Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Κούλα Αδαλόγλου, "Έξοδος"



                      Έξοδος

                      Σκοτεινό φεγγάρι,
                      σκοτεινή η κατάδυσή σου στο βυθό
                      μέχρι πέρα στα νερά του νεκρομαντείου
                      τι να μαρτυρήσουν πια οι νεκροί
                      μπερδεύονται στα φύκια οι ψυχές
                      και το πράσινο αίμα των ψαριών
                      δε μιλάει για τη φωτεινή αντανάκλαση.
                      Φυσαλίδες μικρές ή μεγάλες
                      ανεβαίνουν στη θαμπή επιφάνεια
                      φτάνουν ως το κτίριο του παλιού σχολείου
                      με ορθή απομένουσα μόνη την πρόσοψη
                      και από τα παράθυρα που χάσκουν
                      περνούν σκιές οι ώρες του παρελθόντος χρόνου.

                      Σκοτεινό φεγγάρι
                      τούτη τη νύχτα που αναδύομαι
                      συνόδεψε την κίνησή μου προς την έξοδο
                      μην κοιτάζεις τη φθορά της ύλης μου
                      τόσο φυσική άλλωστε σε στοές νεκρομαντείου,
                      στις υπόγειες ατραπούς του νερού.

                      Έλα εδώ που συμβάλλει ο Αχέροντας
                      με το πρώτο φως της μέρας,
                      εδώ που ανεπαίσθητα γέρνει η ζυγαριά
                      στο μέρος της ζωής.
                      Δες με πώς αφήνομαι
                      στη δίνη αυτού του ρεύματος και ανεβαίνω.
                      Δες με πώς ορθή
                      με τεντωμένο το κεφάλι πίσω
                      με τα ρουθούνια στην αναμονή του αέρα
                      τείνω στην επιφάνεια, βγαίνω.
                      Κι άσε το φως σου να γελάσει, σκοτεινό φεγγάρι.



Συλλογή: «Μαθητεία στην αναμονή», Τα Τραμάκια, 2001
από την «Αφήγηση δεύτερη»

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Βασίλης Δασκαλάκης, "Μεσσαρά"



Μεσσαρά

στον Μανώλη Αντωνογιαννάκη

μνήμη Αυγουστιάτικη
περιδιαβαίνει τα σοκάκια στα Σκούρβουλα
οι κοντυλιές του Λευτέρη στη Γαλιά
το βαθύτατο μπλε στο Αγιοφάραγγο
η συναυλία στο δασάκι του Κούλε
οι φοίνικες στο Μάρτσαλο
η βρύση στο Λίσταρο
ο Ξωπατέρας στην Οδηγήτρια
ο ήλιος
ο ήλιος που δύει στα Καλά Λιμάνια
μια αυλή με γλάστρες στον Κουσέ
η Λαβύρινθος στο Καστέλλι
τα πλατάνια στην Απόλυχνο
η καυτή λάβα του μεσημεριού στις Μοίρες
μια ρακή με ντομάτα στο Αντισκάρι
το καμπαναριό στο Πετροκεφάλι
η μοναξιά της Γοργοεπηκόου...

πώς να μερέψει το μπεγίρι
μες της ζωής το άδειο πανηγύρι
τα γόνατα ακόμη ματωμένα
σφεντόνα η μνήμη που γυρνά
με σέρνει άδειο με ξερνά
στη Σαββατιάτικη αγορά



Από τη συλλογή «Προσομοίωση», Ενδυμίων 2013


Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Νίκος Κυριακίδης, "Δρόμοι με ματωμένα γόνατα"



ΓΩΝΙΕΣ ΚΑΙ ΠΑΥΣΕΙΣ

Πετάει
Με τα ταξίδια στα χέρια
Συντροφιά με το γελάκι της
Διαφανής
-Προσοχή στο στόμα της-
Περίεργα τα δάχτυλά της
Πού και πού αρνιέται να πιστέψει
Ρωτάει συχνά
Τα ίδια πράγματα
Τα πρωινά
Πιστεύει
Τα βράδια
Δυσπιστεί
Κολυμπάει
Για τις ποσότητες
Ντρέπεται
Στα τζάμια γυρνά την πλάτη



Από τη συλλογή «Δρόμοι με ματωμένα γόνατα», ARS POETICA, 2013


Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής

"Δρόμοι με ματωμένα γόνατα" του Νίκου Κυριακίδη

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου στις 19:30

στο κουκλοθέατρο Μαιριβή
Σαχτούρη 4 και Σαρρή στου Ψυρρή.

Για τον ποιητή και το έργο του θα μιλήσουν:

ο Γιώργος Κεντρωτής, ποιητής, μεταφραστής και καθηγητής Θεωρίας της Μετάφρασης στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου

ο Γιώργος Πρίμπας, ποιητής και μεταφραστής

και ο Χρήστος-Αρμάντο Γκέζος, ποιητής.

Ποιήματα του Νίκου Κυριακίδη θα διαβάσει και την συζήτηση θα συντονίσει η ηθοποιός και ποιήτρια Πελαγία Μπότση.

Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Παύλος Παρασκευαΐδης, "Ματθίλδη"



ΜΑΤΘΙΛΔΗ

Η Ματθίλδη μάς έλεγε πάντοτε παράξενες ιστορίες που κανείς δεν τις πίστευε. Ώσπου μια μέρα την περιμέναμε κάτω απ’ το σπίτι της κι αυτή έπεσε απ’ τον 4ο όροφο. Άνοιξε μια ομπρέλα και προσγειώθηκε απαλά απαλά δίπλα μας. Και μετά μας ρώτησε γιατί την κοιτούσαμε απορημένοι. Διότι τα θαύματα συμβαίνουν μεταξύ αθώων της απαντήσαμε. Έκτοτε ταξιδεύαμε πάνω στις ράχες δελφινιών και συχνάζαμε σ’ ένα μπαράκι στο βυθό του Θερμαϊκού όπου σέρβιρε ποτά ένα ευγενικό χταπόδι. Άλλες φορές πάλι μας προσκαλούσε για δείπνο μια αριστοκρατική αγέλη λύκων στο δάσος του Σελίου. Σπανιότερα δε πηγαίναμε τους μικρούς πελεκάνους στις κούνιες στο πάρκο του Φωκά. Κι οι γονείς τους να φέρνουν κύκλους στον αέρα εμποδίζοντας τη βροχή να πέσει. Ο χρόνος κυλούσε υπέροχα μέχρι που η Ματθίλδη μεγάλωσε και παντρεύτηκε. Την ημέρα του γάμου της ένα αόρατο χέρι μάς έσπρωξε στο γκρεμό της καθημερινότητας.


Βέροια Ιανουάριος 2012



Από την ενότητα: Οκτώ κέρινα ποιήματα
ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΠΥΡΗΝΑΣ - ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ, Ενδυμίων 2012
(Προδημοσίευση από τη συλλογή «Μουσείο Κέρινων Ποιημάτων»)


Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Σούλης Λιάκος, "Το σοκ"



ΤΟ ΣΟΚ

Φόβιζε τους ανθρώπους
Μίλα τους για κόλαση
για την Αποκάλυψη
Μίλα τους για αμαρτίες
για πολέμους
Για εγκλήματα μίλα τους
για καταστροφές
Δείξε το αίμα του σκοτωμένου
την άψυχη ματιά του
τον σωλήνα του οξυγόνου

Φόβιζε τους ανθρώπους
και θα σου παραδοθούν



Από την ενότητα: Ο αστρολάβος του Ηράκλειτου
ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΠΥΡΗΝΑΣ - ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ, Ενδυμίων 2012

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, "Τα σπίτια κάποιων ποιητών"


ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΚΑΠΟΙΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

                                                     μνήμη Γιάννη Βαρβέρη

Τα σπίτια κάποιων ποιητών είν’ ακατάστατα
Το πάτωμα σκονισμένο
Αράχνες στο ταβάνι
Στοίβες πιάτα στο νεροχύτη

Είναι γιατί συνήθως λείπουνε
Σε σαφάρι λέξεων:
Στο Τότε και στο Τώρα

Στη Σμύρνη ή στο Μιστρά
Στην Κόλαση ή στον Παράδεισο
Στη Χαρά και στη Λύπη

Οπόταν επιστρέφουν δεν έχουν πολύ χρόνο
Συγυρίζοντας ακόμη, εμπνέονται κι εργάζονται καταρρακωμένοι
Ξεπλένοντας ένα κουταλάκι λάμπει το σιρόπι της νεκρής μητέρας
Ξεπλένοντας ένα πιάτο ανασταίνεται το δείπνο ενός χωρισμού



Από την ενότητα: Το ακρόπρωρο της «Ερατώς»
ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΠΥΡΗΝΑΣ - ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ, Ενδυμίων 2012

Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

Γιάννης Βαρβέρης, "Κόψε"


                                                      
                     Οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να κερδίσουν
                     πολλά χρήματα με μικρό κεφάλαιο. Χρήματα
                     στη χαρτοπαιξία κάθε είδους, κερδίζονται γενι-
                     κά μόνον με μεγάλο κεφάλαιο, και σίγουρα με
                     κεφάλαιο (ίσως και ψυχολογικό) μεγαλύτερο από
                     εκείνο των συμπαικτών μας.

                                           -----------------------------

                    Ευγενικά αρνηθείτε τις προτεινόμενες παρατά-
                    σεις του παιχνιδιού. Οι παρατάσεις συνήθως ευ-
                    νοούν τους κακούς παίκτες. Η παράταση του κα-
                    λού παίκτη είναι η επόμενη συνάντηση.
                                      
                                           -----------------------------

                    Όταν πηγαίνετε για παιχνίδι, φοράτε κατά προτί-
                    μηση σκούρα χρώματα. Αναστέλλουν τον αυθορ-
                    μητισμό σας και σας θωρακίζουν απέναντι στην
                    ψυχολογική διείσδυση των άλλων. Γενικά, είστε
                    ασφαλέστεροι.

                                           -----------------------------

                    Μη σχολιάζετε, ιδίως αρνητικά, το παίξιμο των
                    άλλων. Αν είστε βέβαιος πως ένας παίκτης σε μια
                    συγκεκριμένη περίπτωση δεν έπαιξε σωστά, για
                    σας αποτελεί όπλο το να μην το μάθει, ει δυνα-
                    τόν, ποτέ, ή έστω να το μάθει όσο γίνεται αργό-
                    τερα. Μέχρι τότε η άγνοιά του θα έχει μεταφρα-
                    στεί σε παράταση της δικής σας υπεροχής. Και,
                    βέβαια, σε χρήμα.

                                           -----------------------------

                    Στο νέο παιχνίδι επανέρχεστε πάντοτε με την ψυ-
                    χολογία της πρώτης φοράς. Τα ενδεχομένως θετι-
                    κά αποτελέσματα που προηγήθηκαν με την ίδια
                    σύνθεση συμπαικτών δεν πρέπει με κανένα τρόπο
                    να σας επηρεάζουν και να σας καθιστούν άσοφα
                    γενναιόδωρους. Ό,τι έχασαν το έχασαν και ό,τι
                    κερδίσατε το έχετε ξεχάσει. Ξαναπαίζετε για να
                    ξανακερδίσετε ή μάλλον για να κερδίσετε χωρίς να
                    σκέπτεστε ότι κερδίσατε την ή τις προηγούμενες
                    φορές, κάτι που έστω και έμμεσα θα προσπαθούν
                    να σας υπενθυμίσουν δημιουργώντας σας πλέγμα-
                    τα "ενοχής" ή "υποχρεώσεων". Μην υποκύπτετε
                    ποτέ σε τέτοιου είδους ψυχολογικό πόλεμο. Θα εί-
                    ναι η αρχή της καταστροφής σας. Είναι προτιμό-
                    τερο να γίνετε ελαφρώς αντιπαθής παρά να "που-
                    λήσετε" χρήματα. Αν κάποτε σας αποκλείσουν
                    επειδή δεν δείξατε "καλή συμπεριφορά", να ξέρετε
                    ότι: α) αυτό σημαίνει πως τελείωσε ο κύκλος σας
                    με τους συγκεκριμένους συμπαίκτες, β) πάντα
                    μπορείτε να βρείτε άλλα καρέ, γ) πρέπει να είστε
                    υπερήφανος επειδή, υπό τις δεδομένες συνθήκες,
                    εξαντλήσατε τα περιθώρια του κέρδους -αν όντως
                    τα εξαντλήσατε.

                                           -----------------------------

                    Το πόσο χάσατε ή το πόσο κερδίσατε είναι ασφα-
                    λώς ατομική σας υπόθεση. Ο γενικός κανόνας
                    λέει ότι, με διάφορους τρόπους, πρέπει να μεγεθύ-
                    νετε τις εντυπώσεις των απωλειών σας στους άλ-
                    λους και να σμικρύνετε τις εντυπώσεις περί τα
                    κέρδη σας. Γενικά, μην προκαλείτε. Ωστόσο, οι
                    περισσότεροι παίκτες, ακόμα και οι πολύ καλοί,
                    εκτρέφουν έναν ακατανίκητο λεονταρισμό που
                    συνοδεύει το ευτυχές αποτέλεσμα. Βρείτε ένα, και
                    πολύ αφοσιωμένο σας, πρόσωπο, ως αποδέκτη
                    αυτής της ψυχολογικά κατανοητής ανακοινωτι-
                    κής ανάγκης. Προσέξτε όμως: στο πρόσωπο αυτό
                    θα πρέπει να εκμυστηρεύεστε με ακρίβεια και τις
                    αρνητικές εκβάσεις· μόνον έτσι λειτουργεί αυτό
                    το περίεργο σύστημα "εναπόθεσης κλέους".
                       Εννοείται βέβαια ότι το πρόσωπο αυτό πιθα-
                    νόν να διεκδικεί, ως εκ της εγγύτητός σας μαζί
                    του, ένα μικρό μερίδιο από τα τυχόντα κέρδη σας.
                    Μην το αρνηθείτε. Θα έχετε "πληρώσει" σε πολύ
                    καλή τιμή κάποιες εξαιρετικές, όσο δεν το φαντα-
                    ζεστε, υπηρεσίες που θα σας βοηθήσουν ανυπολό-
                    γιστα στις επόμενες χαρτοπαικτικές σας συνα-
                    ντήσεις.

                                           -----------------------------

                    Για την μπλόφα θα μπορούσε να γραφτεί τόμος
                    ολόκληρος.
                       Γενική αλήθεια: συνηθέστατα οι αντίπαλοι εί-
                    ναι πραγματικοί, φέρουν δε και αυτοί όπλα.
                    Οφείλουμε να είμαστε πολύ φειδωλοί ως προς
                    την συγκεκριμένη τεχνική. Με την μπλόφα ου-
                    σιαστικά ζητάμε χρήματα που δεν μας ανήκουν.
                    Ο αντίπαλος θα μας τα παραχωρήσει μόνον εάν
                    είναι σοβαρά "καταπονημένος". Η μπλόφα πρέ-
                    πει να απευθύνεται όχι τόσο στο αδύνατο φύλλο
                    των συμπαικτών μας όσο στο περιστασιακά ασθε-
                    νικό θυμικό τους.

                                           -----------------------------

                    Το αλκοόλ είναι γενικά κακός σύμβουλος του
                   καλού παίκτη. Σε μικρή ποσότητα μπορεί να σε
                   φέρει σε κατάσταση ευφορίας και "έμπνευσης",
                   σε μεγαλύτερη προκαλεί υπεραισιοδοξία, υπερτί-
                   μηση της δικής μας θέσης στην παρτίδα και υπο-
                   τίμηση της θέσης των άλλων. Δεν είναι τυχαίο
                   ότι στις λέσχες και στα καζίνο τα αλκοολούχα
                   προσφέρονται δωρεάν.

                                           -----------------------------

                   Αποφεύγετε, κατά το δυνατόν, τις χαρτοπαιξίες
                   των εορτών: α) εκεί παίζουν "για το καλό" ενώ
                   εσείς όχι, β) συχνά σ' αυτές τις συνάξεις μπορεί να
                   χάσετε χρήματα από περιστασιακούς εορταστές
                   (τους λεγόμενους "αλεξιπτωτιστές"), χρήματα
                   τα οποία δεν θα ξαναδείτε ποτέ.

                                           -----------------------------

                   Οι άνδρες παίκτες καλά θα κάνουν να αποφεύ-
                   γουν ως συμπαίκτριες τις γυναίκες, ιδίως δε τις
                   νέες. Η παρεμβολή, έστω και εντελώς επιφανεια-
                   κή, του ερωτικού στοιχείου, αποβαίνει σχεδόν
                   πάντα υπέρ των γυναικών και κατά του καλού
                   παίκτη.

                                           -----------------------------

                   Συνθήκες και ηλικία σταδιακά σε απομακρύνουν
                   από τη χαρτοπαιξία, ή τουλάχιστον πρέπει.
                   Όπως και να 'ναι, μετά την ωριμότητα και την
                   υψηλότερη απόδοσή του, ο καλός παίκτης υπο-
                   χωρεί, "μαλακώνει", "εκθηλύνεται". Μόνον τότε
                   αποκτά, όχι τη γνώση την οποίαν ήδη διαθέτει,
                   αλλά την αποστασιοποιημένη ψυχραιμία για να
                   μιλήσει περί τα χαρτοπαικτικά θέματα. Κάπως
                   έτσι λοιπόν και γράφτηκε αυτό το ατέλειωτο (in
                   aeternum) βιβλίο.

             
(Αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιάννη Βαρβέρη "Κόψε", Εκδόσεις Ερατώ)

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Στρατής Πασχάλης, "Νεκρή φύση με απομεινάρια του Μυστικού Δείπνου"



ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ ΜΕ ΑΠΟΜΕΙΝΑΡΙΑ ΤΟΥ ΜΥΣΤΙΚΟΥ ΔΕΙΠΝΟΥ

Λεκέδες απ’ το κρασί που έσταξε
και σκορπισμένα ψίχουλα στο υφαντό τραπεζομάντιλο
λείψανα δείπνου παράξενης βραδιάς
κι ένα φλουρί χαμένο απ’ το πουγκί
του Ιούδα, που έλαμψε όταν φώτισε η σελήνη
το ανοιχτό παράθυρο,
άστρο στο πάτωμα…



Από τη συλλογή «Εποχή Παραδείσου», Γαβριηλίδης, Αθήνα 2008

Το ποίημα μάς το πρότεινε ο Παύλος Παρασκευαΐδης.
Η εικόνα βασίζεται σε μια λεπτομέρεια του πίνακα: "Ultima Cena" του Jacopo Bassano.

Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Γιώργος Κασαπίδης, "Δύο ποιήματα"



ΣΤΟ ΕΛΕΟΣ ΤΗΣ ΒΑΡΥΤΗΤΑΣ

                                                         Στον Γρηγόρη Πεντζίκη

Μια παγωνιά του Μάρτη αρκεί, ένας
βοριάς δαιμονισμένος, για ν’ αποκοπούν
τα πρώιμα άνθη της μηλιάς. Άκαρπες πλέον
όλες οι ελπίδες στης βαρύτητας τα βάραθρα,
αλεξιπτωτιστές δίχως κανένα προορισμό στο χώμα.

Κανείς εδώ πηδώντας στο κενό δεν σώζεται.
Το λευκό δεν θέλγει ως χρώμα υπερέχοντος Παραδείσου
κι είναι παράξενη δυσαρμονία εν τέλει
τα ίδια τα άνθη να στολίζουν το χαμό τους
στα νεκροκρέβατα της σήψης, στ’ απρόσιτα της σκέψης

εκείνου που συστήνεται των πάντων τιμητής
κι αλλάζει στις κενές σελίδες κάθε βράδυ
τους σκόρπιους στίχους όπως τα πουκάμισα
κι ήδη παρέκαμψε τα πάθη της μηλιάς
χάριν καινούριας αφορμής.



ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΟΛΑ

Γιατί ο Ταρκόφσκι, οι αδερφοί Ταβιάνι…
κι αναμφίβολα ο Φελίνι, αποκαλέστηκαν
κατά καιρούς, δικαίως, της εικόνας ποιητές
αλλά κι ο τσέχος Sudek ή ο έλληνας Μπαλάφας
φέρουν τον ίδιο εύσημο τίτλο στην καθ’ όλα
αυθεντική του ωραίου τέχνη της φωτογραφίας;

Ακόμα κι όταν στο λαϊκότερο των αθλημάτων
θέλοντας οι εκφωνητές να υμνήσουν με μια λέξη
το ωραιότερο των ωραιότερων, γιατί επινοούν
την πιο ιδανική για την περίσταση έκφραση
αποκαλώντας το αριστοτεχνικότερο όλων
εύστοχο χτύπημα στα δίχτυα, ως γκολ - ποίημα;

Οι περισσότεροι μαντεύουν προφανώς το λόγο
– ακόμη κι όσοι δεν ευτύχησαν ποτέ
να εντρυφήσουν στα ενδότερα των στίχων –
μα θα το επαναλάβω εκ νέου εκτός του τίτλου
όσο πιο πειστικά πεζολογώντας δύναται να γίνει:
« Γιατί, το ποίημα είναι πάνω από όλα ».



Από την ανέκδοτη συλλογή ΕΚΣΚΑΦΕΑΣ ΑΟΡΑΤΩΝ

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, "Δύσκολο μάθημα"



ΔΥΣΚΟΛΟ ΜΑΘΗΜΑ

Μας σκάβουν σαν τα βουνά

Και το μάρμαρο
ως πότε
θα υπάρχει;
Ως πότε θ αντιμάχεται
την ειρωνεία;

Φυσάει απόψε όπως
τις νύχτες σου
στα βάθη τού Γκράν
της Παρθίας
των Κουάδων
τόσα που δε θέλεις
ωστόσο
στήνεις τη σκηνή σου
ανάβεις το λυχνάρι
ευλαβικά
στο δαίμονα

Βλέπεις
(άρρωστος
μ αφρούς στο στόμα
και την τύχη να σε θέλγει
ακατανίκητη)
τα μάτια
της Ναστάσια Φιλίπποβνα

Και γράφεις




Από τη συλλογή "Μονή φλόγα", Πλανόδιον 2001

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Λευτέρης Πούλιος, "Το πουλί-προφήτης"




Η κουκουβάγια πουλί συλλογισμένο
στον κίονα της Ακρόπολης πάνω.
Αποθεμένη φωνή πάνω στο θάνατο,
όταν μιλούσε στην Αθηνά·
και παροτρύνει στη μελέτη.
Ερευνητής των απόκρυφων πραγμάτων
της βασίλισσας άγνοιάς μας.



Από τη συλλογή «ΜΩΣΑΪΚΟ», ΚΕΔΡΟΣ 2001

Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Λούμπεν καφενείο"



Λούμπεν καφενείο

Η θάλασσα ήσυχη κι αυτό το βράδυ
λιγοστά όπως πάντα τα πλοία
αλλά όμορφα
κοντά και μακριά από το φωτισμένο λιμάνι
το βαποράκι που διασχίζει τον Θερμαϊκό
και το φέρυ μπωτ που ξεκινάει
για Κρήτη
ενώ στο βάθος προβάλλουν στην
αντικρινή μεριά του λιμανιού
τα φώτα του λούνα παρκ
εκεί όπου πάντα τριγυρνά η σκέψη μου
κι η αδυναμία μου να
βολτάρω προς τα εκεί
σ εκείνα τα παραλιακά κέντρα
με την πολυτελή διαρρύθμιση
καλοκαίρι
και τα γλυκά ζευγάρια,
τα έχω εντυπώσει καλά αυτά τα μέρη
αλλά τι να το κάνεις
όταν δεν έχεις ταίρι
για να πας εκεί
εκεί που είναι ιδανικά
για τις ωραίες εκμυστηρεύσεις
θέλει πολλές δυνάμεις για να συχνάζεις μόνος
προς τα εκεί πέρα
ενώ αυτό το λούμπεν καφενείο
όπου κάθομαι
τρισάθλιο μέσα σε ξεπεσμένους ναυτικούς
παραμορφωμένους ζητιάνους
πολιτικάντες φοιτητές και χαρτοπαίκτες γέρους
αυτό το λούμπεν καφενείο
μου αρκεί για να περάσω την ώρα μου
αυτό το βράδυ.



Από τη συλλογή «Η Αγρότισσα και άλλα ποιήματα», Βαλεντίνη 1992

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

Γιώργος Ν. Σιώμος, "Ο κορυδαλλός"



Ο ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ

Από το Φλεβάρη που απολύθηκα από το στρατό, με μια βαλίτσα στο χέρι, ψάχνοντας για δουλειά, κινούμαι στον άξονα Λόχμη-Γρεβενά-Θεσσαλονίκη. Ήρθα χτες βράδυ από την Θεσσαλονίκη, να πάρω τα χαρτιά μου και να φύγω. Πίνω καφέ τώρα με τους γονείς μου κι ετοιμάζομαι να πάω με τα πόδια στις Αμυγδαλιές, να προλάβω το λεωφορείο για τα Γρεβενά κι από εκεί με άλλο για την Αθήνα. Σε δυο μέρες πρέπει να είμαι στο Αλουμίνιον της Ελλάδος, στην Πεσινέ, στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας. Με έχουν καλέσει για συνέντευξη και οι πιθανότητες για δουλειά, πάνω στην ειδικότητά μου, είναι μεγάλες. Εκεί πάνω στους αποχαιρετισμούς, «κι ώρα καλή πιδί μ’», εμφανίζονται τρεις χωριανοί μου, αλαφιασμένοι.
– Πού πας ρα; Δε βλέπς τι γιένιτι; Δεν έχουμι εργάτις. Τα μισάνυχτα μπίτσι ου μπέης του θέρου, ήρθι η σειρά μας. Οι χαμάλδις που έρουνταν τ’ άλλα χρόνια δε θα ’ρθουν φέτου. Είμιστι τρεις κι θέλουμι ακόμα έναν. Άμα φυγς, μας έκαψις.
Κάθονταν σε αναμμένα κάρβουνα.
– Άιντι, άιντι πιε τουν καφέ, σβιντάνιαξτουν μία να πάει κατ’, άλλαξι ρούχα κι έλα. Μη χασουμιράς ντιπ.
«Αμάν!»
Τους έβγαλα ως το δρόμο με την ελπίδα να βρουν κάποιον άλλον στη θέση μου και να μ’ αφήσουν ήσυχο, αλλά μπα, είναι ανένδοτοι. Με το δίκιο τους, βέβαια, αλλά να, άμα ψάχνεις έξι μήνες για δουλειά, βλέπεις φως από μια χαραμάδα και σου την κλείνουν, είσαι σαν λαγός πιασμένος στη θηλιά. Καθώς τους υποσχέθηκα, με βαριά καρδιά «εντάξει», κι απομακρύνθηκαν, είδα απέναντι τον Ψηλέα, έξω από το σπίτι του με το ράδιο στα χέρια όπως πάντα, να με χαιρετάει. Ανταπέδωσα το χαιρετισμό και μπήκα μέσα να αλλάξω ρούχα, να βάλω της δουλειάς και να πάω να τους βρω.
«Αυτό μου έλειπε τώρα. Χαμάλης και μάλιστα, άμισθος! Τι δεν έφευγα πρωί πρωί; Την πάτησα!»
Πέρασα από το σπίτι της Ολυμπιάδας, που έχει εγκαταστήσει ο ΟΤΕ το μοναδικό τηλέφωνο στο χωριό, έστειλα ένα τηλεγράφημα με χίλιες δυο δυσκολίες στην εταιρία ότι «αδυνατώ να παραβρεθώ στην προγραμματισμένη συνέντευξη· μήπως θα μπορούσα να έρθω σε δέκα δεκαπέντε μέρες;» –σιγά μη με ξαναφωνάξουν, το χαβά μου έχουν;– και πήγα να ενσωματωθώ στους αγριεμένους.

Ανεβήκαμε στο τρακτέρ, πήγαμε στο χωράφι που θέριζε η κομπίνα κι αρχίσαμε τη δουλειά. Έσκυψα, λύγισα τα γόνατά μου, ίσιωσα την πλάτη μου, κι απόθεσαν οι δυο ευκαιριακοί σύντροφοι και χωριανοί μου το σακί με το σιτάρι που ήταν στην καλαμιά, ριγμένο από τον εργάτη που τα έδενε ένα ένα πάνω στην κομπίνα και τα τσουλούσε κάτω, μέσα  από ένα κεκλιμένο λούκι. Ανασηκώθηκα βαστώντας το με τις παλάμες μου από τις δυο κάτω άκρες του, προχώρησα προς το μαδέρι που ένωνε το έδαφος με την καρότσα του τρακτέρ, κι άρχισα να το ανεβαίνω προσεχτικά, σαν σκαθάρι ή μυρμήγκι που κουβαλάει πολλαπλάσιο από το βάρος του. Ανέβηκα στην καρότσα και το έριξα στο σιδερένιο πάτωμα. Το ίδιο κάνανε και οι άλλοι, εναλλάσσοντας τους ρόλους σιωπηρά κάθε τόσο, μέχρι που γεμίσαμε την καρότσα.
Ανεβήκαμε κι οι τέσσερις, άλλος στις θέσεις κοντά στον οδηγό κι άλλος στην καρότσα πάνω στα τσουβάλια, και πήραμε το δρόμο για το σπίτι του νοικοκύρη. Φάγαμε σκόνη με το τσουβάλι, μας βάρεσε ο καυτός ήλιος στο δοξαπατρί, κάναμε όμως το τσιγάρο μας και πήραμε μια ανάσα μέχρι που φτάσαμε. Σταμάτησε το τρακτέρ στην πιο βολική για το ξεφόρτωμα θέση, κατεβήκαμε οι τρεις κι ο τέταρτος έμεινε στην καρότσα να σέρνει τα σακιά ένα ένα. Πλησίασα στο σακί που μου ετοίμασε αυτός της καρότσας, το έσυρε προς το μέρος μου, το φορτώθηκα στην πλάτη μου, το κράτησα γερά και προχώρησα προς το κατώι που υπέδειξε ο νοικοκύρης. Έγειρα ελαφρώς μπροστά, έλυσε κάποιος το σχοινί στην κορυφή του σακιού, του έδωσα μια ώθηση από κάτω κι άρχισε το στάρι να χύνεται μαζί με τις σκόνες του πάνω και δεξιά από τον σβέρκο μου στο πάτωμα ή σε άλλο σακί.

Το μεσημέρι, κάναμε ένα διάλειμμα και πήγαμε ο καθένας στο σπίτι του για φαΐ και λίγη ξεκούραση. Ξάπλωσα στο κρεβάτι, στο μεσιανό δωμάτιο, δίπλα από το ανοιχτό παράθυρο. Φυσούσε δροσερός ο αέρας από το βορρά και μου έπαιρνε την κούραση και το θυμό για την ατυχία που με βρήκε. Ένα τζαμάκι ήταν σπασμένο σε μιαν άκρη του κι είχαν βάλει οι δικοί μου πρόχειρα μέχρι να το αλλάξουν, ένα φύλλο από περιοδικό. Διάβασα:

Έγκλειστος στα κράσπεδα των οδών
εκτινάσσομαι πίδακας
στην αιφνίδια πρώτη ματιά
πέφτω μαραμένο φύλλο

Την πρώτη λέξη «έγκλειστος» την ένιωσα στο πετσί μου και μέχρι μέσα στο μεδούλι.
Άνοιξα ένα βιβλίο, να ξεφύγω κάπως, έπεσα πάνω στο Λάθος, αλλά κι αυτό επέτεινε τα αισθήματα εγκλεισμού καθώς περιέγραφε μια ατμόσφαιρα ασφυξίας και μου επανέφερε στην πραγματικότητα που, όπως συχνά λένε, ξεπερνάει κάθε φαντασία.
Από τις 25 του περασμένου Νοέμβρη, μια εβδομάδα μετά τα γεγονότα στο Πολυτεχνείο, που κάποιοι αόρατοι κι ετοιμόρροποι πήραν τα ηνία της χώρας χωρίς να ρωτήσουν κανέναν, πιο ατζαμήδες από τους προηγούμενους, «τώρα θα κάνουν την γκάφα, ύστερα θα την κάνουν», διαχέονταν στην ατμόσφαιρα η ανασφάλεια και περιμέναμε να συμβεί το μοιραίο από στιγμή σε στιγμή. Όπως φοβάσαι, όταν επιβαίνεις σε αυτοκίνητο που οδηγεί αδαής, ή όπως τρέμεις όταν το μικρό σου διασχίζει δρόμο που περνούν αυτοκίνητα, δίχως να κοιτάει δεξιά αριστερά.

Συνεχίσαμε τη δουλειά μας μετά από καμιά ώρα στον ίδιο χαβά. Όταν ανέβαινα φορτωμένος το μαδέρι που παλαντζάριζε σε κάθε πάτημα πέρα δώθε, «τώρα θα πέσ’ ύστερα θα πέσ’», θυμόμουν τον χαμάλη, πριν ένα δυο χρόνια που έπεσε μαζί με το σακί των εκατό κιλών και το μαδέρι.
«Δεν πάτσις καλά» του έλεγε ο τρακτερτζής, ενώ αυτός σφάδαζε από τον πόνο και του είχε κοπεί η ανάσα. Τον κατέβασαν στο νοσοκομείο κι ούτε έμαθα ποτέ τι απέγινε.
Γεμίσαμε κι αυτήν την καρότσα και πήγαμε στο σπίτι να ξεφορτώσουμε, όπου η φιλόξενη νοικοκυρά μάς κέρασε καφέδες με μια πνιγμένη μύγα στον δικό μου, που στάθηκε στον ουρανίσκο· να ξερνάς, να φτύνεις και να ξαναξερνάς.
Πέρασαν άλλες δυο μέρες, φορτώνοντας και ξεφορτώνοντας, κι άρχισα να το παίρνω απόφαση, αφού δεν ερχόταν άλλος στη θέση μου, ότι έχασα την ευκαιρία για μια καλή δουλειά κι ότι θα έμενα στη φάκα για καμιά δεκαπενταριά μέρες τουλάχιστον ακόμα. Εγκλωβισμένος εδώ πέρα, έγκλειστος, έχω παγιδευτεί και δεν ξέρω πώς θα ξεμπλέξω. Άλλες είναι οι έγνοιες και οι προτεραιότητές μου.
Έσπασαν τελικά το σχοινί που ισορροπούσαν οι ετοιμόρροποι, την ώρα που είχαν πάρει τα μυαλά τους αέρα, κι έστειλαν στρατό να χτυπήσει τον Μακάριο στο προεδρικό του μέγαρο. Έβαλαν άλλον στη θέση του, κι άνοιξαν την πόρτα της Κύπρου στους Τούρκους, που περίμεναν υπομονετικά χρόνια και χρόνια –σαν τον δεινό σκακιστή που περιμένει το λάθος του αντιπάλου για να τον φλομώσει στις κατραπακιές–, ποιος καλός άνθρωπος θα τους βοηθήσει να πάρουν τουλάχιστον το μισό νησί.

Πέρασαν ακόμα πέντε μέρες, περιμένοντας τα χειρότερα από μέρα σε μέρα, με τα σακιά των εκατό κιλών να ανεβοκατεβαίνουν στην καμπούρα μου ασταμάτητα. Του προφήτου Ηλιού, γράφει το ημερολόγιο με τα στιχάκια στο πίσω μέρος, που κρατάει με σχολαστικότητα ο πατέρας. Γιορτάζουν οι βουνοκορφές. Ο ήλιος καίει. Κοντεύαμε να γεμίσουμε την καρότσα, στο βακούφκο, κοντά στα νεκροταφεία, στον Αϊ-Nικόλα, όταν ήρθε ο Ψηλέας και μας ανακοίνωσε τα μαντάτα, που άκουσε από το ραδιόφωνο: «Μπήκαν οι Τούρκοι στην Κύπρο. Κηρύχτηκε επιστράτευση».
Πέντε μέρες χρειάστηκαν οι παίκτες από πέρα, που το δώρο τους αμέσως δεν το πήραν, κράτησαν το μυαλό τους καθαρό και την καρδιά τους κρύα, στο τέλος να χαρούν τη νίκη, κοσκίνισαν τα δεδομένα κι ύστερα όρμησαν σαν όρνια αρπακτικά.
Ανεβήκαμε στο τρακτέρ, πήγαμε στον δικαιούχο του σιταριού και ξεφορτώσαμε. Πέρασα από το σπίτι, έριξα πάνω μου δυο καθαρά ρούχα κι έφυγα για τη μονάδα μου. Ανηφορίζοντας στην πλαγιά, λίγο πιο πάνω από το λάκκο με τα τζίνια, προς τις Αμυγδαλιές, λίγο πιο κάτω από την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, σηκώθηκε ένα αεράκι μέσα μου, μια απρόσμενη χαρά, σαν να ήθελα να πετάξω. Έβγαλα μια φωνή και στάθηκα, μονάχα για μια στιγμή, κρατώντας την ανάσα μου, να ακούσω τον αντίλαλο απ’ τα λακκώματα. Λάκισα όπως κορυδαλλός όταν ψηλά πετά.


                                                                                  16/3/2010
                                                                              Γιώργος Σιώμος


Από τη συλλογή διηγημάτων του Γιώργου Σιώμου, "Ο κορυδαλλός",
εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, 2012