω μόνο να ζήσω
διαβάζω τις εφημερίδες
βλέπω τις ειδήσεις
κλεισμένες οι κουρτίνες.
Ζω πληκτικά
μόνο φύλλα δέντρων σείονται
στον ύπνο μου
φωνές παιδιών έξω από το Ζαΐρ
πυροβολισμοί σε αμάχους στην Ρουάντα.
Είδα την δισκοθήκη όπου ιερουργείς
μου μίλησαν για σένα στη Χαλκίδα
δίπλα στις καφετέριες είδα την μορφή σου
τους δίσκους σου τους ξέρω
στους ξέφρενους ρυθμούς σου χόρεψα
μιαν εποχή.
Έξω από το χωριό Αφίδναι
δεν φύεται παρά θάνατος
θα φύγω για να σωθώ. Είχες πει.
Να ζήσω στην σιωπή δεν δύναμαι
Συνήθισα τους εκκωφαντικούς τους ήχους.
Φεύγοντας με το τραίνο το πρωί
μου έδειξαν την ντισκοτέκ «Αυλίδα»,
φτάνει αργά τα βράδυα
συνοδευόμενη από γεωργούς, μηχανικούς
απ’ τα τσιμέντα
ή Ιφιγένεια.
Ζητά στο φουλ τα αιρ κοντίσιον
τα μηχανήματα του ήχου.
Αναζητά μεθυσμένη έναν άνεμο στις βεράντες
να την πάρει για πάντα στην Ταυρίδα.


Από την ποιητική συλλογή
 Κατάστημα Νεωτερισμών
Εκδόσεις Οδός Πανός, 1997



Απουσία

Το θόρυβο της πόρτας που θα κλείνει πίσω σου σαν φύγεις
θα τον σκεπάσει ένα ξαφνικό φρενάρισμα στο δρόμο έξω ή έστω
μια κλήση στο τηλέφωνο στο διπλανό σπίτι.
Έτσι πως έφυγες δε θα καταλάβει μήτε η πόρτα, ανάμεσα της
πέρασες φεύγοντας, μήτε ο ταxυδρόμος την άλλη μέρα είναι βέβαιο
στις 12 το μεσημέρι θα ρίξει το γράμμα στην πόρτα.
Κάθε μέρα
Ένα γράμμα
365 γράμματα
Ο παραλήπτης πάντα εσύ.
Το θόρυβο της πόρτας που θα κλείνει πίσω σου σαν φύγεις
θα τον σκεπάσει η φωνή ενός σκύλου που ουρλιάζει
στην πάρα κάτω γωνία.


Από το βιβλίο Αρχαία Βρέφη (συλλ. Αρνητικά ειδώλων)
εκδ. Άκμων, 1980

ΠΑΥΛΟΣ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ - ΜΑΘΕ ΤΟ ΖΗΤΩ
(Μουσική Γ. Μαρκόπουλος - ποίηση Γ. Χρονάς)


Όχι, δεν πρέπει να συναντηθούμε

Όχι δεν πρέπει, δεν πρέπει να συναντηθούμε
πριν απ’ τη Δύση του ήλιου
στο δάσος με τις άδειες κονσέρβες
απέναντι στη Σαλαμίνα,
στη Βηρυτό και στην Όστια.

Όχι δεν πρέπει, δεν πρέπει να συναντηθούμε
πριν απ’ τη δύση του ήλιου
στην κάμαρα που παίζουν πρέφα
στην κάμαρα που παίζουν τάβλι
για ένα τσιγάρο οι χαμένοι

Όχι δεν πρέπει, δεν πρέπει να συναντηθούμε.
Κι η μάνα μου κι η μάνα σου στα μαύρα
κι ο αδερφός στο υπόγειο
όχι δεν πρέπει, δεν πρέπει να συναντηθούμε
Το πλοίο έφυγε...


Οι στίχοι είναι βασισμένοι στο ομώνυμο ποίημα του Γ. Χρονά
που περιλαμβάνεται στη συλλογή Βιβλίο 1, 1973)

ΝΕΟΙ ΕΠΙΒΑΤΕΣ - ΟΧΙ, ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ
(Μουσική Γ. Μαρκόπουλος - ποίηση Γ. Χρονάς)
(Ακούγεται το ποίημα "Σκηνή της Αφίξεως στη Γένοβα"
του Γ. Χρονά που απαγγέλλει ο Π. Σιδηρόπουλος)


Οι μούσες

Έτσι μας θέλουν οι Μούσες
μόνους με άστοχες κινήσεις
βλέψεις νεκρές
επιθυμίες, βροχές
ομίχλες που δεν μας καλύπτουν
Με καμπαρντίνες παλιές
παλτά που μυρίζουν ναφθαλίνη.
Με περασμένες μουσικές.


Από τον τόμο
 Τα Ποιήματα (1973-2008) Εκδ. Οδός Πανός 2008