Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

Τάσος Φάλκος, "Σχεδιάσματα με φως"




Του Πύργου

Στον Πύργο τον εφτάκλειστο
οι κλείδες είναι φως
και πάντα παραδίδονται
Τι θ’ ανοιχτεί μ’ αυτές
κανείς δεν ξέρει




Θητεία

Τις νύχτες σκέφτομαι το φως
Όχι αυτό που ταξιδεύει βλοσυρό
Αλλά το άλλο
που πέρασε μες απ’ το σύννεφο
και του άρεσε στα χαμηλά
και τώρα παίζει μες στον κήπο μας
σαν θεϊκό παιδί
Έτσι ξεχνάμε πως εμείς θητεύουμε στη γη
κι εκείνο στα ουράνια




Στα χίλια δέντρα

Στεκόταν μέσα στο μαγνητικό πεδίο
από το στήθος του έβγαιναν πουλιά
διασταυρώνονταν με λάμψεις

Και τότε άρχισε η θηριωδία:
Σκύλοι της γνώσης και της τύψης
πιάναν τα πουλιά
και τα συντρίβαν ένα ένα




Από τη συλλογή «Σχεδιάσματα με φως», εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2005

Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

Θωμάς Ιωάννου, "Με λένε πάντοτε Θωμά"


(Michelangelo Merisi da Caravaggio, "The incredulity of saint Thomas")


ΜΕ ΛΕΝΕ ΠΑΝΤΟΤΕ ΘΩΜΑ

Με λένε πάντοτε Θωμά
Πρέπει να φαίνομαι
Αντάξιος του ονόματός μου
Δύσκολο να κουβαλάς ένα τέτοιο όνομα
Όταν οι άλλοι πιστεύουν
Εσύ οφείλεις να ζητάς αποδείξεις

Πρέπει να βάζω το δάχτυλο
Εις τον τύπον των ήλων
Μαθημένος να μετρώ την αλήθεια με πληγές
Να αμφιβάλλω για τον πόνο των άλλων
Να αμφισβητώ τα θαύματα
Θεών και ανθρώπων

Αναγκασμένος να συνομιλώ με τραύματα
Να ψηλαφώ το μέλλον
Στο εσταυρωμένο σώμα της μνήμης
Καταδικάστηκα να εκτίσω μια ζωή
Για να ανακαλώ εφιάλτες
Μια ζωή να παλεύω
Να μη σωπάσουν οι πληγές

Εύπιστος όμως στο βάθος
Προσχώρησα στους οπαδούς
Με τις πρώτες αποχρώσες ενδείξεις
Τόσο πολύ λοιπόν είχα ανάγκη
Να πιστέψω στην Ανάσταση

Τώρα όμως που είμαι κι εγώ
Επάνω στο σταυρό
Κι έμαθα πάνω στο σώμα μου
Τι θα πει ζωή
Και πόση χολή στάζει η ελπίδα
Στα διψασμένα χείλη των ονείρων

Δεν ξέρω αν υπάρχει καιρός
Να εγκαταλείψω
Και τη μέλλουσα ζωή




Από τη συλλογή «Ιπποκράτους 15», εκδ. Σαιξπηρικόν, 2011

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Αρετή Γκανίδου, "Η Προβιά"


(Bartolome Esteban Murillo,
"The Young Christ as the Good Shepherd")


Η Προβιά

Φόραγε στο κορμί του δυο ραμμένες προβιές πάνω απ’ τη λερή φανέλα κι από μια στο κάθε του ποδάρι και δυο παπούτσια χάρβαλα, έτσι που ’μοιαζε μ’ ορθό τραγί, που ξέκοψε απ’ το κοπάδι. Απόφευγε ακόμα και τις καλημέρες μ’ όλους στο χωριό, περπατούσε με το κεφάλι σκυμμένο κι όλο παραμίλαγε. Κανείς δεν ήξερε τι έλεγε. Μια φορά μόνο, μεθυσμένος −είχε αρχίσει η συνήθεια να του γίνεται αρρώστια− ακούστηκε να μαλώνει τρυφερά με την Ανθούλα του, που δεν τον άφηνε να μπει στο σπίτι τους. Ούτε Ανθούλα ήξερε κανείς και φυσικά δεν είχε παντρευτεί, έτσι αλλόκοτος κι αμίλητος και, πια, μπεκρής. Μόνο το αμπελάκι του είχε πάντα φροντισμένο, το καλόπιανε που του ’δινε κρασί και τσίπουρο.
Ντυνόταν με προβιές από παιδί στα καρναβάλια, παραφρονούσαν, λυσσούσαν τα σκυλιά στο πέρασμά του, μα αυτός μάζευε έτσι λίγο χαλβά, λιαστά δαμάσκηνα και σύκα, καμιά φορά και καραμέλες ροζ, σαν λάστιχο, μαντζούνια.
Έγινε άντρας, ορφάνεψε απ’ τους σαλεμένους γονείς του, ακόμα ντυνόταν με προβιές, χωρίς να κάνει βίζιτες. Του κόλλησαν το παρατσούκλι «η Προβιά». Ψιθύριζε το χωριό πως ήταν σαλεμένος κι αυτός, όπως οι γονείς του. Άκακος όμως σαν αρνί.
Μέχρι που ’σφιγγε η ζέστη τον έβλεπαν πού και πού σε κάνα δρόμο για το μπακάλικο ή για τ’ αμπέλι. Το μισογκρεμισμένο σπίτι του στη μια γωνία του χωριού, πέρναγε από κει κόσμος πολύς για τα χωράφια. Τον βλέπαν έξω τις πιο πολλές φορές. Τον καλημέριζαν, τον πείραζαν καμιά φορά, μα ούτε πάσχιζε κανείς ν’ ακούσει το μουρμουρητό του, ήταν δεν ήταν μεθυσμένος. Τα μεσημέρια ξάπλωνε κάτω απ’ τις δυο του χαρουπιές, έπιανε δυο τρία ξυλοκέρατα κι αφού τ’ άνοιγε στα δυο έγλειφε από μέσα το στυφό τους μέλι. Κοντά του και το μπουκάλι με το τσίπουρο. Τον έπαιρνε ο ύπνος ξαπλωτό και τα μυρμήγκια ξεθαρρεμένα επέλαυναν στ’ απομεινάρια απ’ τα γλειμμένα ξυλοκέρατα, ως απάνω στο στέρνο του καμιά φορά.
Τον τελευταίο χρόνο παράτησε τ’ αμπέλι του. Καιρός για πότισμα και τσάπισμα, δουλειές να τρέχουν, οι άλλοι στο χωριό απ’ το χάραμα στο πόδι, μα αυτός με τις προβιές μισοβγαλμένες καθόταν θεριό ημερωμένο και νύχτα μέρα άκουγε, λέει, φωνές από έναν άλλο κόσμο. Το είπε στον παπά που του πήγε φαΐ μια Κυριακή του Μάη. «Για τα πεθαμένα σου λες;», τον ρώτησε ο παπάς. «Μπα, δεν λέω τους πεθαμένους μου». Και μετά από λίγο: «Ούτε κι εσύ παπά νογάς, ε;» είπε σχεδόν θυμωμένα. Αυτή ήταν η μόνη συζήτηση που έκανε ποτέ.
Στα τελευταία άρχισε να φωνάζει στους περαστικούς ή και μονάχος, χωρίς ακροατήριο: «Βαστάτε τ’ αστεία σας γερά, γιατί αλλιώς, σας έφαγε η μαρμάγκα. Σας ξεκρεμάει απ’ το τσιγκέλι σας ο Άφαντος, κι έτσι αλαφρώνει η γης∙ σας γελά, βρεεε! Βαστάτε τα, σας λέω, τα χερούλια σας γερά. Αυτό έμαθα, αυτό σας λέω».
Πρώτη φορά έβαζε δυο λέξεις στη σειρά. Ξαναψιθύρισε το χωριό πως του ’στριψε για τα καλά, πως… η Προβιά είχε και στα μνήματα κρυμμένο τσίπουρο κι έπινε εκεί τα βράδια ως τα βαθιά μεσάνυχτα.
Έβγαινε ο Αύγουστος −το «Βαστάτε τα χερούλια σας…» το λέγαν όλα τα παιδιά και ούρλιαζαν από τα γέλια στους δρόμους και στην πλατεία−,  όταν τον βρήκαν κρεμασμένο απ’ τη μια του χαρουπιά, ντυμένο με τις προβιές, με τη γλώσσα λίγο έξω από το στόμα του, πρησμένη. Σαν αρνί.




Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό δίοδος 66100 (ΕΝ ΔΡΑΜΑ),
Περίοδος Α΄, Τεύχος 6, Μάρτιος 2014

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, "Μια ανάμνηση"


(Νικόλαος Καντούνης, "Ο Άγιος Γεώργιος", 1746)


ΜΙΑ ΑΝΑΜΝΗΣΗ


Ι. Του αγίου Γεωργίου


Από το μάρμαρο προβάλει η μορφή του. Κρατά ποτήρι ολόγιομο κι εύχεται στην υγειά μας. Λίγο πιο κάτω, στο σπιτάκι με τις εικόνες, ποζάρει με θέα τον κεντρικό δρόμο. Φορά το καλό του κουστούμι όπως κάθε Κυριακή και σχόλη. Δεξιά του ο άγιος Γεώργιος. Αριστερά του μια ανάμνηση: Καβαλάρης σε άσπρο άλογο, Παρανέστι Δράμας, τέλη 1953. Αυτό το χέρι, που κρατά τα χαλινάρια, μου έδινε κάθε χρόνο τέτοια μέρα – χρόνια πολλά πατέρα −. Αυτό το χέρι, που έβαφε την πόλη μου, και με αντισκωριακό τα παιδικά μου χρόνια.
Όταν έφυγε, όλα τα δημοτικά και τα ρεμπέτικα τραγούδια μείνανε χωρίς λόγια.



ΙΙ. Του πατέρα

                                Οι γονείς μας
                                είναι οι πρώτοι παιδικοί μας φίλοι
                                που λησμονάμε 
                                                                        Δ.Π.

Ο πατέρας μου, Θεός σχωρέσ’ τον,
χαμογελούσε εύκολα.
Κρεμούσε τα χαμόγελα στη ντουλάπα
δίπλα στις γραβάτες.
Είχε ένα για κάθε περίσταση.
Όταν ήταν θλιμμένος
φορούσε το πιο γοητευτικό.

Μα όταν πήγαινα να τον φροντίσω θέριευε.
Τι τσιρότο, τι χάπι να βρεις τότε
για έναν υπέρμετρο γίγαντα.
Σαράντα και βάλε χρόνια πλάι-πλάι...
τι κρίμα που δε γίναμε ποτέ φίλοι.




Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Μανόλης Πρατικάκης, "Η κοίμηση και η ανάσταση των σωμάτων του Δομήνικου"


(Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, "Η ανάσταση"
1596-1600, μουσείο Πράδο)

VII

ΠΡΑΔΟ
(Οι πίνακες)

Ένα χέρι μ’ έριχνε στις φλόγες.
Παράχωνε τα μέλη μου σε σιωπηλήν
καμίνευση. Ήταν εκεί μορφές
σαν από ζωντανούς μαγνήτες τραβηγμένες.
Τη στιγμή
που του μέσα σαλεύει ο άγριος αϊτός
(σ’ εφήμερο όλεθρο φτεροκοπάει
το θαύμα).
Κι ήρθε η φωνή βραχώδης: τα κορμιά
λιγναίνουν στάλα στάλα· εξελίσσονται
σ’ αστραπές. Κάθε ψυχή έχει
το δικό της μέρισμα στον ουρανό.
Και είπε, άμα δεν ασωματώσεις
τα σώματα
τίποτα
δεν κατορθώνεις.



Από την συγκεντρωτική έκδοση, «Ποιήματα 1984-2000», εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2003

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Οδυσσέας Ελύτης, "Το Πάσχα ενός αθέατου Απριλίου"


(Έργο του Οδυσσέα Ελύτη)


                             Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ, 25

    Περαστική από τη χθεσινή αϋπνία μου
    λίγο, για μια στιγμή, μου χαμογέλασε
    η θεούλα με τη μωβ κορδέλα
    που από παιδάκι μού κυκλοφοράει τα μυστικά

    Ύστερα χάθηκε πλέοντας δεξιά
    να πάει ν’ αδειάσει τον κουβά με τ’ απορρίμματά μου
 – της ψυχής αποτσίγαρα κι αποποιηματάκια –
    εκεί που βράζει ακόμη όλο παλιά νεότητα
    και αγέρωχο το πέλαγος.




                                   Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ, 25 β

Πάλι μες στην κοιλιά της θάλασσας το μαύρο εκείνο σύννεφο
          που ανεβάζει κάπνες
όπως φωνές επάνω από ναυάγιο

Χαμένοι αυτοί που πιάνονται από τ’ Άπιαστα

Όπως εγώ προχθές του αγίου Γεωργίου ανήμερα
που πήγα να παραβγώ μ' αλόγατα όρθια και θωρακοφόρους
και μου χύθηκε όλη, όξω απ’ τη γης, η ερωτοπαθής ψυχή μου.




                               ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ), 26

Καθαρή διάφανη μέρα. Φαίνεται ο άνεμος που ακινητεί με τη μορ-
φή βουνού κει κατά τα δυτικά. Κι η θάλασσα με τα φτερά διπλωμέ-
να, πολύ χαμηλά, κάτω από το παράθυρο.
Σου ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις δωρεάν την
ψυχή σου. Ύστερα να κατεβείς και, θαρραλέα, να καταλάβεις τη
θέση στον τάφο που σου ανήκει.




                              ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ), 26 β

                                                              Ασμάτιον

  Ανεμόεσσα κόρη ενήλικη θάλασσα
  πάρε το κίτρο που μου ’δωκε ο Κάλβος
  δικιά σου η χρυσή      μυρωδία

  Μεθαύριο θα ’ρθουν τ’ άλλα πουλιά
  θα ’ναι πάλι ελαφρές των βουνών οι γραμμές
  μα βαριά η δική μου     καρδία.




Από τη συλλογή «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου»
(που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση: «ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ - ΠΟΙΗΣΗ», Ίκαρος 2002, β΄ έκδοση)

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Βασίλης Δασκαλάκης, "Προσευχή (Μεγάλη Παρασκευή)"


(Andrea Mantegna, "The dead Christ")


ΠΡΟΣΕΥΧΗ (ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ)

θα Σε περιποιηθούν
όπως η περισπωμένη τα ωμέγα
πρόσοψη και κατεδάφιση υλικών
ένα μικρό όμικρον
ορίζει τον κύκλο
πεθαίνεις από έρωτα
γεννιέσαι από θάνατο
μίσχος ως το τέλος
ταξίδι ατέλειωτο
κι ο Γολγοθάς
ένα τσιγάρο δρόμος



Από την ανέκδοτη, κοινή συλλογή με τον Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου, «24x

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Γιώργος Β. Μακρής, "Μυστικόν δείπνον"


Φράνσις Μπέικον, "Τρεις σπουδές για αυτοπροσωπογραφία"


Μυστικόν δείπνον

Αυτός ο άνθρωπος τρώει ανάμεσα στα εργοστάσια
σ’ ένα ξυλένιο άδειο μπαρ ανάμεσα στα εργοστάσια∙
τρώει τυρί κι αυγά και κίτρινα χόρτα.
Και μέσα στον διστακτικόν αέρα
μες στο χειμώνα που γεμίζει τις αίθουσες των μηχανών
μηχανικοί εξετάζουν τις στροφές
τις εξατμίσεις, τα λουριά των εφτά ιντσών
κι εργάτες ανταλλάσσουνε για μια στιγμή
το λόγο για τον άνθρωπο που τρώει
που τρώει τυρί κι αυγά και κίτρινα χόρτα
σ’ ένα ξυλένιο άδειο μπαρ ανάμεσα στα εργοστάσια.
Ποιος όμως από σας μπορεί να πει
με βεβαιότητα κάτι παραπανίσιο;
Για σας ο άνθρωπος αυτός είναι μια μύγα
μια απλή μαυρωπή ελαφρή μύγα
ωστόσο διακριτική κι ετοιμοθάνατη
που είδατε πέρσι το χειμώνα στο τζάμι σας.
Όμως ο άνθρωπος αυτός
κάποτε επιχείρησε να κρεμαστεί από τα χρυσά μαλλιά
της άνοιξης και να πνιγεί σ’ ένα χαριτωμένο μελανο-
      δοχείο
δώρο της θείας Γενεβιέβης
για την επιτυχία του στις εξετάσεις.
Τα μαβιά μάτια του κοριτσιού
που κάθεται στην είσοδο του Δημοσίου Κήπου
έγιναν πεταλούδες για ν’ αφήσουνε στα χείλια του
την πένθιμη σκόνη των φτερών τους.
Επίσης τούτος δω ο μεσήλικας αστός
(από το ντύσιμό του δείχνει πως θα είναι υπάλληλος)
χαρακτηρίζεται από περίεργη αδεξιότητα
έχει τσακίσει πλήθος ποτηριών
από απροσεξία, δύο καθίσματα, έναν φωνογράφο
έχει πατήσει στα δάχτυλα πολλούς ευγενικούς ανθρώ-
      πους
και την καρδιά του σαν πέτσινο πορτοφολάκι.
Μα τώρα τρώει, τρώει με ύφος μαύρου πουλιού
τα λαστιχένια του αυγά το πορσελάνινο τυρί
τα κίτρινα χόρτα του κορδόνια παπουτσιών.
Τρώει μανιασμένα κλαίγοντας κυλώντας τα δάκρυα
στα πλάγια της γαλάζιας μύτης του.
Κοντά στα πράσινα μπουκάλια όπου φωλιάζει το ονει-
      ρευόμενο γκαρσόνι
παίρνουν οι τοίχοι το σχήμα των οχθών του πλωτού
      ποταμού
με πλήθος θαυμαστών οδών, με πράσινα φυτώρια.
Ω! το Μανχάτταν και το Ιλλινόις
το υπερωκεάνειον που ’δω και τόσα χρόνια
τον είχε πάει σε τόσο ωραία μέρη.
Έδινες δύο σεντς κι έτρωγες σάντουιτς και μπύρα.
Μ’ ένα κασκέτο κόκκινο και ύφος γαλοπούλας
εδούλευες στο φούρνο με τους δυο χιλιάδες υπαλλήλους
με τα πολύπλοκα αυτόματα μηχανήματα.




Από το βιβλίο «Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή», Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1986

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Τσέσλαβ Μίλος, "Η Μαρία Μαγδαληνή και εγώ"


(Michelangelo Merisi da Caravaggio, "Penitent Magdalene")


Η ΜΑΡΙΑ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ ΚΑΙ ΕΓΩ

Τα επτά αμαρτωλά πνεύματα της Μαρίας Μαγδαληνής
Που έδιωξε από μέσα της ο Δάσκαλος με την προσευχή του
Πλανώνται στον ουρανό σαν νυχτερίδες,
Ενώ εκείνη με το ένα πόδι διπλωμένο,
Και το άλλο γονατιστό κάθεται κοιτάζοντας επίμονα
Το δάχτυλο του ποδιού της και το κορδόνι στο πέδιλο
Σα να ’βλεπε για πρώτη φορά τέτοιο περίεργο πράγμα.
Τα καστανά μαλλιά της σγουρά σαν δαχτυλίδια
Σκεπάζουν τη ράχη της, δυνατή, σχεδόν αντρική,
Αναπαύονται στον ώμο της, σε ένα φόρεμα βαθύ μπλε
Που από μέσα του φωσφορίζει το γυμνό της σώμα.
Το πρόσωπο αδρό, στο λαιμό φωλιάζει
Μια φωνή χαμηλή, πνιχτή, σχεδόν βραχνή.
Όμως, δεν λέει τίποτα. Πάντοτε ανάμεσα
Στο στοιχείο της σάρκας και στο στοιχείο
Της ελπίδας, μένει σιωπηλή. Στη γωνία του πίνακα
Το όνομα του ζωγράφου που την ποθούσε.


                                                         Berkeley, 1985


                                               Μετάφραση: Αντώνης Μακρυδημήτρης


(Συλλογή: New Poems, 1985-1987)


Από το βιβλίο «ΤΣΕΣΛΑΦ ΜΙΛΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ», εκδ. Γαβριηλίδης,2005

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

Τίτος Πατρίκιος, "Τρία ποιήματα για τη Ρένα"




                           Ι

Της έσφιγγα το χέρι
ήταν ζεστό, όχι όμως
όσο λίγο πιο πριν ακόμα.
Το χαμόγελό της
που μόνο εγώ το έβλεπα
είχε σβήσει.
Μου είπε ο γιατρός
ευγενικά κι αδιάφορα
«Το τέλος πλησιάζει
μπορείτε να μείνετε
αν θέλετε».
«Όχι, γιατρέ
σας ευχαριστώ», απάντησα
όσο πιο ψύχραιμα μπορούσα
και βγήκα από την εντατική.
Ήθελα να κρατήσω την εικόνα
της κοπέλας που η ομορφιά της
με είχε θαμπώσει
πριν από τόσα χρόνια
την εικόνα που κι εκείνη τη στιγμή
ίδια την έβλεπα όπως τότε.



                            ΙΙ

Μια σύντομη ζωή γυναίκας
πέρασε σαν αστραπή
μέσα από τη δική μου
για να την κάνει πιο ζωή
να βεβαιώσει πως το φως
όσο κι αν όλα αρχίζουν
και τελειώνουν με σκοτάδι
πάντοτε βρίσκει τρόπους
να επανέρχεται και να φωτίζει.



                            ΙΙΙ

Πώς γίνεται να μη χαθεί
η θέρμη του χεριού της απ’ το χέρι μου
πώς γίνεται να μείνει ως την αιωνιότητα
ο τελευταίος μας αποχαιρετισμός
όπως μένει στ’ ανάγλυφα του Κεραμικού;
Σήμερα πια δεν φτιάχνονται τέτοια ανάγλυφα
όμως σε μένα φτάνει που γράφω στο χαρτί
όπως χαράζανε παλιά στην πέτρα
Ο Τίτος αποχαιρετά τη Ρένα.




Από τη συλλογή «Συγκατοίκηση με το παρόν», εκδ. Κέδρος 2011


Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Γιάννης Καισαρίδης, "Εδώ θα είμαι"




                                            Για τον Σταύρο και τ’ άλλα παιδιά που χάθηκαν στα Τέμπη

                                            Εδώ θα είμαι

Φέτος το καλοκαίρι στα δεκάξι μου θα τη σηκώσω
         τη μεγάλη πέτρα.
Θ’ απλώσω τα μαλλιά μου πάνω από τα κυπαρίσσια.
Θα ταξιδέψω. Πάνω απ’ τον ήλιο, τη βροχή, τον άνεμο.
Με χαραγμένα χέρια και γόνατα.
Θα τη σηκώσω τη μεγάλη πέτρα.
Θα σπάσω την απέραντη σιωπή.
Θα δω τον κόσμο από ψηλά.
Ψιθυριστά στους φίλους μου, σαν την ανάσα του κυπαρισσιού,
         χρόνια θ’ απλώσω τα φτερά μας.
Επιθυμίες κι όνειρα που κόλλησαν πάνω στο χώμα, σαν το φιλί
         το πρώτο, θα χαρίσω.
Θα είμαι εδώ. Όταν κανείς δε θα μιλάει, θα σας μιλάω εγώ.
Θα τη σηκώσω τη μεγάλη πέτρα.

Εδώ θα είμαι.




Η αφιέρωση και το ποίημα-πρόλογος της συλλογής διηγημάτων του Γιάννη Καισαρίδη «Μισάντρα», εκδ. Κέδρος 2005, επιλέχθηκαν για τη σημερινή ημέρα μνήμης της τραγωδίας των Τεμπών.
Σαν σήμερα πριν 11 χρόνια, 21 παιδιά (μαθητές του Λυκείου Μακροχωρίου Ημαθίας), έχασαν τη ζωή τους επιστρέφοντας από τριήμερη εκδρομή στην Αθήνα. Στο ύψος των Τεμπών, μια νταλίκα φορτωμένη με πλάκες νοβοπάν μπήκε στο αντίθετο ρεύμα και το βαρύ φορτίο της μετατοπίστηκε και έκοψε οριζοντίως την αριστερή πλευρά του λεωφορείου με τους μαθητές. 

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Γιώργος Ν. Σιώμος, "Ο Μούλης"


(Φωτογραφία: Τάκης Τλούπας)


Ο Μούλης

Έδινε οδηγίες για προσοχή και ανάπαυση σε μικρούς και μεγάλους μαθητές, ο δάσκαλος, πριν την πρωινή προσευχή, στην αυλή του σχολείου, την πρώτη μέρα των μαθημάτων. Μετά από την  ανάπαυλα των μηνών του καλοκαιριού, οι μεγάλοι είχαν ξεμποσκίνει εντελώς, ενώ οι μικροί, και να ήθελαν, δεν ήξεραν τι ακριβώς έπρεπε να κάνουν. Μέσα σ’ αυτή τη σύγχυση βρισκόμουν κι εγώ, την πρώτη μέρα για την πρώτη τάξη, όταν άστραψαν τα μάγουλά μου από δυο τρεις απανωτές σφαλιάρες του δασκάλου. Έφυγα τρέχοντας για τη σιγουριά του σπιτιού.
Την άλλη μέρα το πρωί δεν ήθελα να ξαναπάω σχολείο. Με τραβούσε η μάνα μου στον νιπτήρα, αλλά αρνιόμουν να πλυθώ.
– Τράβα, πιδί μ’, στου σκουλειό να μάθς γράμματα, με εκλιπαρούσε.
– Ικεί ρίχν’ ξύλου, δε μαθαίν’ γράμματα, απαντούσα.
Με χίλια ζόρια και κρύα καρδιά μετά από κάνα δυο μέρες, πήγα.

Μ’ έβαλε ο δάσκαλος στο τελευταίο θρανίο με δυο άλλα πιτσιρδέλια που χάζευαν, όσο αυτός ασχολούνταν με μεγαλύτερες τάξεις.
Να παίξουμε δεν μπορούσαμε, να κουβεντιάσουμε δεν ήταν δυνατόν, να κάνουμε κάτι δεν είχαμε, ακούμπησα τον αγκώνα μου στο θρανίο και στήριζα το κεφάλι μου με την παλάμη να μην πέσει.
Ήρθε στο νου μου η χτεσινή μέρα.
Βρεθήκαμε πεντέξι πιτσιρίκια –ένα από αυτά κι ο Μούλης, που καθόταν τώρα δίπλα μου– σε ένα χωράφι που πρόσφατα είχαν μαζέψει το καλαμπόκι και συναντήθηκαν δυο κοπάδια να βοσκήσουν. Οι τσοπάνηδες, για να κάνουν χάζι, έβαλαν τον πιο γερό  τράγο να παλέψει με το πιο δυνατό κριάρι. Ξεκίνησαν ανόρεχτα τα ζώα, αλλά σιγά σιγά ζεσταίνονταν. Έκανε λίγο πίσω με τον κώλο το κριάρι για να πάρει φόρα κι ο τράγος σήκωνε τα μπροστινά του πόδια και το κεφάλι, κι έπεφτε τη στιγμή που το κριάρι ερχόταν καταπάνω του και κουτουλούσαν, γκαπ, με τα κέρατά τους. Ελαφριές κουτουλιές στην αρχή, αλλά όσο προχωρούσε η ώρα δυνάμωνε η σύγκρουση. Πήγαινε πέντε μέτρα πίσω το κριάρι για φόρα, θύμωνε ο τράγος και σηκωνόταν όλο και πιο ψηλά. Γκαπ και ξανά γκαπ. Άρχισαν να ματώνουν τα κεφάλια τους στην περιοχή των κεράτων. Όσο περνούσε η ώρα εξαγριώνονταν όλο και περισσότερο. Είκοσι μέτρα φόρα έπαιρνε τώρα το κριάρι κι ο τράγος, περήφανος κι οργισμένος όσο ποτέ, σηκωνόταν στα δυο πισινά του πόδια, ζύγιζε το βάρος του, κι έπεφτε την κατάλληλη στιγμή με όλη τη δύναμή του πάνω στα κέρατα του κριού που ερχόταν κατά πάνω του με ορμή. Ούρλιαζαν οι τσοπαναραίοι : «Απάνου τ’, απάνου τ’, δώσ’ του». Εμείς τα πιτσιρίκια δειλιάσαμε, λυπόμασταν τα ματωμένα ζώα, ώσπου έπεσαν και τα δυο αποκαμωμένα κάτω δίχως νικητή.
– Ε, κοίτα, μου λέει ο Μούλης, που πήρε το όνομα του παππού του Θωμά, πολεμιστή της Μικρασίας. Δυσκολευόταν η μάνα του να τον φωνάζει Θωμά και χαϊδευτικά τον έλεγε Θωμούλη, Μούλη. Κοίτα εκεί κατ’ σ’ πλαϊά, αυτόν απ’ οργών’.
Γύρισα το κεφάλι μου πίσω και είδα, μέσα από το μεγάλο παράθυρο, έναν γεωργό που όργωνε με το ζευγάρι των βοδιών του. Σε κάθε στροφή των βοδιών, κάθε φορά που τέλειωνε η αυλακιά, φαινόταν, σε μας από μακριά, να πλησιάζει ο άντρας στα πισινά των ζώων και με την παιδική μας πονηριά κι αφέλεια μαζί, νομίζαμε, «χα χα, γαμάει τα βόδια αυτός, χα χα χα, χι χι χι». Λέγαμε πνιχτά τ’ αστειάκια μας και γελούσαμε μη μας πάρει χαμπάρι ο δάσκαλος και φάμε πάλι κάναν φούσκο.

Μια μέρα, κάποιος περαστικός κόλλησε τη μουσούδα του στο τζάμι του παραθυριού που έβλεπε στον πίνακα και προσπαθούσε να δει μέσα στην αίθουσα σε ώρα μαθήματος. Βγήκε ο δάσκαλος να τον χαιρετίσει. Γύρισε αμέσως και μας είπε να κάνουμε διάλειμμα. Βγήκαμε κι εμείς έξω και είδα ότι ο ξένος ήταν ο μεγάλος μου αδελφός, ντυμένος με τα ρούχα του στρατού, που είχε έρθει με άδεια. Καμάρωνα που είχα αδελφό τόσο μεγάλο, και μάλιστα φαντάρο, με τα άρβυλά του, τη ζώνη του, τον μπερέ του. Τσιγκλούσα τον Μούλη:
– Άκου βαριά φωνή ο αδερφός μ’, σαν αεροπλάνο.
– Ου θκος μ’ ου μπάρμπας κάν’ σαν αυτουκίνητου, βουουου, και μιμούνταν τον ήχο του αυτοκινήτου ο Μούλης.
– Ναι αλλά τ’ αεροπλάνο βάζ’ πιο πουλύ, επέμενα.

Το σπίτι του Μούλη ήταν το τελευταίο στον πέρα μαχαλά και για να έρθει στο δικό μου έκοβε δρόμο μέσα από τα χωράφια, ενώ απέφευγε και τα σκυλιά από την κανονική στράτα. Κατέβαινα να τον προϋπαντήσω στη βρύση που τη λέγανε Κατούρα, για το λίγο νερό που κατέβαζε σαν κάποιος να κατουρούσε.
Το απόγευμα μιας Κυριακής που δεν είχαμε μάθημα, πάλι εδώ συναντηθήκαμε να παίξουμε. Βουτήξαμε τα κεφάλια μέσα στην λεκάνη της βρύσης που έπιναν τα ζωντανά νερό, να δούμε ποιος αντέχει περισσότερο στο κρύο ή στο κράτημα της αναπνοής. Ανεβήκαμε στις μπιστιργιές και σερνόμασταν στον κατήφορο με τον κώλο, ποιος να πάει μακρύτερα και γρηγορότερα. Ξεκουραστήκαμε στο οριζόντιο κλωνάρι της  βακούφικης γκορτσιάς με τον χαμηλό κορμό, που από τη μία μεριά έβλεπες κι ακουμπούσες με τα πόδια σου τα χόρτα κι από την άλλη –«μην κοιτάς ντιπ κατ’ εκεί»– γκρεμός και μπιστιργιά. Λέγαμε ύστερα διάφορα, καθισμένοι στο χώμα, όταν φτερούγισε μια καρδερίνα, με τα πολλά χρώματα στα πούπουλα και στα φτερά της, πέντε μέτρα παρακάτω, στάθηκε στο αυλάκι του νερού που ερχόταν από τη βρύση να πιει να ξεδιψάσει. Πήρα μια πέτρα, σαν αυτές που αφήνουν στον τόπο ακόμα και γάιδαρο και την σημάδεψα. Την ώρα που σήκωνε το κεφάλι να καταπιεί την σταγονίτσα της, την πέτυχε η πέτρα και την έλιωσε.
Ανεβαίνοντας την πλαγιά από τον Κατούρα προς το σπίτι μου τραγουδούσαμε:

               Πάμε πού πάμε
               λάχανα να φάμε
               και πίσω να γυρίσουμε
               κορίτσια να γαμήσουμε
και συνεχίζαμε:
               Γιάννηνα, μωρέ, Γιάννηνα
               να μην πας για λάχανα
               να μην πας για λάχανα
               και μας φέρεις βάσανα
               να μην πας κι για πουρνάρια
               κι σι σκώσουν τα πουδάρια
Τραγουδούσαμε και χαιρόμασταν και γελούσαμε με τη χάρη και την ανεμελιά των έξι, εφτά χρόνων μας.

Την άλλη μέρα, στο διάλειμμα, περνούσαν οι χωριανοί εν πομπή στον δρόμο, να ξεπροβοδίσουν, όπως το είχαν συνήθειο, τον Νάσιο που πήγαινε φαντάρος.
– Άντε πηγαίντε και σεις, να μαθαίνετε. Μεθαύριο θα πάτε και σεις φαντάροι, μας παρότρυνε ο δάσκαλος.
Έφτασαν στο μπουντσόχωμα, στο ύψωμα που ήταν ο τόπος του αποχαιρετισμού. Τον χαιρέτισαν πρώτα οι δικοί του και μετά όλοι οι χωριανοί, κατά σειρά ηλικίας ένας ένας. Όταν ήρθε η σειρά μου, με ρώτησε ο Νάσιος:
– Τι θέλτς να σι φέρου απ’ του στρατό;
Αιφνιδιάστηκα από το αναπάντεχο δώρο και πριν προλάβω να σκεφτώ, συμπλήρωσε:
– Άντε καλά, θα σι φέρου ματογυάλια.
– Ιγώ θέλου να μι φερς μουστάκ’, μπήκε στη μέση ο Μούλης που ακολουθούσε στη σειρά.
– Εντάξ’, θα σας φέρου και τς δυο και μουστάκ’ και ματογυάλια, είπε και ξεκίνησε.
Τον ξεπροβοδίσαμε όλοι με τα μάτια μέχρι που δεν φαινόταν πια. «Πάει, σκαπέτσι ου Νάσιους κατ’ του λάκκου», ακούστηκε ένα γεροντάκι μετά από λίγο, βγάζοντας την καπνοσακκούλα απ’ τα γιλέκια του.

Μετά από κάνα δυο μέρες, δεν φάνηκε ο Μούλης στο σχολείο. Πέρασε μια μέρα, δυο μέρες, μια βδομάδα, δυο βδομάδες, πουθενά ο Μούλης. Αρρώστησε, είπαν, και τον πηγαίνουν οι δικοί του από γιατρό σε γιατρό.
Πέρασε το φθινόπωρο κι ήρθε ο χειμώνας με τα χιόνια που δεν έλεγαν να σηκωθούν. Τα νέα που μαθαίναμε κάθε τόσο δεν ήταν καλά.
Βγήκα ένα απόγευμα, σκασμένος από την κλεισούρα του χιονιού, να πάρω αέρα. Μπήκα στον κοπό που είχαν ανοίξει οι τρανοί με τα φτυάρια. Μόλις που χωρούσα στο πλάτος και μου ερχόταν το χιόνι μέχρι τον ώμο. Περπάτησα καμιά πενηνταριά μέτρα όταν βρέθηκα αντιμέτωπος με τον Τάσο, ένα τεράστιο κοπρόσκυλο με λανάρια στο λαιμό για να μην τον τρώνε οι λύκοι, αλλά πού να τον βρουν αφού δεν πάει στο κοπάδι του, παρά μόνο χασομεράει και φοβερίζει μικρούς και μεγάλους μέσα στο χωριό; Πήγα να στρίψω αντίθετα, να το βάλω στα πόδια, πρόφτασε όμως και έμπηξε δυο δόντια στο δεξιό κωλομέρι μου.

Την ώρα που περιποιούνταν το τραύμα στο σπίτι οι δικοί μου, ξεψυχούσε ο Μούλης στο νοσοκομείο. Τον έβαλαν σε ένα μικρό φορτηγό με αλυσίδες στους τροχούς και τον έφεραν ως τον Άγιο Γεώργιο, στο διπλανό χωριό, που ήταν ανοιχτός ο δρόμος. Βοήθησαν, κάποιοι Αϊ-Γιωργήτες τους δικούς του μέχρι να βγουν από το χωριό. Στο τελευταίο σπίτι, βγήκε ένας άντρας την ώρα που σφαλνούσε την πόρτα στο μαντρί, με την κουκούλα στο κεφάλι:
– Μήτσιο, καρτέρατι, φώναξε, και τους έδωσε μια τριχιά. Άμα χραστεί να του δέστι. Έδωσε κι από ένα δεκανίκι στον καθένα. Να μη σας φαν τα σκλιά.
Κρατούσε ο πατέρας το μικρό φέρετρο από μπροστά, ανοίγοντας δρόμο στο απάτητο χιόνι, ο θείος του από πίσω, κι από δίπλα η μάνα, πότε να ακουμπάει και πότε να χαϊδεύει την κάσα. Σταμάτησαν στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής για μια ανάσα, απόθεσαν την κάσα πάνω στο παγωμένο χιόνι, ξεμούδιασαν λίγο τα χέρια τους να ανοίξουν οι κλειδώσεις.
– Να σταματούμι κάθε λίγο. Μας βαραίν’ ο αέρας κι του χιόν’ στα μάτια, είπε ο θείος και ξεκίνησαν ξανά.
Όταν έφτασαν στη διχάλα με τους δυο δρόμους που πάνε στο χωριό μας, δίπλα στο καραγάτσι, έκαναν μια στάση και συνέχισαν από τον κάτω δρόμο, τον αριστερό, που περνούσε από τα δικά τους βοσκοτόπια, πηγαίνοντας μια ο ένας μπροστά μια ο άλλος.
Στο φρύδι επάνω, εκεί που τελειώνουν τα χωράφια του Αγίου Γεωργίου κι αρχίζουν τα δικά μας, στα προσήλια:
– Κώτσιο, βάλι ν’ κάσα σ’ πλάτη μ’, δέσ’ την γερά μι ’ν’ τριχιά, κλείσι καλά του καπάκ’ μη μας φύγ’, να ’χς ισύ μπάριμ τα χέρια άδεια, μη μας φαν τα σκλια ιδώ στα μαντριά, είπε ο πατέρας, κι έσκυψε, ίσιωσε την πλάτη του, έβαλε ο άλλος το φέρετρο, το σκέπασε καλά, σφράγισε το καπάκι όσο μπορούσε και το έδεσε γερά με την τριχιά, να γίνει ένα σώμα με τον πατέρα.
Προχώρησαν καμιά εκατοστή μέτρα, τους πήραν χαμπάρι πεντέξι μαντρόσκυλα, τους πλησίασαν απειλητικά, αλλά είδαν την μαγκούρα που έσειε ο Κώτσιος στον αέρα και προτίμησαν να γαβγίζουν στο βρόντο από απόσταση. Τους άφησαν στο βάσανό τους όταν έφτασαν κάτω στο λάκκο, αραίωσαν τα γαβγίσματα, σήκωσαν τις ουρές τους κι επέστρεψαν στα μαντριά. Πήραν αυτοί τον ανήφορο –«Κώτσιο, κατέβασέ το να το πάρουμι μαζί τώρα»–, πέρασαν δίπλα από τα αμπέλια, από την εκκλησία της Παναγίας –«Αχ Παναΐα μ’ βόηθα μας»–, είπε ξέψυχα η μάνα, κατέβηκαν στη βρύση Κώστας, κι από εκεί ανηφόρισαν –«άιντι μια ανάσα ακόμα κι εφτασάμι στου σπίτ’».
Βγήκε ο παππούς κι η γιαγιά στη σκάλα.
– Ιδώ βάλτι το του πιδί, είπαν κι οι δυο μαζί κι έδειξαν το δωμάτιο που είχαν ετοιμάσει. Έφυγε ο θείος, ειδοποίησε τους συγγενείς, «τού ’φιράμι του πιδί, έλατι να του κλάψουμι κι να του ξενυχτίσουμι».
Τον έκλαψαν, τον ξενύχτισαν, και το πρωί που χτύπησε λυπητερά η καμπάνα, τον πήγαν στην εκκλησία, έστησαν στη μέση το μικρό φέρετρο, γύρω γύρω τα λουλούδια, κι άρχισαν να έρχονται οι χωριανοί, ο ένας μετά τον άλλον, να ανάβουν το κερί και να σταυροκοπιούνται.
Έλεγε ο παπάς τα δικά του, ο ψάλτης μουρμούριζε κι αυτός ανόρεχτα, έκλαιγαν οι δικοί του αποκαμωμένοι από το πολύμηνο πηγαινέλα στους γιατρούς και στα νοσοκομεία. Οι υπόλοιποι, αμήχανοι και βουβοί, ενώ το περίμεναν, δεν μπορούσαν να πιστέψουν πώς μπορεί να πεθαίνει ένα μικρό παιδί, όταν άλλοι έχουν σειρά.
Μόνο όταν έβγαλε λόγο ο δάσκαλος και είπε :«Μικρέ μου μαθητή...», πήραν φωτιά οι καλαμιές, ξέσπασαν οι γυναίκες σε κλάματα κι οι άντρες, για να μη φανεί η αδυναμία τους, στράβωναν τα μουστάκια και κοιτούσαν άλλος χαμηλά στο πάτωμα κι άλλος στην οροφή τον Παντοκράτορα. Εμείς τα παιδιά, στεκόμασταν στη θέση που μας είχε υποδείξει ο δάσκαλος και κλαίγαμε, άλλος βουβά κι άλλος με λυγμούς.
Εγώ έκλαιγα και σκεφτόμουν τον Μούλη, που δεν πρόλαβε να μάθει την αλφαβήτα και την προπαίδεια, να δει τι έχουν τα κορίτσια κάτω από τα φουστάνια, να φορέσει τα γυαλιά και το μουστάκι που θα μας έφερνε ο Νάσιος από το στρατό, και τώρα θα παν’ χαμένα.
Από τότε, έγειρε το κορμί η μάνα του να τον κλαίει κι έμεινε μ’ αυτό το σχήμα και τα μαύρα ρούχα στην υπόλοιπη ζωή της.

                                                                                                                    14/4/2010
                                                                                                                 Γιώργος Σιώμος


Σημειώσεις:
μπιστιργιά=βραχώδης απότομη πλαγιά
μπουντσόχωμα=τοποθεσία με κόκκινο χώμα
κοπός=μονοπάτι μέσα στο χιόνι
θκος μ’ =δικός μου
βάζ’= βουίζει
σκαπέτσι= κατάπιε (μεταφ. χάθηκε από τα μάτια μας)


Από τη συλλογή διηγημάτων «Ο κορυδαλλός», εκδ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ 2012