Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

Θάνος Κόσυβας, "Μεσημβρινοί"




Γένεσις

Κι όπως κοιτούσα απέναντι μου
είδα ένα διάφανο πρόσωπο να μου χαμογελάει
κι εγώ έβλεπα μέσα του και πίσω απ’ αυτό
την άμμο και τη σκόνη της δημιουργίας.

Σε μια βαλίτσα κουβαλώ
τη μισή αλήθεια
που είναι χειρότερη
κι από ένα γυάλινο ψέμα.
Την άλλη μισή την ψάχνω
στην ίριδα του ματιού σου
που αποτυπώνεται το άπειρο να πλανάται.

Με αυτό το σπλαχνικό φως που με διαπερνά
ξημερώνει η έβδομη μέρα.




Απουσίας εξωραϊσμός


Λάγνες σκέψεις και τολμηρές βεβαιότητες
φαντασιώνεσαι τις αποδημητικές νύχτες.
Η ιστορία περιφέρεται στα καλντερίμια της αισχύνης
με τ’ ακρωτηριασμένο της χαμόγελο.
Στο ρηχό ύπνο ακροβατείς,
ενώ στα βλέφαρα σου πυγολαμπίδες ξενυχτούν.

Κι εσύ εξωραΐζεις την απουσία.
Τα ωραία λόγια πρέπει να λέγονται σε άσχημες περιστάσεις.

Σε σένα απευθύνομαι, που γελάς.
Η αίσθηση του χιούμορ δεν σ’ εγκαταλείπει ποτέ.
Τι υπέροχος ο άνθρωπος!

Αλήθεια, τι είναι η ποίηση;
Εξορκισμός των λέξεων, των σκέψεων, των εννοιών.
Ακόμη το αναζητώ.
Αν νομίζεις ότι εξιλεώνεσαι γράφοντας πέντε αράδες
πλανάσαι πλάνην οικτράν.

Άκου τη φωνή μου στους γαλαξίες.
Το σύμπαν με ηχογραφεί.




Περίπατος κατά μήκος τ ουρανού

Ο αέρας φυσάει μανιασμένος
μέσα στο δωμάτιο
βλέμματα στροβιλίζονται
κι εκσφενδονίζονται στους χάρτινους τοίχους.
Οι λέξεις πλαγιάζουν σε άσπρα σεντόνια
κι από το μαξιλάρι ξυπνούν οι εφιάλτες
και λάβα πλημμυρίζουν τα μάτια.
Η άνοιξη θ’ αργήσει μια εποχή
μα θα σου χαμογελάσει ένα πρωί, σαν μικρό παιδί.
Οι πασχαλιές θ’ ανθίσουν στην ώρα τους
όταν ακούσουν το κάλεσμα της καρδιάς σου
και τα άδεια παπούτσια θα σε οδηγήσουν
σε μονοπάτια με ελιές και μηλιές σπαρμένες
κατά μήκος τ’ ουρανού
ενώ εσύ θα φυτεύεις ήλιους
στην ψυχή τ’ απομεσήμερο.




Από τη συλλογή «Μεσημβρινοί», (.poema..) εκδόσεις, 2014

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

Μίλτος Σαχτούρης, "Εκτοπλάσματα"




Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ

στον Χρήστο Μπράβο                      το ποίημα
                                                                   κάθεσαι και το ξενυχτάς
                                                                   σαν τον νεκρό


Στις δώδεκα και μισή
τη νύχτα
την ίδια ώρα και συγχρόνως
φάνηκε στον μεγάλο καθρέφτη και
                                                                   στο παράθυρό μου
ο Ντύλαν Τόμας μ’ ένα αναμμένο κόκκινο κερί
                                                                    στο στόμα

νεκρός βέβαια
κι άγιος
και τρελός
όπως το έχω ξαναπεί

—Έλα αδερφέ, μου λέει, μαζί μου
σάπισες εδώ πέρα
έλα στα βορινά φαράγγια της πατρίδας μου
εδώ ζεις σ’ ένα σάπιο τόπο που σε κοροϊδεύουν
εκεί χαιρετάνε τους τρελούς και οι παπάδες
κι η πάπια δε γεννάει πια πάγο
γεννάει κόκκινο αβγό

Αυτά τα λίγα μού είπε ο μεγάλος ποιητής
όχι πια στον καθρέφτη και στο παράθυρό μου
αλλά μέσα από τα ψηλά χορτάρια του θανάτου του
μισός από τη μέση κι απάνω στο φως, έξω από το
            χορτάρι
μισός από τη μέση και κάτω στο σκοτάδι
κάτω απ’ το φως.

                                                                          15 Αυγούστου 81
                                                                              της Παναγίας




ΟΙ ΓΕΝΝΑΙΟΙ

                                                                                  στη Γιάννα

Είναι γενναίοι, όμως κλαίνε
πιστεύουνε σαν τα μικρά παιδιά

φορούν κουρέλια
ακριβά κοστούμια

ζούνε μέσα σε κήπους ή επαύλεις
ή μέσα σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό

άλλοι μέσα σε δρόμους τρόμους τριγυρίζουν
άλλοι σε σύρματα πάνω κρεμασμένοι ανεμίζουν

άλλοι κλεισμένοι μες στις φυλακές

όλοι πασκίζουνε ιδρώνουν
χάνουνε, πετυχαίνουν ή
νομίζουν ότι χάνουνε ή
νομίζουν ότι πετυχαίνουν

πάντοτε ο δαίμονας τούς παραστέκει
σηκώνει την κάννη, το τουφέκι του

στο κέντρο της καρδιάς
τους σημαδεύει.




Από τη συλλογή «Εκτοπλάσματα» (1986), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «ΜΙΛΤΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1980 - 1998)», εκδ. Κέδρος, 2001

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

Αχιλλέας Κατσαρός, "Οδός βράχων ανατολικά"





XII

                                          η οδός του μαρτυρίου έλεγες
                                          ξεκίνησε με αργοναυτική εκστρατεία

                                          δεν καταλάβαινα
                                          έβλεπα μόνο τις φλόγες

                                          το δέντρο της γνώσης που κάηκε
                                          το μήλο σαν μεγάλη σφαίρα
                                          να έχει διαπεράσει τον κορμό

                                          να έχει ανοίξει τον δρόμο στο χάος

                                          μπροστά απ όλα αυτά
                                          ο άνθρωπος σαν κύκνος

                                          φτερά ανοιγμένα

                                          αυτό το μαύρο τι ζόρι τραβάει
                                          και μοιάζει με στόμα
                                          που δεν αφήνει τον κύκνο να πετάξει;





Από τη συλλογή "Οδός βράχων ανατολικά", θράκα 2015

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, "Επί πυγήν καθίσαι"




ΜΝΗΜΗ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ

Στην άκρη ενός γκρεμού
Όπου οι χαράδρες γέλιο της αβύσσου
Κάνουν τραμπάλα ο θάνατος κι η Ρωμιοσύνη.

Κάθε του Χάρου ανέβασμα τραντάζεται η καρδιά μας.




Δ'

 ......................................................
Πριν απ’ τη φτέρνα να πατήσουν
Και το σημάδι γίνεται.
Πήρε βοριάς πήρε νοτιάς μα έμεινε το σημάδι.

Όμως ο δήμαρχος κι ο δημοκράτης
Ποια φορεσιά ποιο σχήμα θα ντυθούνε
Ξοπίσω όταν τους πάρει ο καιρός.
Α, θα ζηλέψουνε την τύχη του φιδιού
Με δίχως ίχνη που το βράχο αφήνει
Ενώ αυτοί σε λάσπη αστέγνωτη βουλιάζουν.




Ε'

Οι άλλοι αλλιώς τον κάτεχαν το θάνατο.
Όμοια με τους καψαλισμένους απ’ τον ήλιο
Που έχουν στον ώμο τους σκαρφαλωμένη τη μαϊμού
Προστάζοντας ανθρώπινες χειρονομίες:
«Πώς πάει ο γέρος στο χωράφι,
Πώς κλέβουνε σταφύλια τα παιδιά,
Πώς ονειρεύονται τη νύχτα τα κορίτσια...»

Εντός τους κατακαθιζάμενος σαν καφές
Που πιώθηκε κι έμεινε στο φλιτζάνι.




Ζ'

Τόπος με δίχως μιαν ελπίδα.

Διπλώνεται στο φως σαν το σκουλήκι
Την πέτρα υψώνοντας που τον πλακώνει
Για να φυλάξει λες της υγρασίας τα ίχνη.




Η'

Θαρρείς και των πελμάτων Του σημάδια
Ξέμειναν χίλια δυο νησιά.
Κι ακόμη που έφυγε θλιμμένος
Έτσι ασυνταίριαστα να στέκουν
Σαν από τρίκλισμα.

Κι η γης με σκέλη ανοιχτά
Θηρεύει αλάτι κόκαλα και αίμα.




Θ'

Μηδέ που ο λόγος φτάνοντας την πληρωμή να δώσει
Μόλις μία τρίχα απόσταση απ’ της σιωπής το σώμα.

 .........................................................
Τι να την κάνεις τη σιωπή
Με τι να τη φιλέψεις.
Οι ώρες άδειος σκελετός
Και σεργιανούν στους δρόμους
Κι όπου σταθούν κι όπου βρεθούν
Μιλούν για πεθαμένους.

Τις λέξεις ωστόσο ψηλαφώντας
Κι ο ποιητής κι ο που ποτές του δε στοχάστηκε
Φτάσαν κι οι δυο στης άβυσσος τα δώματα
Όπου τον πρώτο λόγο έχουν τα εκμαγεία.




ΙΑ'

                                 Και οι δίκαιοι κατά τη θεία γραφή πόσοι είναι;
                                                                                 Διονύσιος Σολωμός

Δίχως το νόμο δεν είναι αμαρτία.

Των που τους πήρε ο άνεμος
Ένα προς ένα τα λόγια αποστηθίζοντας
Πρώτα το νόμο φτιάξανε
Μετά την αμαρτία.

Μα από το νόμο πριν και μετά το νόμο
Είναι μία άλλη αμαρτία
Που αθέατοι θαρρούν οι δούλοι του αίματος
Πρώτα αφού κίνησαν τη φτέρνα τους στο κέρδος
Από του δίκαιου το σπίτι επιστρέφουν.




Από τη συλλογή «Επί πυγήν καθίσαι», (1972), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση, «ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ», εκδ. Αλεξάνδρεια 2004

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Ειρήνη Παραδεισανού, "Η παιδική ανταρσία του ποιητή"


(Φωτογραφία: Κώστας Διαμαντής)


Η παιδική ανταρσία του ποιητή


Ο ποιητής είναι ένα παιδί εγκλωβισμένο στον κόσμο των μεγάλων. Οι περιστάσεις τον στενεύουν, τα λόγια των γύρω του τα νιώθει σκάγια. Το βλέμμα του αμείλικτο καρφώνεται στη γύμνια τους και τους τρομάζει.
Στέκεται μετέωρος ανάμεσα σ’ αυτό που ζει και αυτό που νιώθει. Και το «νιώθει» δεν το λέω τυχαία. Οι αισθήσεις του, οι κεραίες με τις οποίες λαμβάνει τα σήματα γύρω του είναι τόσο οξυμένες, που κάθε μέρα σ’ αυτόν τον αντιφατικό κόσμο είναι ένα μαρτύριο.
Μα το αποζητά αυτό το μαρτύριο. Αυτό θα γεννήσει το ποίημα. Και μέσα σ’ αυτό ο ποιητής θα ζήσει – έστω για λίγο – εκεί όπου νιώθει έστω ασφαλής από τα χνώτα των άλλων.
Απ’ αυτήν την άποψη, όποιος στρέφεται στην ποίηση αναζητά παρηγοριά από όλα αυτά που τον έκαναν από παιδί να αισθάνεται μετέωρος και παρείσακτος. Φτιάχνει ένα δικό του παράλληλο σύμπαν όπου αισθάνεται ότι – επιτέλους – ανήκει.
Και χαίρεται αληθινά όταν τον πλησιάζει ένας αναγνώστης για να του πει πως τον συγκίνησε με ένα ποίημά του.
Χαίρεται με τη χαρά του παιδιού που βρήκε έναν συμπαραστάτη στο παιδικό του παιγνίδι, έναν «συνένοχο» στην πρώτη του παιδική ανταρσία, που μοιραία τον ακολουθεί μέχρι το θάνατο.

Ειρήνη Παραδεισανού

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015

Μια γιορτή για την Ποίηση (Βέροια 20/3/2015)




Με επιτυχία πραγματοποιήθηκε το πρωί της Παρασκευής 20 Μαρτίου, στην Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέροιας, η εκδήλωση του 4ου Γενικού Λυκείου Βέροιας με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρας Ποίησης, την πρωτοβουλία της οποίας είχαν οι καθηγήτριες Ευγενία Καβαλλάρη και Μαρία Κολίτσα.
    Στην εκδήλωση παραβρέθηκαν: ο διευθυντής του 4ου ΓΕΛ Πασχάλης Θεοτοκίδης, ο προϊστάμενος εκπαιδευτικών θεμάτων Ν. Ημαθίας Χρήστος Σκούπρας, η υπεύθυνη σχολικών δραστηριοτήτων Ν. Ημαθίας Νόπη Σκεντερίδου, καθώς και οι ποιητές Ηλίας Τσέχος, Δημήτρης Καρασάββας, Βασίλης Δασκαλάκης και Παύλος Παρασκευαΐδης.
      Την εκδήλωση προλόγισε η κυρία Καβαλλάρη και στη συνέχεια οι ποιητές διάβασαν ποιήματά τους. Πολλοί ήταν και οι μαθητές που διάβασαν αγαπημένα τους ποιήματα με τη συνοδεία μουσικής. Ανάμεσά τους και μαθητές του 1ου Λυκείου με δικά τους ποιήματα. (Να θυμίσουμε ότι στις 28/1/2015, η ποιητική ομάδα του 1ου ΓΕΛ Βέροιας παρουσίασε, στον ίδιο χώρο, τη συλλογή της με τίτλο: «Παλέτα συναισθημάτων», που περιέχει ποιήματα 13 μαθητών και σκίτσα τεσσάρων συμμαθητών τους).
       Ο Βασίλης Δασκαλάκης, εκ μέρους του Ποιητικού Πυρήνα, εξέφρασε την χαρά του για το γεγονός ότι υπάρχουν τόσοι πολλοί νέοι άνθρωποι που μέσα στο πλήθος των ενδιαφερόντων τους έχουν συμπεριλάβει και την Ποίηση, μια τέχνη που λειτουργεί αρμονικά με όλες τις υπόλοιπες δραστηριότητες, κλείνοντας με τα λόγια του Οδυσσέα Ελύτη: "Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας, που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά".

(Εικονίζονται από αριστερά: Παύλος Παρασκευαΐδης, Δημήτρης Καρασάββας
Ηλίας Τσέχος, Ευγενία Καβαλλάρη και Βασίλης Δασκαλάκης).


Φωτογραφίες: Βασίλης Δασκαλάκης

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2015

Φοίβος Ι. Πιομπίνος, "Τόπων ενθυμήματα"





Στην πρωινή διαφάνεια του ορίζοντα, τα νησιά μοιάζουν να αιωρούνται λίγα μόλις μέτρα πάνω από την επιφάνεια της αρυτίδωτης θάλασσας, κρατημένα θαρρείς από αόρατες άγκυρες, που δεν τ’ αφήνουν να σαλπάρουν.

Καταμεσής στο Αιγαίο




Μες στο κόρωμα του μεσημεριού, το βασανιστικό τερέτισμα των τζιτζικιών πριόνιζε τα καχεκτικά πεύκα που κατηφόριζαν ξέπνοα προς τ’ ακροθαλάσσι.

Κόρφος Κορινθίας




Η ατσάλινη χορδή του ορίζοντα παλλόταν ακόμη, ενώ οι δονήσεις της πήγαιναν κι έσβηναν, στον διαυγή, γλαυκό θόλο τ’ ουρανού.

Αμοργός




Ασημένιο ποτάμι ο γαλαξίας έρρεε πάνω στη μαύρη μουσελίνα τ’ ουρανού.

Μονή Χοτζεβά Παλαιστίνης




Με το κάλεσμα των πιστών από τον μουεζίνη για την εσπερινή προσευχή, η πόλη ακινητοποιήθηκε στιγμιαία· ύστερα άνοιξε πανιά κι αρμένισε πέρα από το φοινικόδασος, πάνω απ’ τους τριανταφυλλένιους αμμόλοφους.

Καϊρουάν Τυνησίας




Από το βιβλίο «Τόπων ενθυμήματα», εκδ. Θίνες 2014

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

Τάκης Σινόπουλος, "Πέτρες"




Ο ΤΡΟΧΟΣ

Ποιο στεναγμό, ποια δύναμη νάχει το νικημένο στήθος;

Ένα πουλί τινάζεται απ’ τα σύρματα, μεμιάς εγίνηκε ταξίδι.

Τοπίο του τίποτα. Τα πιο κρυφά ποτάμια του έρωτα πότιζαν κάποτε τα χείλη σου.

Ο χρόνος όλα τάχει καρπωθεί. Τώρα δεμένος στον τροχό κι εσύ με την ουράνια λάμψη,

δεν έχεις ίσκιο, καθώς τ’ όνειρο φλογίζοντας απ’ το πρωί το σώμα.





Η ΓΙΟΡΤΗ

Τώρα ανασαίνεις στο μισόφωτο, διακρίνω τον αυχένα σου, το πρόσωπό σου.

Ύστερα όλα σβήνουν. Μένει ο διάδρομος, η πόρτα με τις σανίδες.

Πιο πέρα η φωνή που αμύνεται για το βράδυ. Και δεν υπάρχουν πουλιά.

Σκουπίζεις τις αράχνες από τη σκοτεινή γιορτή.




ΗΤΤΑ

Κάτι μάθαμε από το μύθο της ήττας που πάλευε να ζήσει πότε με την παγωνιά και πότε με την έπαρση της άλλης νύχτας.

Έτσι άνοιγε την πόρτα η πείνα, ο πυρετός. Κι έλαμπε το κορμί σου, σκοτεινότερο το πρόσωπο.

Γυρεύαμε το θαύμα κι ήτανε η απόγνωση.

Ο αγώνας άρχιζε άλλη μια φορά — ο αγώνας είχε σίγουρα χαθεί.




ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

Είχε δεν είχε μέρα — η νύχτα μας σακάτεψε, σπαράξαμε στα νύχια της. Μα εσύ, πες μου πού πήγαινες,

μετρώντας ήσυχα τα λάφυρα; τι λάφυρα καρπώθηκες μέσα από τόσες τύψεις;

Ο τόπος καίει ακέφαλος. Άλλα πουλιά παράξενα πέφτουνε χαμηλά, γυρεύουνε μια στέγη εδώθε από τη θάλασσα.

Τι να τους δώκω; όλα παραίσθηση και τίποτα. Λοιπόν δεν ήταν αίνιγμα τα λόγια σου,

μήτε και τούτο τ’ όνειρο που σβήνει απότομα,

χάνεται μέσα στη σκοτεινιά του.




ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΩΠΟΥ

Τι σκέφτεσαι;

Τι σκάβεις συνέχεια το πρόσωπό σου στον καθρέφτη;
όπως η μέρα φεύγει ή κάποτε
στη μνήμη ακούς τον ήχο των παρωχημένων.

Τόσα χρόνια περπατάς, ονειρεύεσαι στο ίδιο κορμί.
Στο ίδιο σκοτάδι τη νύχτα χωνεύεις. Μα απόψε,
τα σημάδια που ψάχνεις και βρίσκεις,
απ’ το πρόσωπο πέφτει ο ασβέστης

και το πρόσωπο τρίζει.




Από τη συλλογή «Πέτρες» (1972), που περιλαμβάνεται στον τόμο: «ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ - ΣΥΛΛΟΓΗ ΙΙ (1965-1980)», εκδ. Ερμής 2012

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2015

Άγγελος Σικελιανός, "Μία Ωδή και δύο σονέτα"




Ωδή στο Μακρυγιάννη

Χαρά σε κειον που πρωτοσήκωσε
Απ
τις σκόνες σκεπασμένο, το δίστομο σπαθί του λόγου σου
στον ήλιο Μακρυγιάννη.

Κι
απάνω και στις δυο πλευρές γραφή
Απ
τη μια, τα λόγια αυτά Σου χαραγμένα, στρατηγέ μας :«Τη λευτεριά μας τούτη δεν την ήβραμε στο δρόμο,
και δε θα μπούμε εύκολα στου αυγού το τσόφλι,
γιατί δεν είμαστε κλωσόπουλα, σ
αυτό να ξαναμπούμε πίσω,
μα γίναμε αετοί και τώρα πια στο τσόφλι δε χωρούμε
».

Κι
απ
 τη δεύτερη πλευρά, γραφή άλλη χαραγμένη :«Απάνω στην αλήθεια μου ακόμα και το θάνατο τον δέχομαι
τις τόσες φορές τον θάνατο εζύγωσα, αδερφοί μου και δε με πήρε,
που για τούτο το θάνατο καταφρονώ,
κι απάνω στην αλήθεια μου πεθαίνω
».

Χαρά σε κειον που πρωτοσήκωσε απ
το χώμα αυτήν τη σπάθα
και τέτοια διάβασε επάνω της βαγγέλια
.




Πορτραίτο του Μαβίλη

Να κατεβείς λαγκάδια, να περάσεις
νερά τρεχάμενα, πλατάνια, πεύκα, να ’ναι
χάρισμα η ζωή απ αθάνατα στοιχεία·
με το χέρι κάθε καρπό να φτάσεις,

κερασιές, μυγδαλιές, όσα περνάνε
σε μια βουνίσια απάρθενη ησυχία,
κι από ’να ξάγναντο γλυκό ανηφόρι
της θάλασσας να ιδείς την ευτυχία!...

Και να ’σαι ’κειος που τόσον έχει ζήσει
που το μέλι το γεύεται απ’ το βάτο,
θύμο, βάρσαμο, αφάνα, ως το μελίσσι...

Και, μες στο μεσημέρι το φλογάτο,
να ’σαι σαν ο ήλιος να ’χει πάει να δύσει
να ’ν’ ο μισός στο πέλαγο από κάτω...




Τρεχαντήρα

Καταμεσής ανέμου η τρεχαντήρα,
με τα πανιά της τόξα τεντωμένα,
του δοιακιού τη στερνήν επήρε γύρα
στα γαλανά βουνά τα γυμνωμένα...

Κι ο αιθεροδρόμος βόγκος που επλημμύρα
στα ξάρτια, στα πρυμνήσια, στην αντένα
δελφίνια παρατρέχανε ολοένα―
την έκρουε μες στο κύμα, ολόρτη λύρα!

Δίκοπη σπάθα, ξέσκιζε η καρίνα...
κι ο αφρός στην πρύμνα, χώριος σε δυο κρίνα,
των σταλιών ανατίναζε το σείστρο...

Σαν, μ’ ένα «λάσκα!»  ο ήλιος μεσουράνει―
στων Σαλώνων εμπήκε το λιμάνι
με τον καταμεσήμερο μαΐστρο!





Περισσότερα ποιήματα του Άγγελου Σικελιανού στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/aggelos_sikelianos/