Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Ειρήνη Παραδεισανού: "Ο Φερνάντο Πεσσόα και η ηλιθιότητα των ευφυών"





Ο Φερνάντο Πεσσόα και η ηλιθιότητα των ευφυών

«Δεδομένου ότι ο Φερνάντο διαθέτει μια ευαισθησία σε υπερβολική ετοιμότητα καθότι συνοδεύεται από μια ευφυΐα σε υπερβολική ετοιμότητα, αντέδρασε πάραυτα στο Μεγάλο Εμβόλιο – το εμβόλιο που προστατεύει από την ηλιθιότητα των ευφυών».
Αυτά γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος, ένας από τους ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα για τον δημιουργό του.
Τη βλέπω γύρω μου αυτήν την ηλιθιότητα.
Στην κλειδωμένη ματιά του νέου ανθρώπου που στα είκοσι νομίζει πως βρήκε όλες τις απαντήσεις και δεν καταδέχεται να θέσει ερωτήματα.
Στην αλαζονεία του «επιτυχημένου» μεσήλικα που, αυτάρεσκα κλειδωμένος στο κουτί της γνώσης του, απορρίπτει μετά βδελυγμίας – καλά οχυρωμένης πίσω από ένα προσωπείο συναίνεσης και μετριοπάθειας – οτιδήποτε δε χωράει στα κουτάκια της μικρονοϊκής σκέψης του.
Μονάχα τα παιδιά στέκουν αλώβητα από αυτήν. Η ευφυΐα τους είναι στ’ αλήθεια μαγική, γιατί οι αλυσίδες της σκέψης δεν έχουν προλάβει ακόμη να τη μολέψουν. Και υποπτεύομαι πως η παιδική ματιά του είναι που έσωσε τον Φερνάντο Πεσσόα από την ηλιθιότητα των ευφυών.

«Σαν ένα παιδί προτού το μάθουν να είναι μεγάλος,
Υπήρξα αληθινός και πιστός σε ό,τι είδα και άκουσα».

Μονολογεί ο Φερνάντο Πεσσόα μέσα από τα ασύνδετα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο.
Το πιο σημαντικό: O ίδιος ο ποιητής δεν επαίρεται για τίποτα. Επινοεί τον ετερώνυμό του, τον Αλμπέρτο Καέιρο, ως τον υπέρτατο δάσκαλο που τον εμπνέει.
Νομίζω πως η ανάγκη του αυτή να επινοεί χαρακτήρες φανταστικούς πέρα για πέρα και αποστασιοποιημένος απ’ τον εαυτό του να γράφει τα ποιήματα που αυτοί του υπαγορεύουν, υπογράφοντας με τα ονόματά τους δεν είναι τυχαία. Πίσω απ’ αυτήν κρύβεται μια βαθιά εντιμότητα, μια αδήριτη ανάγκη για αλήθεια.

«Ο δάσκαλός μου Καέιρο δεν ήταν παγανιστής. Ο Ρικάρντο Ρέις είναι παγανιστής, ο Αντόνιο Μόρα είναι παγανιστής. Ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσσόα θα ήταν παγανιστής, αν δεν ήταν ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».
Γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος.
Ο Πεσσόα έχει την εντιμότητα να σκάψει βαθιά μέσα του, να κοιτάξει την έρημο της ψυχής του και να παραδεχτεί πως «είναι ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».
Έχει όμως παράλληλα μέσα του τη σφραγίδα της δωρεάς που λίγοι εκλεκτοί έχουν, το κεντρί της αμφιβολίας, την ακόρεστη ανάγκη για αναζήτηση της αλήθειας. Κι όταν αυτή τον πληγώνει;

Ο αυθεντικός ποιητής φτιάχνει τη δική του αλήθεια. Γίνεται ο προφήτης της και την κηρύσσει μέσα από το έργο του. Εναγώνια προσπαθεί να την προστατεύσει από τα βρώμικα χνώτα των άλλων.

Και η αλήθεια του ποιητή Φερνάντο Πεσσόα δεν υπήρξε ποτέ μονοδιάστατη. Από κει και η ανάγκη του να υποδυθεί ρόλους, να επινοήσει τόσους ετερώνυμους όσα και τα πρόσωπα της αλήθειας του.

«Δεν αλλάζω. Ταξιδεύω (…) Εμπλουτίζω την ικανότητά μου δημιουργώντας νέες προσωπικότητες. Συγκρίνω αυτήν την πορεία προς τον ίδιο μου τον εαυτό όχι με κάποια εξέλιξη αλλά με κάποιο ταξίδι».

Πάνω απ’ όλα όμως υπερασπίζεται την παιδικότητα, τη ματιά την μπολιασμένη με το όνειρο.

«Έχουμε όλοι δυο ζωές:
Την πραγματική, αυτή που ονειρευόμαστε
Στην παιδική μας ηλικία, αυτή
Που συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε, μεγάλοι,
Στο βάθος της ομίχλης
Και την ψεύτικη, αυτή που ζούμε
Στις συναλλαγές μας με τους άλλους.
Που είναι η πρακτική, η χρήσιμη,
Αυτή που την τελειώνουμε στο φέρετρο.

Στην άλλη δεν υπάρχουν φέρετρα, θάνατοι,
Μόνο εικόνες των παιδικών μας χρόνων:
Μεγάλα βιβλία χρωματιστά, για να δεις κι όχι για να διαβάσεις
Μεγάλες σελίδες χρωματιστές, για να θυμάσαι αργότερα.
Στην άλλη είμαστε εμείς,
Στην άλλη ζούμε.
Σ’ αυτή πεθαίνουμε, και ζωή σημαίνει αυτό ακριβώς.
Αυτή τη στιγμή, λόγω αηδίας, ζω στην άλλη…»

(Δακτυλογραφία, απόσπασμα, μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)

Πόσοι τη νιώθουν αυτήν την αηδία; Ή μάλλον πόσοι είναι ικανοί να τη νιώσουν; Σ’ αυτούς απευθύνεται ο ποιητής. Ο ποιητής «με τη διανοητική πάντα ευαισθησία του, την έντονη και ανέμελη προσοχή του, τη θερμή λεπτότητα που δείχνει στην παγερή ανάλυση του εαυτού του».
Ο Φερνάντο Πεσσόα, ένας διανοητής με βλέμμα που στοχεύει στην ψίχα των πραγμάτων ανέγγιχτος από τις μικρονοϊκές θεωρήσεις των ευφυών ηλιθίων.


Ειρήνη Παραδεισανού



(Τα αποσπάσματα είναι από τα βιβλία: «Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο», μετάφραση, σημειώσεις Μαρία Παπαδήμα, εκδόσεις Gutenberg και «Fernando Pessoa, Ποιήματα», εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

"Η αιχμή του δόρατος" στην Βέροια




ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Ο Ποιητικός Πυρήνας και η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέροιας σε συνεργασία με τις εκδόσεις FUTURA και το βιβλιοπωλείο «Ηλιοτρόπιο», παρουσιάζουν το βιβλίο «Η ΑΙΧΜΗ ΤΟΥ ΔΟΡΑΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ 1987 - 2011», του ποιητή και κριτικού λογοτεχνίας Νίκου Λάζαρη, την Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014 στις 18:00 στην αίθουσα εκδηλώσεων της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Βέροιας (Έλλης 8).
Για το βιβλίο και τον συγγραφέα θα μιλήσουν: ο Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου (ποιητής), η Γεωργία Τριανταφυλλίδου (ποιήτρια) και ο συγγραφέας Γιώργος Λιόλιος ο οποίος και θα συντονίσει την εκδήλωση.



Μικρό βιογραφικό

Ο Νίκος Λάζαρης γεννήθηκε στη Νίκαια του Πειραιά, αλλά έζησε τα παιδικά του χρόνια στη Λυκόβρυση, όπου και κατοικεί μόνιμα. Σπούδασε Δημοσιογραφία και Κινηματογράφο. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε αθηναϊκές εφημερίδες και περιοδικά, και ως κειμενογράφος και δημιουργικός διευθυντής (creative director) σε μεγάλες διαφημιστικές εταιρείες. Διετέλεσε επίσης καλλιτεχνικός διευθυντής στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Λυκόβρυσης, και διευθυντής στο Ίδρυμα "Τάκης Σινόπουλος - Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Ποίησης".
Στα Γράμματα εμφανίστηκε το 1974, με τέσσερα ποιήματα στον τόμο "Κατάθεση '74". Ακολούθησαν οι ποιητικές συλλογές: "Ο βυθός της γκαζόζας" (1975), "Το δάσος των εκρήξεων" (1978), "Ερωτογράφημα" (1981), "Τα δέντρα τρέχουν βιαστικά" (1985), "Ο βυθός της γκαζόζας και άλλα ποιήματα" (1995), "Το αόρατο νήμα" (2002), "Η ένταση είναι διαρκής - Ποιήματα 1975-2002", (συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων, 2007), "Η αιχμή του δόρατος, Κριτικά κείμενα 1987 - 2011".
Με την ιδιότητα του κριτικού, έχει συνεργαστεί με τα λογοτεχνικά περιοδικά "Γράμματα και Τέχνες" και "Πλανόδιον", ενώ από τον Μάρτιο του 2002 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2012, κράτησε τη στήλη της λογοτεχνικής κριτικής στο περιοδικό "Νέα Εστία". Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.



Λίγα λόγια για την «Αιχμή του δόρατος»

Μετά τον πρόλογο του βιβλίου ο οποίος κατατοπίζει τον αναγνώστη σε θέματα αξιολόγησης της λογοτεχνίας, ακολουθεί το κύριο μέρος, με τα 50 κριτικά κείμενα (τα οποία αφορούν ποιητικά έργα των Μ. Σαχτούρη, Μ. Μέσκου, Κ. Δημουλά, Ν. Βαγενά, Μ. Γκανά, Α. Μπακονίκα κ.ά.) και κλείνει με μία συνέντευξη που ο συγγραφέας έδωσε στον Σταμάτη Μαυροειδή και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα: Η Κυριακάτικη Αυγή, 9 Ιουλίου 2006.
Ο Νίκος Λάζαρης, με την οξυδέρκεια που τον χαρακτηρίζει, υπογραμμίζει τις αρετές αλλά και τις αδυναμίες των ποιητικών συλλογών που κριτικάρει, καθιστώντας την ανάγνωση τού βιβλίου πολυεπίπεδη και βοηθώντας τον αναγνώστη να εξάγει χρήσιμα συμπεράσματα πάνω στην Ποιητική Τέχνη εν γένει.
Ένας από τους στόχους της εκδήλωσης είναι να γίνει γνωστό το βιβλίο στους φίλους της Ποίησης και ειδικά στους νέους ανθρώπους που θέλουν να ασχοληθούν με την Λογοτεχνία.


Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Mary Szybist, "Στο Τεννεσή Βρήκα Μια Πυγολαμπίδα", (μετάφραση - επίμετρο: Σοφία Γιοβάνογλου)




Στο Τεννεσή Βρήκα Μια Πυγολαμπίδα

Φωσφόριζε μες στο γρασίδι· τη γράπωσε το στόμα μιας αράχνης
σ’ ένα σκοτείνιασμά της: τα πόδια της αράχνης
κράτησαν τα φτερά της γαντζωμένα και κλειστά,
κράτησαν την κοιλιά της μαγκωμένη, ενώ εκτόξευε εκκλήσεις
από φωσφορούχο φως —

Όταν κουράζομαι να είμαι άνθρωπος, να τις θυμάμαι προσπαθώ
τις δυο τους σφιχταγκαλιαμένες. Να τις κρατάω προσπαθώ
στο μέσα μέρος του μυαλού μου, με όλα τα υπόλοιπα
να τις κυκλώνουν, να τις κοιτάνε στο αλληλογάντζωμά τους.
Υπάρχει φλερτ, και υπάρχει πείνα. Υπάρχουν υποθέτω
και γαντζώματα απ’ τα οποία ούτ’ οι άγγελοι ξεφεύγουν.
Ακόμη και φανταστικά. Λουσιφερίνη, λουσιφεράση.
Όταν κουράζομαι απ’ το ν’ αγγίζω μόνο
έχω το στόμα μου να πολεμάει να σου πει
τι είν’ αυτό, που μες στα χέρια σου, δεν σβήνει.


                                                          Μετάφραση: Σοφία Γιοβάνογλου



Η Mary Szybist γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πενσυλβάνια. Σήμερα ζει στο Πόρτλαντ του Όρεγκον και διδάσκει στο Κολλέγιο Lewis & Clark. Έχει βραβευθεί αρκετές φορές για την πρώτη της συλλογή “Granted” (2003), απ’ όπου προέρχεται και το μεταφρασμένο ποίημα, ενώ για την επόμενη συλλογή της, “Incarnadine” (2013), της έχει απονεμηθεί το National Book Award for Poetry.

Πηγές:
http://www.poetryfoundation.org/poem/179242
http://maryszybist.net/

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

Κόμης Λωτρεαμόν, "Τα άσματα του Μαλντορόρ"




ΤΑ ΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΑΛΤΟΡΟΡ

Πρώτο Άσμα

ΙΙΙ

(απόσπασμα)

Γερο-Ωκεανέ με τα κρυστάλλινά σου κύματα, μοιάζεις, κρατώντας τις αναλογίες, μ’ εκείνες τις γαλαζωπές ραβδώσεις όπου θωρεί κανείς να ’χουν οι ναυτικοί στην πληγιασμένοι τους ράχη. Μια τεράστια απεραντοσύνη είσαι, απλωμένη πάνω στο κορμί της γης. Στο πρώτο σου αντίκρισμα, ένας σιγανός λυπητερός αέρας, που θα τον έλεγε άλλος ψιθυρητό της αύρας σου της απολαυστικής, περνάει αφήνοντας αχνάρια άσβηστα μες στη συγκλονισμένη ως τα κατάβαθα ψυχή και ξεσπάει στη θύμηση κεινών που σ’ αγαπάνε, τα τραχιά ξεκινήματα του ανθρώπου, τότες που πρωτόνιωσε τον πόνο, τον πόνο που πια δεν τον αποχωρίστηκε ποτέ. Σε χαιρετώ, Γερο Ωκεανέ!


Μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης


Ο κόμης Λωτρεαμόν (σχέδιο του Φελίξ Βαλλοτόν)

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

Γιώργος Χρονάς, "Ωδή στη Μαίρυλιν Μονρόε"




ΩΔΗ ΣΤΗ ΜΑΙΡΥΛΙΝ ΜΟΝΡΟΕ

Ζωγραφίστε πάνω στο σώμα μου όλους τους κρατήρες
των ηφαιστείων της γης, την ευλογιά των λιμενεργατών
        της Νέας Υόρκης
Ζωγραφίστε πάνω στο σώμα μου τους ευνούχους του νέου
        αυτοκράτορα, τη φωνή των γερανών του Ίβυκου
Ζωγραφίστε πάνω στο σώμα μου τη μάνα μου την Έθελ
− Έθελ την έλεγαν; − τον τελευταίο εραστή μου
που σκοτώθηκε πάνω σε μοτοσυκλέτα στο Σικάγο
Ζωγραφίστε πάνω στο σώμα μου τη μέθεξη της τζαζ
του ροκ εντ ρολ, του χασίς και των βαρβιτουρικών
Ζωγραφίστε πάνω στο σώμα μου τις ονειρώξεις
των ομοφυλοφίλων του Κίνσεϋ και των ιερόδουλων
        της Νέας Υόρκης
Χαράξτε πάνω στο σώμα μου εκείνη την κυρία
στην τηλεόραση να λέει «τα μανιτάρια του Θιβέτ προτιμώνται
        για το γεύμα της Τετάρτης»
Χαράξτε πάνω στο σώμα μου τη φωνή μου σε δίσκο 78 στροφών
να τραγουδά τον Εθνικό Ύμνο των Ηνωμένων Πολιτειών
Έπειτα κυκλοφορήστε νύχτα τη μορφή μου σε σεντς
σε χαρτιά τουαλέτας
σε σχολικά τετράδια
και σε φτηνά εσώρουχα.

Αυτά είπε εκείνο το πρωί η Μαίρυλιν Μονρόε
μπαίνοντας στα WC της Νέας Υόρκης
κρατώντας στα χέρια της τη μήτρα της
τις ψεύτικες βλεφαρίδες της και το κεφάλι της.




Από τη συλλογή «Βιβλίο Ι», (ενότητα «Συντεχνία»), που περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση «ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΟΝΑΣ, Τα ποιήματα 1973 - 2008», εκδ. Οδός Πανός, 2008

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Βάιος Νικιώτης, "Όλες οι πορείες η πορεία"




Από εκλάμψεις η επιθυμία
με χέρι που ψευδίζει
ελεημοσύνες ύψους αφίσας.
Μόδα από πειρασμό παλιά,
που σπρώχνει σε καλή τιμή
μια ολοένα 
και πιο ριζική στέρηση
παράφωνα εαυτή
και γίνεσαι τόσο εύκολα
κτήνος, όσο εύκολα κάνεις
την αθώα περιστερά.
Να, έκανε ρίμα το ποίημα
και θίχτηκε η ρίμα,
όπως κάθε τι άσκησης
μες στον πυρετό
που χάνει το βήμα και μένεις
με την άσκηση στο χέρι
και γεννιέται μια φιγούρα
χωρικής μεταφοράς
που σε κοιτάει
με τα δικά σου μάτια
και ζεις, εν τέλει,
με μάτια εξακρίβωσης στοιχείων.




σε μοτίβο Ταρκόφσκι

Από το δάσος των γεγονότων
σηκώνονται τα μάτια σε μαύρα πανιά
και διασχίζουν κρεμαστάρια
με σφαχτά και χάνονται στα χρόνια,
φτάνουν στους γυρολόγους
της ιστορίας για να ψωνίσουν
από τον πάγκο φυλλάδια
για χαλάκι «καλωσήρθες» αυτής της πόλης.
Μυριάδες μορφές, οικοδεσπότες
με τέχνη ενός πείσματος αφαίρεσης
του πραγματικού αψηφώντας
το κασκόλ τού βασάνου του.

Απ’ το μελανό σημείο
του ουρανού βρέχει μέλλον
στη τελευταία χούφτα τής γης
και τρέχει ένα σκυλί, κινείται γύρω της,
κάθεται στο πλάι
και με τη μουσούδα σε σκουντά αλεξικέραυνο...




La pietà

Ένα ρόδο κάνει περιπάτους
ανάμεσα, εκεί που στέφει ο θάνατος το έλεος.

Ο καιρός περνά στης αναμονής
την αίθουσα και χαιρετιόμαστε
ακόμα άκοποι του ψαλμού·
κι όπως συχνά συμβαίνει στο ξεδίπλωμα
της χρονοπιέτας,
ο καθείς και τα όπλα του
στου μεσαγρού το συνανθρώπινο ήχο.




φως του πρωινού

Ούτε που σαλεύω
κρεμασμένος απ’ τα έγχορδα
που παίζουν ό,τι κονιορτοποιεί
του βέλους τη σκοπευτική γραμμή·
πολυχορικό με άρπισμα
και κιθάρες εικονογραφεί
το άχθος τοπίων που δηλώνει
το κράτημα από τα δέντρα,
καντέντσα το βιολοντσέλο
απ’ άλλο ύψος επί της αρμονίας
σπρώχνει το κοράκι
του νικημένου σώματος
στο κοινό τσουκάλι.
Πόσα ξέρεις φως του πρωινού...




του σπασμού

Ποτισμένη η κάθε μου πληγή,
με ρίζες που διψούν
κι ανασταίνουν φύλλα,
να τα χορταίνει αέρας
στο πιο ψηλό κλαδί.

Φορές πολλές
τον τύλιξε η πειθώ...
ο ήχος της,
που φανερώνει τραγούδι
αυτό που τραγουδά
όταν ο σπασμός στεριώνει,
σελίδες αποκάλυψης γυρνά·
και τραγουδούσε,
μέσα της ξανά
και πάλι και πως αλλιώς να κάνει,
εκείνος!... ο σπασμός,
που ’ξερε και τις πληγές
να τις χορταίνει ζάλη.


                  (από την ενότητα «πέντε σονέτα»)




Από τη συλλογή «Όλες οι πορείες η πορεία», εκδ. Ενδυμίων 2014

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

Πωλ Ελυάρ, "Δύο ποιήματα"




ΧΩΡΙΣ ΗΛΙΚΙΑ

Πλησιάζουμε
Μέσα στα δάση
Πάρε το δρόμο του πρωινού
Ανέβα τα σκαλιά της πάχνης

Πλησιάζουμε
Είναι η καρδιά της γης σφιγμένη

Να ’ρθει στον κόσμο μια μέρα ακόμη

Θα πλατύνει ο ουρανός
Είχαμε βαρεθεί
Να κατοικούμε στα ερείπια του ύπνου
Στη χαμηλή σκιά της ανάπαυσης
Της κούρασης και της εγκατάλειψης

Η γης θα ξαναπάρει τη μορφή των ζωντανών σωμάτων μας
Ο άνεμος θα μας υπομείνει
Ο ήλιος και η νύχτα θα περάσουν μες στα μάτια μας
Χωρίς ποτέ να τ’ αλλάξουν

Το σίγουρό μας διάστημα ο αγνός μας αέρας φτάνει
Για να γεμίσει την αργοπορία που έσκαψε η συνήθεια
Όλοι μαζί θ’ αράξουμε σε μια καινούρια μνήμη
Και θα μιλήσουμε μαζί μια ευαίσθητη λαλιά

Ω αδερφοί μου αντίμαχοι που κρατάτε στα μάτια
Τη νύχτα αναλυμένη και τη φρίκη της
Πού να σας έχω αφήσει
Με τα βαριά σας χέρια μες στο λάδι το νωθρό
Μες στις παλιές σας πράξεις
Με τόση λίγη ελπίδα που κι ο θάνατος
Φαίνεται να ’χει δίκιο
Χαμένοι μου αδερφοί
Εγώ πηγαίνω προς τη ζωή έχω την όψη ανθρώπου
Για ν’ αποδείξω πως ο κόσμος έγινε στ’ ανάστημα μου

Και δεν είμαι μόνος
Χίλιες εικόνες από μένα πληθαίνουν το φως μου
Χίλιες ματιές πανόμοιες ισοπεδώνουν τη σάρκα
Να το πουλί το παιδί κι ο βράχος κι ο κάμπος
Σμίγουν μαζί μας
Γελά το χρυσάφι που έμεινε από την άβυσσο έξω
Γυμνό νερό γυμνή φωτιά για μια εποχή μονάχα
Έκλειψη δεν υπάρχει πια στο μέτωπο του κόσμου

*

Χέρια από τα χέρια μας αναγνωρισμένα
Χείλια με τα χείλια μας ενωμένα
Οι πρώτες ανθισμένες ζέστες
Παραστέκουνται το αίμα δροσερό
Το πρίσμα ανασαίνει μαζί μας
Εύφορη αυγή
Στην κορφή κάθε χόρτου βασίλισσα
Στην κορφή των μούσκλων στην αιχμή του χιονιού
Του κυμάτου της ταραγμένης άμμου
Της επίμονης παιδικής ζωής
Έξω από όλες τις σπηλιές μας
Έξω από τον εαυτό μας.


                                              Μετάφραση: Γιώργος Σεφέρης




ΖΩΓΡΑΦΙΣΤΑ ΛΟΓΙΑ

Για να νιώσεις το παν
Ακόμη
Και το δέντρο με την πρωραία ματιά
Της σαύρας και της κληματίδας
Το δέντρο τ’ αξιολάτρευτο
Τη φωτιά τ’ αδιέξοδο

Για να σμίξεις δρόσο και φτερούγα
Σύννεφο και καρδιά νύχτα και μέρα
Παράθυρο κι όποια να ’ναι χώρα

Για να καταργήσεις
Του μηδενικού τον μορφασμό
Που θα κυλήσει μεθαύριο στο χρυσάφι

Για να ξεκόψεις
Με τις μικροπρέπειες
Των θρεμμένων απ’ τους ίδιους των εαυτούς γιγάντων

Για να δεις όλα τα μάτια έτσι ωραία
Όσο κι εκείνα που ατενίζουνε
Θάλασσα που τα πάντ’ αφομοιώνει

Για να δεις τα μάτια ν’ αντικαθρεφτίζουνε
Μέσα τους πάλι όλα τα μάτια

Για να γελάς που κάποτε
Ιδροκόπησες ξεπάγιασες
Και πείνασες και δίψασες

Για να ’ναι και το να μιλάς
Όσο και να φιλάς
Γενναιόδωρο

Για ν’ αναδέψεις κολυμβήτρια και ποτάμι
Κρύσταλλο και χορεύτρια θύελλας
Χαραυγή και καρδιάς άνοιξη
Φρονιμάδες και πόθους παιδιάστικους

Για να δώσεις στη γυναίκα
Τη μοναχική και τη συλλογισμένη
Τη μορφή των χαδιώνε
Που ονειρεύτηκε

Για να ’ναι η έρημος μες στη σκιά
Κι όχι διόλου μες στη σκιά
Μου

Όλα ορίστε
Δίνω
Τ’ αγαθά μου
Όλα
Τα
Δικαιώματά μου.


                                              Μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης



Από το βιβλίο «Χριστόφορος Λιοντάκης - Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης (Από τον Μπωντλαίρ ως τις μέρες μας)», γ΄ έκδοση, εκδ. Καστανιώτη, 2000

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Ιάσωνας Σταυράκης, "Μηδέν γραμμάρια"




Υπότροπη

Η ματαιοδοξία
αλλάζει πορεία στο αίμα...




Συνωμοσία

Απ’ το τίποτα γεννιέται ένα ποίημα…
Μην ακούς τα κρίνα που συνωμοτούν…




Σίσυφος

Δεν είμαι ξένος εδώ…
Βλέπεις εκείνη
την κηλίδα ψέματος
που ανθίζει
μια φορά τον αιώνα
στην καρδιά της στέπας;
Βλέπεις στα μάτια
του ελέφαντα
το χάρτη
του πεπρωμένου;
Βλέπεις το Κιλιμάντζαρο
που τρίβει τους αγκώνες
και στο σκοτάδι μου φωνάζει…
Σίσυφε…
Δε με θυμάσαι;




Ειδωλολάτρης

Είμαι ο αρχιερέας των παγανιστών
που λάτρεψαν το κορμί σου…




Μήτρα

Η μάνα της τέχνης
είναι η παύση…




Τρομοκράτης

Σταμάτησα να φοβάμαι
τις εικονικές εκτελέσεις…
Η πραγματικότητα ήταν
πως πάντα έτρεμες
να με πυροβολήσεις…




ΙΙΙ

Τα όνειρα
είναι κβαντικά
αποστάγματα…




Από τη συλλογή «Μηδέν γραμμάρια», εκδ. ανεμιστήρας

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, "Ματαιωμένοι έρωτες"

Διηγήματα με ιδιότυπο ύφος και χαμηλότονη γραφή όπου ο έρωτας είναι μια απόλυτη αλλά καθόλου εξιδανικευμένη κατάσταση


Ιγνάτης Χουβαρδάς
Υπόκλιση στον πειρασμό
Εκδόσεις Οδός Πανός,
σελ. 125, τιμή 12 ευρώ


Σπανίως θα συναντήσουμε στο τοπίο της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας τον έρωτα μόνο του, σαν ένα αυτοτελές μέγεθος, μακριά από τη θαλπωρή ή τις δαγκάνες της οικογένειας, σε απόσταση από τον κοινωνικό και τον ταξικό του περίγυρο, πέρα από τις συχνά βάναυσες, ακόμα και βάρβαρες περιπλοκές του. Στην καινούργια συλλογή διηγημάτων του Ιγνάτη Χουβαρδά, ενός αφανούς εργάτη των γραμμάτων με ιδιότυπο ύφος και χαμηλότονη γραφή, ο έρωτας θα ανέβει στο προσκήνιο χωρίς κανένα πρόσημο, εκπροσωπώντας το ύστατο απόσταγμα της ζωής: μια απόλυτη, ολοκληρωτική κατάσταση για την οποία δεν απαιτείται η παραμικρή μεσολάβηση. Κάτι τέτοιο πάντως δεν σημαίνει πως ο συγγραφέας πάσχει από τάσεις εξιδανίκευσης ούτε πως τα γραπτά του κινούνται στην περιοχή του άδολου λυρισμού. Οι έρωτες, αντιθέτως, για τους οποίους θα κάνει λόγο ο Χουβαρδάς, συνεχίζοντας μια γραμμή χαραγμένη από πολύ νωρίς στην πεζογραφία του, είναι έρωτες ποικιλοτρόπως βασανισμένοι και ματαιωμένοι, ιστορίες που θα σημαδέψουν διά βίου την ψυχή και θα ταλαιπωρήσουν κατ’ επανάληψη το σώμα.

Πρωταγωνιστής στα διηγήματα του Χουβαρδά είναι ένα και μοναδικό πρόσωπο: ένας μοναχικός και απροσδιόριστης ηλικίας άντρας (θα μπορούσε να είναι μέχρι και μεσόκοπος) ο οποίος περιπλανιέται σε διάφορες πόλεις της Βόρειας Ελλάδας για να αντιμετωπίσει σε κάθε νέα του περιπλάνηση το ίδιο φάσμα: έναν νεανικό γυναικείο πειρασμό, όπως σαφώς τον προαναγγέλλει και ο τίτλος του βιβλίου, ένα δροσερό, γεμάτο απροσποίητη ομορφιά και χάρη κορίτσι που θα κινητοποιήσει πάραυτα όλες του τις δυνάμεις, προκαλώντας έναν εκκωφαντικό συναγερμό. Κανένας και τίποτε δεν είναι σε θέση να συγκρατήσουν τον ήρωα-αφηγητή όταν έχει έρθει η ώρα να οιστρηλατηθεί από τη γυναικεία μούσα: οι επαγγελματικές και βιοτικές του έγνοιες θα κάνουν αμέσως φτερά, τα προβλήματα τα οποία οδήγησαν στην καταστροφή παλαιότερους έρωτες θα σβηστούν από τη μνήμη του χωρίς περιθώρια αναβολής και κάθε προηγούμενη κακοτοπιά θα σπεύσει να καταχωνιαστεί σε ένα οριστικά θαμμένο παρελθόν.

Ο έρωτας εν τούτοις, όπως το έλεγα και προεισαγωγικά, δεν θα ευδοκιμήσει και δεν θα θριαμβεύσει στο τέλος είτε επειδή ο ήρωας δεν θα διαγνώσει σωστά το ενδιαφέρον της άλλης πλευράς είτε γιατί, συνηθέστερα, δεν θα κατορθώσει να κατανοήσει ποιος είναι ο σωστός χρόνος συντονισμού μαζί της. Και αυτό το συνεχές contretemps, που θα στείλει περίπατο αγάπες και επιθυμίες και θα ανατρέψει αδίστακτα τις ευνοϊκότερες προοπτικές, χάρη στη φυσική ατολμία του πρωταγωνιστή να οργανώσει και να ιεραρχήσει έγκαιρα τους στόχους του ερωτικού του παιχνιδιού, θα έχει ως αποτέλεσμα μια μόνιμη αίσθηση περιθωριοποίησης και αποτυχίας, ακόμα κι αν ορισμένες φορές θα αποτελέσει πηγή μιας εκ των υστέρων ικανοποίησης.

Πώς ακριβώς όμως ανάβει η σπίθα του έρωτα στα διηγήματα του Χουβαρδά; Μα, πάντοτε μέσω της παρατήρησης ενός κατ' αρχάς εντελώς άγνωστου κοριτσιού. Στο στοιχείο της περιπλάνησης θα προστεθεί τώρα το βλέμμα: ένα βλέμμα που θα συλλάβει με εξαιρετική ακρίβεια τις λεπτομέρειες του κορμιού και του προσώπου (από το χαμόγελο και την κοτσίδα των μαλλιών μέχρι τη σφριγηλή σάρκα της πλάτης ή τα άβαφα νύχια των ποδιών), ένα βλέμμα που θα αναζητήσει με αγωνία το νεύμα της αποδοχής και της συγκατάνευσης, ένα βλέμμα που θα ψάξει ακούραστα μέσα στα ξένα μάτια για ένα ελάχιστο έστω ίχνος θέρμης και οικειότητας. Είναι το βλέμμα που ξέρει πώς να ανακαλύψει πίσω από το αντικείμενο του πόθου του και έναν άλλο, κάποτε επιτακτικότερο πόθο: τον πόθο για ένα δεύτερο ή και τρίτο κορίτσι δίπλα στο πρώτο που άλλοτε θα απαλύνει τον πόνο της απόρριψης και άλλοτε θα μετονομάσει τον πόθο προκειμένου να χτίσει μια καινούργια αγάπη.

Όντας κατά κανόνα μια πικρή εμπειρία, ο έρωτας δεν θα χάσει ποτέ στα κομμάτια του Χουβαρδά το απελευθερωτικό σθένος και την αναγεννητική ορμή του. Κι αυτό επειδή θα γειωθεί στον ρεαλισμό της καθημερινότητας δίχως εκ παραλλήλου να αποβάλει ούτε για μια στιγμή τη ρομαντικά πεισματική επιμονή του.



ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: Εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» 19/10/2014
Πηγή: http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=642562

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Τζούλια Φορτούνη, "Τέσσερα ποιήματα"




ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΠΙΤΙ

                       στην Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ

τρίζουν οι σκάλες συνήθως
στα παλιά σπίτια
σκουριάζουν τα λουκέτα
φυτρώνουν συκιές
σαν ερημώνονται
κατοικούν σκιές και σκοτάδι
κι όλα έτοιμα να σωριαστούν

μα στο κόκκινο σπίτι
μπαίνει φως απ’ τα σπασμένα παράθυρα
σε κάθε γωνιά παίζει ένα παιδί
– όλοι το βλέπουν –
κι εκείνο ντρέπεται

στο κόκκινο σπίτι
δεν υπάρχει λουκέτο
σκουριάζει μόνο η μνήμη
και η ξύλινη σκάλα
ανεβαίνει ποιος ξέρει πού

και στον κήπο στην κούνια
ανάμεσα στις φιστικιές
λικνίζεται ένας άγγελος
τις νύχτες κλέβει το ποδήλατο
– βλέπουμε τις διαδρομές του στα όνειρά μας –
μα κάθε πρωί ο χρόνος σκάει τα λάστιχα

τίποτα και όλα είναι στη θέση τους

στο κόκκινο σπίτι κατοικούν μόνο ποιήματα
λίγες φωτογραφίες και μια μουσική πιάνου
οι άλλοι απλώς πάνε κι έρχονται

στο κόκκινο σπίτι
δεν σκεπάζουν τους καθρέφτες με σεντόνια
η φθορά σ’ αγγίζει απαλά στον ώμο
με εκείνη την ανεπαίσθητη σκόνη των βιβλίων
το πιο ακατέργαστο υλικό
που θα κρατάει στέρεο
για πάντα
το κόκκινο σπίτι




ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΜΑΣ ΑΠΟΨΕ

παράξενα υγρές οι λέξεις μας απόψε
πώς ολισθαίνουν έτσι στη βροχή
τι λένε; για ποιον; γιατί;

πώς  κάθε γράμμα τους ορθώνεται
γεφυρώνει τα απέναντι
και πώς όλα λιώνουν στη στιγμή
και ρέουν έτσι αναπάντεχα

ποια διώρυγα χωρίζει δυο στεριές
κι ενώνει δυο καλαφατισμένες πλώρες
ποια θάλασσα στ’ ανάμεσο σπαράζει
ποιος πορθμός χάσκει ειρωνικά
ποια ελάχιστη αναμονή ενεδρεύει
στο ρίγος των κυμάτων;

παράξενα υγρές οι λέξεις μας απόψε
νερομπογιές οι μνήμες τους
στάζουν αμετάκλητες
από τη μαρκίζα του χρόνου
λεκιάζουν τα κυριακάτικα κουστούμια μας
και τους κατάλευκους γιακάδες των προθέσεων



ΟΝΕΙΡΑ

                              (αφιερωμένο στο ρω των ονείρων)

εμείς δεν μεγαλώσαμε
δεν γεννηθήκαμε καν
φυτρώσαμε παράσιτα
λειχήνες σε χορταριασμένη στέγη
μας ποτίζουν οι μπόρες
μας χαϊδεύουν με το απαλό τους τρίχωμα οι γάτες

δεν έχουμε ανάγκη τον  αέρα
ανασαίνουμε εντός μας
με αεραγωγούς της σιωπής
– ενίοτε με κρότους –
δεν τους ακούς ποτέ
συντονιζόμαστε πάντα
με τα βεγγαλικά της ανάστασης

όταν πάνε να μας ξεριζώσουν
γινόμαστε σαρκοφάγα
ξεσκίζουμε τις νάιλον σακούλες των προθέσεων

τις νύχτες κυκλοφορούμε ελεύθερα

όμως εμείς δεν θα μεγαλώσουμε ποτέ
ποτέ εμείς δεν θα γίνουμε εφιάλτες




ΟΙ ΓΙΟΡΤΕΣ

Οι γιορτές έχουν χρώμα χρυσαφί
Είναι πακέτα συνήθως με κορδέλες
Δώρα με κάρτες κι ευχές
Φιλιά χαμόγελα ποτήρια
Γυαλιστερές υφές

Με τα κοστούμια της αγάπης
Ραμμένα στα μέτρα μας
Α… πώς αγαπιόμαστε έτσι όλοι
Πώς μυρίζουμε  όλοι μαζί
Αυτάρεσκα
Την ανθρώπινη σάρκα μας

Οι γιορτές έχουν χρώμα δερματί
Είναι κούκλες βουντού
Με χάντρες μπλε στη θέση των ματιών




Από το ιστολόγιο της ποιήτριας: http://purplestigmes.blogspot.gr/
artwork by Yusuke Sakai