Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Δελτίο Τύπου για την παρουσίαση του βιβλίου "Υπόκλιση στον πειρασμό"


(Photo: Γιώργος Χ. Κασαπίδης)


Μέρος Πρώτο

Την συλλογή διηγημάτων «Υπόκλιση στον πειρασμό» (εκδ. Οδός Πανός, 2014) του Ιγνάτη Χουβαρδά, παρουσίασε ο Ποιητικός Πυρήνας την Δευτέρα 27/10/2014 και ώρα 18:00, στην αίθουσα εκδηλώσεων της πάντα φιλόξενης Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης της Βέροιας (Έλλης 8). Λίγο πριν την έναρξη οι συντελεστές της εκδήλωσης ξεναγήθηκαν από την κυρία Ασπασία Τασιοπούλου στους ανακαινισμένους χώρους της Βιβλιοθήκης. Για τον συγγραφέα και το έργο του μίλησαν τα μέλη του Ποιητικού Πυρήνα, Βασίλης Δασκαλάκης, Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου και Παύλος Παρασκευαΐδης καθώς και ο ποιητής και υπεύθυνος των εκδόσεων «Οδός Πανός» Γιώργος Χρονάς, ο οποίος έκλεψε την παράσταση, ενώ αποσπάσματα από το βιβλίο διάβασε ο συγγραφέας. Για την διάθεση των βιβλίων φρόντισε η κυρία Τασούλα Χριστοδούλου και το βιβλιοπωλείο «Ηλιοτρόπιο». Ακολούθησε ολιγόλεπτη συζήτηση με ένα κοινό όχι μεγάλο αλλά ζεστό και εκλεπτυσμένο. Κι εκεί ανάμεσα πολλοί αξιόλογοι λογοτέχνες του νομού, καλοί φίλοι, συγγενείς του συγγραφέα και μία έκπληξη: οι ποιητές Δημήτρης Πέτρου και Γιώργος Κασαπίδης με τη σύζυγό του, οι οποίοι ήρθανε από τη Δράμα ειδικά για την εκδήλωση.



Μέρος Δεύτερο

Η 28η Οκτωβρίου έμελλε να είναι ακόμα πιο μαγική. Ο Ποιητικός Πυρήνας ξενάγησε τους φιλοξενούμενούς του στην πόλη του τη Βέροια. Η συντροφιά περνούσε εύκολα και αβίαστα από μαχαλά σε μαχαλά, από εποχή σε εποχή, από θρησκεία σε θρησκεία, από το παλιό στο νέο, από το φθαρτό στο αθάνατο, με τον φακό του Γιώργου Κασαπίδη σε διαρκή εγρήγορση. Αξέχαστο θα μείνει το δεύτερο μέρος της ξενάγησης το οποίο επιμελήθηκε εξαιρετικά ο συγγραφέας και ιστορικός Γιώργος Λιόλιος με μια στάση για καφέ σε ένα από τα εμβληματικότερα ζαχαροπλαστεία της πόλης, όπου ξετυλίχτηκαν λογοτεχνικές σκηνές. Η συντροφιά αφού γευμάτισε ανανέωσε το ραντεβού της για την επόμενη εκδήλωση.



Μέρος Τρίτο

Ένα ποίημα του Δημήτρη Πέτρου γραμμένο την βραδιά της 27ης Οκτωβρίου:


               HOTEL MAKEDONIA

            στον Ποιητικό Πυρήνα και στην παρέα της Βέροιας

Το τελευταίο τσιγάρο στο κρεβάτι
δείχνει πόσο μακριά
έχω φτάσει.
Ένας ταριχευμένος αλιγάτορας
στον κόλπο της Βεγγάζης.

Οι πιθανότητες πλημμύρας στα νότια
περιγράφουν άριστα το μέλλον μου.
Ένα βουνό με άγνωστο όνομα
υψώνεται μπροστά. Με δέντρα πέτρες –
με τα όλα του.

Αυτή την ώρα κάπου στην Ανατολή
στήνουν πάγκους με υφαντά.
Κοκκινίζει γλυκά η θάλασσα του Σαργκάσο.

Κι εγώ κοιτώ τη Βέροια
πίσω από το τζάμι.




Ευχαριστούμε θερμά όλους τους φίλους που συντέλεσαν για να γίνει μαγικό το διήμερο 27 & 28 Οκτωβρίου.
Θερμές ευχαριστίες στον Δημήτρη Πέτρου που μας συγκίνησε με το ποίημά του.
Στην φωτογραφία, από αριστερά προς τα δεξιά: Γιώργος Χρονάς, Ιγνάτης Χουβαρδάς, Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, Βασίλης Δασκαλάκης και Παύλος Παρασκευαΐδης.

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Γιώργος Γκανέλης, "Χρεοκοπία ιδεών"




                             ΣΥΓΚΡΙΣΗ

Είμαστε η νύχτα
τα γλιστερά σκαλοπάτια του χρόνου
το τελευταίο τσιγάρο που έσβησε
στο άγγιγμα της βροχής·
η χειραψία του αποχωρισμού
το βαρύ πάπλωμα του χειμώνα
μέσα σε παγερά δωμάτια
η μέρα που ξημέρωσε μ’ ένα αναίτιο κλάμα.

Είμαστε ένας πλανόδιος οργανοπαίκτης
σε αποβάθρες και σταθμούς
πειραματόζωα πολυεθνικών εταιρειών
αγάλματα στα πάρκα αποκεφαλισμένα·
το απότοκο μιας μοναχικής περιπλάνησης
κάτω από ψεκασμένο ουρανό
ο ανήσυχος έφηβος μιας επαρχιακής πόλης
που ονειρεύεται να σπουδάσει στην Αθήνα
οι διαφημίσεις στην εθνική οδό
οι πυροβολισμοί που ακούστηκαν στο δρόμο.

Είσαι πατρίδα μητριά που διώχνει τα παιδιά της
σκοτώνει τα όνειρα και τα πουλά.




                             ΤΑ ΔΙΟΔΙΑ

                                               Στη μνήμη του Άλκη Αλκαίου

Έφυγες νωρίς.
Άφησες πίσω σου νυχτέρια και μιαν αδιαφορία
να φυσάει στις ζωές των ανθρώπων.
Οι στίχοι σου βαπόρια με κιφ μαροκινό
οι λέξεις σου καρφιά στον ουρανό την ώρα που χαράζει.
Πόσα Χριστούγεννα σ’ ένα άδειο δωμάτιο
κοιτώντας το ταβάνι να μαδάει σαν χιόνι
πόσες γιορτές σε μια καρέκλα γράφοντας ποιήματα
με γυμνή ψυχή και απροστάτευτη μνήμη.

Έφυγες μ’ ένα αξόδευτο φορτίο ερημιάς
και με το κακόηθες μελάνωμα του χρόνου.
Σ’ ένα εμπάργκο σε συνάντησα
σε μια γουλιά θανάτου σε αφήνω.
Τα διόδια δεν ήταν για την Ελένη…

                                                                          10-12-12




                             ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ

Μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που κρύβονται στο σώμα τους
βγάζουν ένα σακούλι δάκρυα απ’ τα σπλάχνα τους
και τα χαρίζουν αφειδώς στους θλιμμένους.
Ακροβατούν στην αερογέφυρα της ψυχής τους
τις μεταμεσονύχτιες ώρες, όταν το φως της κάμαρας
τρυπάει απ’ τους κραδασμούς του πόνου.
Ζούνε σ’ ένα τεχνητό σκοτάδι, εκούσια επιλεγμένο
με ασπρόμαυρες φωτογραφίες για ενθύμια
και μνήμες που έβγαλαν ρίζες απ’ την πολυχρησία.
Παίζουν σκάκι με αντίπαλο κάποια σκιά
και φορώντας ένα γκρι ουρανό για κεφάλι
κάνουν σκέψεις για την ένταση της επόμενης βροχής.
Μιλούν με τον αντίλαλο των κυττάρων τους
και περιφέρονται σαν ζητιάνοι με σκισμένα ρούχα
έξω απ’ το μέγαρο συνεδριάσεων της ζωής τους.
Έχουν εξομαλύνει τη σχέση τους με το χρόνο
και περιμένουν ένα τυχαίο γεγονός
που θα τους απαλλάξει απ’ την παρουσία του.

Κι όταν ωραίοι και μόνοι θα εγκαταλείπουν τον κόσμο
μπαίνοντας σ’ ένα άλλο σώμα, αιώνιο και άφθαρτο
όλοι οι θλιμμένοι της γης θα χειροκροτούν
γιατί ξέρουν καλά τι σημαίνει το πέρασμα αυτό.




Από τη συλλογή «Χρεοκοπία ιδεών», Στοχαστής 2014 

O Γιώργος Γκανέλης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Είναι καθηγητής Φιλολογίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Ανάπηροι δρομείς» το 2012, «Ο σκοπευτής της μνήμης» το 2013 και «Χρεοκοπία ιδεών» το 2014, όλες από τις εκδόσεις Στοχαστής.

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Οδυσσέας Ελύτης, "Οι ημιονηγοί"




ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΟΙ ΗΜΙΟΝΗΓΟΙ


Τις ημέρες εκείνες έφτασαν επιτέλους υστέρα από τρεις σωστές εβδομάδες οι πρώτοι στα μέρη μας ημιονηγοί. Και έλεγαν πολλά για τις πολιτείες που διάβηκαν, Δέλβινο, Άγιοι Σαράντα, Κορυτσά. Και ξεφόρτωναν τη ρέγγα και το χαλβά κοιτάζοντας να ξετελέψουν μια ώρα αρχύτερα και να φύγουνε. Ότι δεν ήταν συνηθισμένοι και τους ετρόμαζε το βρόντισμα στα βουνά και το μαύρο γένι στη φαγωμένη την όψη μας.
Και συνέβηκε τότες ένας απ’ αυτούς να ’χει μαζί του κάτι παλιές εφημερίδες. Και διαβάζαμε όλοι απορημένοι, μόλο που το ’χαμε κιόλας ακουστά, πως επανηγύριζαν στην πρωτεύουσα και πως ο κόσμος εσήκωνε, λέει, ψηλά στα χέρια τους φαντάρους που γυρίζανε με άδειες από τα γραφεία της Πρέβεζας και της Άρτας. Και σημαίνανε όλη μέρα οι καμπάνες, και το βράδυ στα θέατρα λέγανε τραγούδια και παριστάνανε στη σκηνή τη ζωή μας για να χειροκροτά ο κοσμάκης.
Βαριά σιωπή έπεσε ανάμεσό μας, επειδή κι η ψυχή μας είχε μήνες τώρα μέσα στις ερημιές αγριέψει, και, χωρίς να το λέμε, πολύ λογαριάζαμε τα χρόνια μας. Μάλιστα μια στιγμή δάκρυσε ο λοχίας ο Ζώης κι έκανε πέρα τα χαρτιά με τις είδησες του κόσμου, ανοίγοντας τα πέντε δάχτυλα καταπάνω τους. Και οι άλλοι εμείς δε λέγαμε τίποτε, μονάχα με τα μάτια τού δείχναμε κάτι σαν ευγνωμοσύνη.
Τότε ο Λευτέρης, που τύλιγε παρέκει τσιγάρο, καρτερικά, σαν να ’χε πάρει απάνω του την ανημπόρια ολάκερης της Οικουμένης, γύρισε και «Λοχία» είπε «τι βαρυγκομάς; Αυτοί που ’ναι ταγμένοι για τη ρέγγα και το χαλβά, σ’ αυτά πάντοτε θα ξαναγυρίζουν. Και οι άλλοι στα δεφτέρια τους που δεν έχουνε τελειωμό, και οι άλλοι στα κρεβάτια τους τα μαλακά που τα στρώνουν μα δεν τα ορίζουν. Αλλά κάτεχε ότι μονάχα κείνος που παλεύει το σκοτάδι μέσα του θα ’χει μεθαύριο μερτικό δικό του στον ήλιο». Και ο Ζώης: «Τι λοιπόν, θαρρείς ότι δεν έχω κι εγώ γυναίκα και χωράφια και βάσανα της καρδιάς, που κάθομαι και φυλάγω δωνά στις εξορίες;» Του αποκρίθηκε ο Λευτέρης: «Αυτά που δεν αγαπά κανείς, αυτά, λοχία μου, να φοβάται, τι τα ’χει από τα πριν χαμένα, κι ας τα σφίγγει όσο θέλει απάνω του. Αλλά τα πράγματα της καρδιάς τρόπος δεν είναι να χαθούν, έννοια σου, και γι’ αυτά οι εξορίες δουλεύουν. Αργά-γρήγορα κείνοι που είναι ναν τα ’βρουν, θαν τα ’βρουν». Πάλι ρώτησε ο λοχίας ο Ζώης: «Και ποιος λες τάχα του λόγου σου ότι θαν τα βρει;» Τότε ο Λευτέρης, αργά, δείχνοντας με το δάχτυλο: «Εσύ κι εγώ κι ό,τι άλλο δείξει, αδερφέ μου, η ώρα ετούτη που μας ακούει».
Και ευθύς ακούστηκε στον αέρα η σκοτεινή σφυριγματιά της οβίδας που έφτανε. Και πέσαμε όλοι καταγής μπρούμυτα, πάνω στις σκάρπες, ότι γνωρίζαμε απόξω πια τα σημάδια του Αόρατου, και με τ’ αυτί μας ορίζαμε από πριν το μέρος όπου θα ’σμιγε η φωτιά το χώμα ν’ ανοίξει και να χυθεί. Και δεν επείραξε η φωτιά κανέναν. Κάτι μουλάρια μονάχα σηκώθηκαν στα πισινά τους ποδάρια και άλλα ταράχτηκαν και σκόρπισαν. Και μέσα στην κάπνα που κατακάθιζε θωρούσες να τρέχουνε πίσω τους χειρονομώντας οι άνθρωποι που τα ’χανε φέρει με κόπους ίσαμε κει. Και τα πρόσωπα τους χλωμά, και ξεφόρτωναν τη ρέγγα και το χαλβά κοιτάζοντας να ξετελέψουν μια ώρα αρχύτερα και να φύγουνε, ότι δεν ήτανε μαθημένοι και τους ετρόμαζε το βρόντισμα στα βουνά και το μαύρο γένι στη φαγωμένη την όψη μας.



Από τη συλλογή «Το άξιον Εστί»,1959

(Η φωτογραφία είναι του Κώστα Μπαλάφα)

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Ζακ Ντυπέν, "Πέντε ποιήματα"




Η ΥΔΡΙΑ

Ατέλειωτα να βλέπεις να υποφώσκει μια δεύτερη νύχτα
Μέσα από τούτη την ασάλευτη λαμπερή φωτιά
Που καμιά στάχτη δεν την μετριάζει.

Αλλά το στόμα στο τέλος, το στόμα γεμάτο χώμα
Και τρόμο
Θυμάται ότι αυτή είναι η φωτιά που καίει
Και οδηγεί στο ποτάμι τα κοπάδια.




ΔΥΝΑΤΟΣ ΑΝΕΜΟΣ

Δεν ανήκουμε παρά στο μονοπάτι του βουνού
Που φιδογυρίζει κάτω απ τον ήλιο
Ανάμεσα στις φασκομηλιές και τις λειχήνες
Και ρίχνεται στη νύχτα, μονοπάτι της κορυφογραμμής,
Να συναντήσει τους αστερισμούς.
Αγγίξαμε κορυφές
Το όριο των καλλιεργημένων χωραφιών.
Οι σπόροι ανοίγουν μέσα στην γροθιά μας.
Οι φλόγες επιστρέφουν στα κόκαλά μας.
Ας ανέβει ο καπνός ενάντια στους ανθρώπους ως εμάς!
Στην ηλικία του ηφαιστείου
Ας απαντήσουν η άμπελος κι η σίκαλη!
Οι καρποί της έπαρσης, οι καρποί του βασάλτη
Θα ωριμάσουν κάτω απ’ τα χτυπήματα
Που μας κάνουν ορατούς.
Η σάρκα θα αντέξει όσα υπέφερε το μάτι,
Ό,τι δεν ονειρεύτηκαν οι λύκοι
Πριν να κατέβουν στη θάλασσα.




Η ΑΝΑΚΩΧΗ

Ο χρόνος θα γιατρέψει τα σημάδια των αγώνων μας,
Δίνοντας αιτία και στέγη στα κύματα του πυρετού μου.

Τον έχω πολεμήσει, κυνηγήσει κατά πόδας,
Στραγγαλίσει σε κάθε δεσμό,
Γεννήσει σε κάθε μας ρήξη.

Σήμερα πορευόμαστε μαζί,
Όπως το ποτάμι και της όχθης οι λεύκες.

Αυτά που κοιμούνται στη φωνή μου, τα σκυλιά,
Είναι πάντα λυσσασμένα.




ΑΡΧΙΚΟΝ

Σκόνη λεπτή, ξερή στον άνεμο,
Σε καλώ, σου ανήκω.
Σκόνη, κόκκο τον κόκκο,
Ας γίνει δικό μου το πρόσωπό σου,
Ανεξιχνίαστο μέσα στον άνεμο.




ΤΟ ΟΡΥΚΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Σ’ αυτή τη χώρα ο κεραυνός κάνει την πέτρα να καρπίζει.

Πάνω στις κορυφές που δεσπόζουν στα φαράγγια
Υψώνονται ερειπωμένοι πύργοι
Σαν φλογεροί πνευματικοί πυρσοί
Που τις νύχτες του δυνατού ανέμου
Στο αίμα του λατόμου ζωογονούν
Του θανάτου το ένστικτο.

Όλες οι φλέβες του γρανίτη
Θα λυθούν στα μάτια του.

Εμάς ποτέ δεν θα μας γιατρέψει η φωτιά,
Η φωτιά που μιλάει τη γλώσσα μας.



                                                  Μετάφραση: Θανάσης Χατζόπουλος

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, "Αφιερωμένα ΙΙ"




ΤΡΑΓΩΔΙΑ

                        στην Χλόη Κουτσουμπέλη

Όλο το αντικρινό βουνό
το ’σκαψε με τα χέρια −
κομμάτια πόνου έπεφταν
οι κοφτεροί σχιστόλιθοι με κρότο −
έτσι που σχηματίστηκε ένα θέατρο.
Στην σκηνή πεσμένοι έρωτες
άλλοι να ψυχορραγούν
κάποιοι σε πλήρη σήψη

κι ανάμεσα έκανε πρόβα μια μορφή:
«Έρως ανίκατε μάχαν».




ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ

                           στην Μαρία Κουγιουμτζή

Όταν έρθει η ώρα των απολογισμών
Σημαίνει ότι τελειώνουν τα ρίσκα
Τα ταξίδια
Τα λάθη
Τα σωστά
Οι απόπειρες
Το δε βαριέσαι
Οι αναβολές
Οι έρωτες
Αυτοί οι ανεξερεύνητοι έρωτες
Και κάπου στο βάθος
Ακούς να ακονίζουν τα τσεκούρια τους
Οι παραλείψεις




ΑΣΕΒΗΣ;

                            στον Γιώργο Χ. Κασαπίδη

Κι εγώ στα ερημοκλήσια ησυχάζω φίλε.
Μόνο εκεί νιώθω κομμάτι Θεού.
Στις λειτουργίες στην πόλη χαζεύω.
Πότε τον Παντοκράτορα που χωρά σε πέντε συλλαβές,
και πότε αγιογραφίες κι αισθητικές του χώρου.
Άλλες φορές βυζαντινός νιώθω πολεμιστής
λίγο πριν τη χαμένη μάχη.
Συνήθως όμως το μάτι ψάχνει για κορίτσια.

Μόνο να...
εκεί μετά τα «σα εκ των σων»,
που η ψαλμωδία μοιάζει αμανές,
χάνομαι.
Ταξιδεύω σ’ ένα Αιγαίο μαβί κι αγριωπό.
Και λίγο πριν το «δι’ ευχών»
πιάνω λιμάνι στα απέναντι παράλια.
Κατά προτίμηση Έφεσο ή Πέργαμο.




GRATEFUL DEAD
(ΑΠΟΦΩΝΗΣΗ)

                          στον Σωτήρη Παστάκα

Πριν φύγουμε
Ας ευχαριστήσουμε τον Θεό για όλα
Για την πείνα
Την ανημπόρια
Το αδικαίωτο
Την κακία
Τους φονιάδες
Τους φοροεισπράκτορες
Τους πολιτικούς
Τους κλέφτες
Τους λωποδύτες

Για το έγκλημα και τη μωρία
Τις μεγάλες προσδοκίες
Τους άθλιους
Το χωρίς οικογένεια
Ευχαριστούμε

Ήταν όλα υπέροχα

Τον λογαριασμό




Προδημοσίευση από τη συλλογή «Ο άστεγος της οδού Χαμογέλων», που αναμένεται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ.
Τα ποιήματα «Ασεβής;» και «Grateful Dead (Αποφώνηση)», δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό δίοδος 66100 (ΕΝ ΔΡΑΜΑ), Περίοδος Α΄, Τεύχος 6, Μάρτιος 2014
(Στη εικόνα: σκηνή από την «ΑΝΤΙΓΟΝΗ» του Σοφοκλή, από την παράσταση του «Λαϊκού Θεάτρου Νέας Ερυθραίας» το καλοκαίρι του 2010, σε σκηνοθεσία Νίκου Μπουσδούκου)

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

Ραϋμόν Κενώ, "Σχέδιο"




ΣΧΕΔΙΟ

Θα μιλώ με μια φωνή πιο καθαρή
Τα ψάρια θα γίνουν ψάρια
Τα φύκια θα είναι φύκια
Και τα θαλάσσια τέρατα θα παραμείνουν θαλάσσια τέρατα
Δεν θ’ αλατίζω πια τις λέξεις
Δεν θα μεταμορφώνω πια τα ψάρια σε κορυδαλλούς
Τα φύκια σε τριανταφυλλιές και τα θαλάσσια τέρατα σε γραφομηχανές
Μόνο οι σειρήνες θα διαιωνίζονται
Απ’ τον καιρό ξαλμυρισμένες.


                                                                        Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης


Στην εικόνα: «Ulysses and the Sirens», έργο του Herbert James Draper, 1909

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Ένα χέλι που γλιστρά και φεύγει"




Μια νύχτα του Μαρτίου, μια παγωμένη νύχτα, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, συνέβη κάτι ιδιαίτερο. Είχα φύγει από το σπίτι ενός στενού φίλου και πήρα το αστικό λεωφορείο για το σπίτι μου. Στην επόμενη στάση από εκείνη όπου ανέβηκα, εμφανίστηκε στο λεωφορείο μια χαριτωμένη καστανή κοπέλα. Ήμουν όρθιος κι εκείνα τα δευτερόλεπτα που μεσολαβούσαν μέχρι να με προσπεράσει, με κοίταζε πολύ έντονα, σα να ανακάλυπτε μπροστά της μια έκπληξη, έναν πειρασμό. Τέτοιο επιθετικό βλέμμα, διάφανο και απροσποίητο, κοριτσίστικο και γυναικείο μαζί, δε μου είχε ξανατύχει.
Στη στάση μου δεν κατέβηκα. Τόχα πάρει απόφαση να την παρακολουθήσω. Την ακολούθησα στη στάση που κατέβηκε. Περπατούσα γρήγορα αντικρύζοντας την πλάτη της. Μπήκε σε ένα τοστάδικο και την περίμενα έξω από το μαγαζί. Κι όταν βγήκε, συνέχισα πάλι να την ακολουθώ. Κι είχε στρίψει σ’ ένα σωρό σκοτεινά περάσματα, χωρίς να δείχνει να έχει αντιληφθεί ότι την παρακολουθώ. Εκείνο που επιδίωκα ήταν να μάθω την κατοικία της. Ήρθε όμως μια στιγμή που είχαμε μπλεχτεί σε πολύ ερημικούς δρόμους και τότε φοβήθηκα μήπως τρομάξει, όταν καταλάβει ότι σέρνομαι πίσω από τα βήματά της. Φοβήθηκα και σταμάτησα. Κι έμεινα μόνος να περιπλανιέμαι στα σκοτεινά δρομάκια και να αναλογίζομαι πως έχασα ένα όνειρο, γιατί είχα δειλιάσει την τελευταία στιγμή. Αναρωτιόμουν αν θα την ξανάβλεπα ποτέ μου κι όσο περπατούσα, άρχιζα να συνειδητοποιώ πως τα πάντα είχαν χαθεί. Γιατί εδώ ήταν μια μεγάλη πόλη, δεν ήταν ένα χωριό ή ίσως μια επαρχιακή πόλη για να βλέπεις συνέχεια τα πρόσωπα που θέλεις. Έκανε παγωνιά και με τα πόδια σύρθηκα μέχρι το σπίτι μου. Μια συγκίνηση είχε χαθεί την ώρα που αναδυόταν στην ατμόσφαιρα.
Χρειάστηκε να περάσουν τρεις εβδομάδες περίπου, όταν ξαναβρήκα αναπάντεχα το χαμένο νήμα εκείνης της συγκίνησης. Βρισκόμουν πάλι στο λεωφορείο, έχοντας αποχαιρετήσει τον ίδιο φίλο, όπως και την προηγούμενη φορά. Μάλιστα το λεωφορείο το είχα πάρει από την ίδια στάση και μια στάση παρακάτω ανέβηκε το κορίτσι εκείνο που με είχε αναστατώσει πριν λίγο καιρό.
Με το που με είδε ταράχτηκε, όπως ταράχτηκα κι εγώ. Τώρα το δικό μου βλέμμα ήταν εκείνο που επιδίωκε ν’ ανεβάσει την ένταση της στιγμής, ενώ το κορίτσι, κατακόκκινο, προσπαθούσε άλλοτε ν’ αποφεύγει τη ματιά μου κι άλλοτε καρφωνόταν πάνω μου. Την ακολούθησα πάλι, όπως και την προηγούμενη φορά. Κι η πορεία ήταν η ίδια. Μόνο που τώρα δεν είχε κάνει στάση στο τοστάδικο. Σταμάτησα την παρακολούθηση περίπου στο ίδιο σημείο με την προηγούμενη φορά. Αλλά τώρα δεν είχα το άγχος ότι δε θα την ξαναδώ. Ένας συνειρμός σκέψεων στο μυαλό μου μ’ έκανε να αισθάνομαι σιγουριά και ασφάλεια. Είχα καταλάβει δηλαδή ότι το κορίτσι το είχα δει περίπου την ίδια ώρα να ανεβαίνει στο λεωφορείο και μάλιστα από την ίδια στάση και να κάνει ένα συγκεκριμένο δρομολόγιο. Τώρα ήμουν σίγουρος ότι το κορίτσι θα το ξανάβλεπα κι έδινα περιθώρια στον εαυτό μου για να το πλησιάσω.
Από εκείνη τη νύχτα ξεκίνησε ένα επίμονο φλερτ. Σχεδόν κάθε νύχτα στεκόμουν στη στάση του λεωφορείου την ίδια ώρα και περίμενα να ξεπροβάλλει. Ανέβαινε στο λεωφορείο και την ακολουθούσα. Και στη στάση που κατέβαινε, κατέβαινα κι εγώ. Έπειτα την ακολουθούσα ως ένα σημείο στα σκοτεινά δρομάκια και την άφηνα. Φυσικά το κορίτσι από ένα σημείο και μετά το είχε καταλάβει ότι τίποτα δε γινόταν τυχαία, ότι είχα γίνει η σκιά του.
Είχαν περάσει δύο βδομάδες με αυτό τον τρόπο, μέχρι που κατάλαβα ότι έπρεπε να την πλησιάσω και να της μιλήσω. Ένα βράδυ κάθησα κι έγραψα ένα γράμμα, με σκοπό να της το δώσω στο χέρι κι έπειτα να εξαφανιστώ από μπροστά της. Στο γράμμα περιέγραφα τον τρόπο που άρχισα να την παρακολουθώ και τη συγκίνηση που ένιωθα από τη θωριά της.
Όταν ήρθε η ώρα του μυστικού ραντεβού, 11.30 με 11.40 περίπου πριν τα μεσάνυχτα, βρισκόμουν στη θέση μου, με σκοπό να κάνω την αποφασιστική κίνηση. Εμφανίστηκε και μόλις με είδε κατακοκκίνησε. Κάθε βράδυ την έβλεπα την κοπέλα πιο τρομαγμένη, όσο ένιωθε ότι το παιχνίδι χοντραίνει. Μόλις κατέβηκε από το λεωφορείο, κατέβηκα από πίσω της αποφασισμένος να την πλησιάσω. Προχωρούσε όμως γρήγορα. Σε μια στιγμή την έφτασα αλλά δίστασα, γιατί εκείνη την ώρα περνούσε κόσμος από το σοκάκι. Ξαναεπιχείρησα να την πλησιάσω αλλά καταλάβαινα ότι όσο άκουγε ότι τα βήματά μου πλησιάζουν, τόσο επιτάχυνε το βήμα της. Φοβήθηκα την ταραχή της. Φοβήθηκα μήπως τρομάξει αν την σταματήσω ξαφνικά. Φοβήθηκα την πιθανή αντίδρασή της που ίσως να είναι τελείως διαφορετική από αυτή που περιμένω. Δίστασα. Και σταμάτησα το γρήγορο βηματισμό. Την άφησα να προχωρήσει μπροστά κι εγκατέλειψα. Ήταν και το γεγονός ότι το σοκάκι ήταν σκοτεινό κι έρημο, ότι η ώρα ήταν περασμένη. Αν ήταν μέρα, ίσως η ψυχολογία και η δική μου και η δική της να ήταν διαφορετική. Είχα πεισμώσει όμως. Ένιωθα καλά ότι η κατάσταση δε σήκωνε άλλες αναβολές.
Την επόμενη νύχτα πάλι το ίδιο σκηνικό. Να την περιμένω στη στάση κι εκείνη να εμφανίζεται. Την πλησίασα σε απόσταση αναπνοής. Της μίλησα. Στην αρχή ένα «γεια σου» και μόλις είδα ότι χαμογέλασε, άρχισα να της εξομολογούμαι πόσο πολύ μου αρέσει, της επαναλάμβανα περίπου αυτά που αράδιαζα στο γράμμα, την έβλεπα να με δέχεται ευνοϊκά, να μου χαμογελάει περισσότερο όσο κι εγώ γινόμουν πιο εξομολογητικός, της είπα λεπτομέρειες για μένα που πιθανόν να την ενδιέφεραν, εκείνη ρωτούσε τ’ όνομά μου, το μέρος που μένω, χαμογελούσε, ρώτησα το όνομά της, την έλεγαν Μάγδα, η γλώσσα μου έρεε μέχρι που ήρθε το λεωφορείο και με αποχαιρέτησε. Αυτή τη φορά δε χρειάστηκε ν’ ανέβω στο λεωφορείο. Ο σκοπός μου είχε εκπληρωθεί. Η γνωριμία είχε γίνει.
Πήρα πάλι μόνος τους δρόμους. Ακτίνες χαράς ανάβλυζαν από τα μάτια μου. Φλέβες που χτυπούσαν στους ρυθμούς του θεού Διονύσου. Έλαμπα ολόκληρος από αγαλλίαση. Δεν περίμενα μια τόσο ευνοϊκή εξέλιξη. Είχα μια επιθυμία να περπατήσω όλους τους δρόμους και τις γειτονιές της εφηβείας και της πρώτης νεότητας. Ήθελα να συγχωρήσω τα πάντα. Να διασκεδάσω όλη τη μοναξιά και τη μελαγχολία περασμένων ετών. Να συγχωρήσω όλα τα πρόσωπα του παρελθόντος που με στεναχώρησαν. Τριγυρνούσα έξω από γνώριμα στέκια άλλων εποχών της ζωής μου, από τοποθεσίες συνδυασμένες με παλιά γεγονότα, από σπίτια όπου κατοικούν ή κατοικούσαν παλιές αγάπες και παλιοί γνώριμοι. Αυτή τη νύχτα ήθελα να τα συγχωρήσω όλα. Να πω παιδιά ξεχάστε τα όλα, εγώ ήδη τα συγχωρώ όλα, δεν έχω καμιά κακία μέσα μου, θέλω να σας αγκαλιάσω και να σας φιλήσω όλους.
Από όποια εκκλησία περνούσα, πήγαινα κι άναβα κερί.
Ήμουν χαρούμενος εκείνο το βράδυ κι ήθελα να γευτώ την κάθε λεπτομέρεια αυτής της χαράς και με κάθε τρόπο. Ίσως ποτέ άλλοτε να μην είχα νιώσει τέτοια ανάταση. Αυτή τη νύχτα δεν ήθελα να κοιμηθώ. Ήθελα να περπατώ με τις ώρες και να σκέφτομαι τη Μάγδα, ν’ αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να μου φερθεί τόσο άψογα.
Την άλλη νύχτα δεν εμφανίστηκα στον τόπο του ραντεβού. Πάλεψα μέσα μου και δεν πήγα. Δεν ήθελα να φανώ ότι εκμεταλλεύομαι την καλή της διάθεση. Δεν ήθελα να φαίνομαι στερημένος. Ίσως και γιατί επιθυμούσα να προεκτείνω όσο γίνεται περισσότερο αυτή την περίοδο αγαλλίασης που είχε φωλιάσει μέσα μου. Μέσα σ’ αυτό το παραλήρημα ευδαιμονίας που με είχε συνεπάρει, για πρώτη φορά ένιωθα να ξεπερνώ το φάντασμα της Βίκυς. Μου φαινόταν η Βίκυ σα μια περασμένη γελοία ιστορία όπου είχα πέσει θύμα εξαιτίας της αδυναμίας μου, μου φαίνονταν εκείνες οι επισκέψεις στην πόλη της σαν ένας παλιός εφιάλτης που δεν πρόκειται να ξαναεπαναληφθεί. Επιτέλους έβλεπα τη Βίκυ στις σωστές της διαστάσεις, ένα κορίτσι που είχα γνωρίσει το περασμένο καλοκαίρι σε ένα θέρετρο, που την καλή του διάθεση την παρερμήνευσα. Επισκεπτόμουν το χειμώνα την πόλη της και την πίεζα σε λάθος χρόνο, ζητούσα πράγματα που τουλάχιστον αυτή την εποχή δε θα μπορούσε να προσφέρει. Κι ήταν ξεκάθαρο, η Βίκυ δεν ήταν ερωτευμένη μαζί μου, μια πινελιά ήμουν στα μάτια της, μια γκριμάτσα, μια θολή εικόνα που άλλοτε της ήταν ευχάριστη κι άλλοτε ενοχλητική.
Εμφανίστηκα στον τόπο του άτυπου ραντεβού με τη Μάγδα τη μεθεπόμενη νύχτα από τη γνωριμία. Την είδα να ξεπροβάλλει στη στάση αλλά, αναπάντεχα, κάθησε σε μια γωνία χωρίς να με πλησιάσει. Αναγκάστηκα να πάω εγώ στο δικό της μέρος. Τη ρώτησα γιατί με απέφυγε. Η απάντησή της ήταν ότι δε με είδε. Από τα πρώτα δευτερόλεπτα η ατμόσφαιρα φαινόταν πιο ψυχρή από την πρώτη γνωριμία. Της ζήτησα την άδεια να τη συνοδεύσω μέχρι το σπίτι της. Και πάλι η απάντησή της δεν ήταν ενθουσιώδης. Δέχτηκε αλλά πρόσθεσε ότι δεν είναι και τόσο απαραίτητο γι’ αυτήν να έχει συνοδεία.
Όταν ανεβήκαμε στο λεωφορείο, της είπα περισσότερες πληροφορίες για τον εαυτό μου κι έπειτα τη ρώτησα ποιος είναι ο λόγος που παίρνει το λεωφορείο κάθε μέρα την ίδια ώρα από την ίδια στάση. «Πηγαίνεις σε κανένα φροντιστήριο;» -ρώτησα. Εκεί έδειξε να αιφνιδιάζεται. «Όχι, είπε.». Ύστερα από κάποια λεπτά τη ρώτησα αν έχει κάποιο δεσμό. Και τότε μου αποκάλυψε πως έχει δεσμό, πως όταν με βλέπει στη στάση είναι γιατί βγαίνει από το σπίτι του φίλου της, πως φεύγει περίπου την ίδια ώρα από εκεί γιατί δεν της επιτρέπουν οι γονείς της να ξενυχτάει πιο πολύ, πως δε μου λέει ψέματα για να μ’ αποφύγει αλλά γιατί έτσι είναι η αλήθεια. Από το σημείο αυτό και μετά, όσες κουβέντες έλεγα τις έλεγα για να μην υπάρχει σιωπή. Είχα χάσει κάθε διάθεση. Η απογοήτευση δεν κρυβόταν. Είχα μαραθεί τελείως. Τη συνόδευσα μέχρι ένα σημείο του δρόμου κι έπειτα την αποχαιρέτησα.
Ξαναπήρα τους δρόμους. Δεν τολμούσα να κάνω σύγκριση ανάμεσα στον τρόπο που περπατούσα πριν δύο βραδιές και στον τρόπο που περπατάω τώρα. Ένα ερώτημα πλανιόταν μέσα μου. Πώς ήταν δυνατόν να παραπλανηθώ τόσο πολύ από εκείνο το πρώτο βλέμμα της; Έφερνα πάλι στο νου μου εκείνες τις πρώτες εικόνες της κοπέλας στο λεωφορείο και δεν μπορούσα να βγάλω άκρη. Από τις επόμενες μέρες άρχισα να ξανασκέφτομαι τη Βίκυ, ίσως γιατί έπρεπε κάτι να σκέφτομαι.



Από τη συλλογή διηγημάτων «Υπόκλιση στον πειρασμό», Οδός Πανός 2014
(Φωτογραφία εξωφύλλου: Harriet Andersson, in Ingmar Bergman's Summer with Monica, 1953)

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Νίκος Εγγονόπουλος, "Στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα"




ΟΡΘΡΟΥ ΒΑΘΕΟΣ

εκείνο που σ’ εμένα
συγκινούσε
– και συγκινεί πάντοτε –
τους
ανθρώπους
είναι
η καταπληκτική μου ομοιότης
με τον
Aβραάμ Λίνκολν

μάλιστα σαν κάποτες ανεγέρθηκε το μπρούντζινό μου άγαλμα
σε μία οποιαδήποτε πλατεία του Πειραιώς
εναπόθεσαν
στα πόδια μου
σιωπηλά
κάτι
που έμοιαζε
– δεν εδιάκρινα καλά πάν’ απ’ το βάθρον –
σαν λείψανο
σα χάλκινο
μαγκάλι
μ’ αναμμένα κάρβουνα

περίμενα να νυχτώση καλά
κι’ όταν πλησίασα
να δω
διεπίστωσα
– με τι χαρά –
ότι δεν είταν τίποτ’ άλλο
παρά
τα μαύρα μάτια της γυναίκας π’ αγαπώ
που
ελάμπανε
μές στο
σκοτάδι


«Η επιστροφή των πουλιών», 1946




ΠΟΙΗΣΗ 1948

τούτη η εποχή
του εμφυλίου σπαραγμού
δεν είναι εποχή
για ποίηση
κι’ άλλα παρόμοια
σαν πάει κάτι
να
γραφή
είναι
ως αν
να γράφονταν
από την άλλη μεριά
αγγελτηρίων
θανάτου

γι’ αυτό και
τα ποιήματά μου
είν’ τόσο πικραμένα
(και πότε – άλλωστε – δεν ήσαν;)
κι’ είναι
– προ πάντων –
και
τόσο
λίγα


«Έλευσις», 1948




ΝΕΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ IΣΠΑΝΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ
ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ ΣΤΙΣ 19 AΥΓΟΥΣΤΟΥ ΤΟΥ 1936
ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΑΝΤΑΚΙ ΤΟΥ KΑΜΙΝΟ NΤΕ ΛΑ ΦΟΥΕΝΤΕ

                                      ...una accion vil y disgraciado

η τέχνη κι’ η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:
η τέχνη και η ποίηση μάς βοηθούνε
να πεθάνουμε

περιφρόνησις απόλυτη
αρμόζει
σ’ όλους αυτούς τους θορύβους
τις έρευνες
τα σχόλια επί σχολίων
που κάθε τόσο ξεφουρνίζουν
αργόσχολοι και ματαιόδοξοι γραφιάδες
γύρω από τις μυστηριώδικες και αισχρές συνθήκες
της εκτελέσεως του κακορρίζικου του Λόρκα
υπό των φασιστών

μα επί τέλους πια ο καθείς γνωρίζει
πως
από καιρό τώρα
― και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα ―
είθισται
να δολοφονούν
τους ποιητάς


«Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω», 1957



Από την «ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ, 1930 - 1080», Άρη Δικταίου - Φαίδρου Μπαρλά, Τόμος Πρώτος, Εκδ. Ολυμπία, 1980-1982 

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Νίκος Καρύδης, "Η τελευταία θάλασσα"





Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΘΑΛΑΣΣΑ

Η τελευταία θάλασσα θα ’ρθη αύριο
και θα ’ναι σαν ένα κοπάδι άλογα
που αφηνιασμένα θα τρέχουν
για έν’ ανύπαρχτο τέρμα
και θα ’ναι σα μια βροχή
που θα γεμίζη λησμονημένες στέρνες
βρόχινο νερό
θα ’ναι σαν το πρώτο κλάμα βρέφους.

Η τελευταία θάλασσα θα ’ρθη αύριο
και θα ’ναι σαν μια εκκλησιά
με κλαμένους ανθρώπους
και θα ’ναι σαν μια σειρά από αδειασμένα
φλυτζάνια του καφέ σ’ ένα χαμηλό τραπεζάκι
θα ’ναι σαν μια αγκαλιά ξεραμένα λουλούδια.

Η τελευταία θάλασσα θα ’ρθη αύριο
συλλογίσου τις βάρκες
που θα ψάχνουν τη νύχτα
την αμμουδιά που θα τρομάζη τις νυχτερίδες
συλλογίσου κείνη την κόκκινη πέτρα
που μπαρκάρησε για να μην αράξη ποτέ σε λιμάνι.

Η τελευταία θάλασσα θα ’ρθη αύριο
και θα ’σαι εσύ με τα μαλλιά σου και τα μάτια σου
χωρίς χρώμα
και θα χτυπάν οι καμπάνες και θα σφυρίζουν τα βαπόρια
κι’ οι εφημερίδες θα γράφουν
λόγω του πνέοντος σφοδροτάτου ανέμου
το πυρ προσέλαβε τεραστίας διαστάσεις.




AΝ ΕΙΣΑΙ...

Αν είσαι μια μικρή παραπονεμένη πέτρα
σε μια ερημιά
αν είσαι ένα μοναχικό κυκλάμινο
στο βουνό
αν είσαι ένα ξεχασμένο άστρο
στον ουρανό
πού θες να το ξέρω;

Αν είσαι μια βραδυνή βροχή
στη θάλασσα
αν είσαι ένας βαπορίσιος καπνός
στο πέλαγος
αν είσαι ένα παληό εικόνισμα
σε μια εκκλησιά
πού θες να το ξέρω;

Αν είσαι ένα αγκάθι
στην καρδιά μου
εγώ που σ’ αγαπώ
πώς θες να το ξέρω;



Από τη συλλογή «Ποιήματα», 1957

Κώστας Καράλης - Πώς θες να το ξέρω
(Μουσική: Γιάννης Σπανός, ποίηση: Νίκος Καρύδης)