Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Βύρων Λεοντάρης, " Έως... "




Από την ενότητα «Εκτός»

*

Δεν είναι παρά μόνο μαύρα σημαδάκια στο χαρτί
ίχνη που άγνωστο αν οδηγούν σε μένα
αλλά συνάζονται και συνωστίζονται, διεκδικούν τον χώρο μου
          δε μου αφήνουνε λευκό
κι επαίρονται αναίσχυντα «εμείς γραφτήκαμε,
          θα μείνουμε. Εσύ έζησες, πεθαίνεις».

Ε όχι και όχι... Μου ’ρχεται να τα καταραστώ
(...να μείνετε, να μείνετε εσαεί στη γέενα της γραφής
και να μην έχει ο παιδεμός σας τελειωμό
να σπαρταράτε σε κειμενικά δίχτυα και να ξεσκίζεστε
          απ’ τα τσιγκέλια των γραφίδων
να πετσοκόβεστε σε χειρουργεία παραναγνώσεων
πολύποδες να βγαίνουν απ’ τα σύμφωνά σας
και φλύκταινες να σκαν τα φωνήεντά σας
λήθη για σας να μην υπάρχει αλλά αιώνια αναπαραγωγή
          σε μνήμες ηλεκτρονικές
ατέλειωτο μαρτύριο αθανασίας...) Να τα καταραστώ...
          Αλλά κλάμα μου κι αυτά δεν είναι;

If we could weep words...
Όμως τώρα το πρόβλημα ακριβώς είναι ότι κλαίμε λέξεις
          και δεν κλαίμε δάκρυα
Α, δάκρυα, πού είστε δάκρυά μου...
Διαπεράστε τα έγκατα πετρώματα αναβλύστε
σαρώστε αυτά τα μυγοχέσματα απ’ τα μάτια μου
και κάντε μου ξανά το κλάμα κλάμα




*

Σεσημασμένος είμαι. Έχετε τα γραφικά μου αποτυπώματα
μπορείτε να με αναγνωρίσετε, όχι όμως και να με
          διαβάσετε ούτε να με διαβείτε
Ποντάρατε στο μαύρο μου και χάσατε
Ποντάρατε στο κόκκινό μου πάλι χάσατε
κακή ζαριά ήμουνα στα χέρια σας

Τα λόγια που μιλώ μου κόβουνε τη γλώσσα
κάθε χειρονομία μου με σταυρώνει
Ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν.
Σ’ αυτή την εποχή της υπαρκτής ποίησης
ποιητής μιας ποίησης που δε μπορεί να υπάρξει
μόνο με τους νεκρούς μιλώ και γι’ αυτούς γράφω.
Μόνο αυτοί μπορούν να με διαβάσουν




*

Ας με ονειδίσουν που τα παρατάω πριν απ’ το τέρμα
και ματαιώνεται η αίσια έκβαση και πάει στράφι
της τόλμης η παραφορά κι ο κόπος της ελπίδας
Δεν είναι που μακραίνει και μακραίνει το πλην
          της τελικής ευθείας
μα που στρεβλώνεται

Χάθηκε το ίσιο βλέμμα
κι ο λόγος ο γεννναιόφρων
Λοξοδρομούν τα αισθήματα
Στα δίχτυα του μυαλού σκλαβώθηκε το πνεύμα
η οθόνη σκέπασε τη θέα
δεν έχω πέλαγος, δεν έχω αγνάντεμα

Φεύγουν οι μέρες απ' τους μήνες τους
κι οι μήνες απ’ τα έτη
το εδώ γίνεται αλλού
κι ό,τι ήταν χρόνος πια δεν είναι
κι ό,τι ήταν τόπος πια δεν είναι
θραύση ορίων και μεγάλη θλίψη
κάτι σαν αντιγένεση
Από τα θραύσματά μου εν σκοτομήνη πλήττομαι

Ας με ονειδίσουν
όσοι προσβλέπουν στο αποτέλεσμα
σ’ αυτό το απόβλητο του τέλους που ρυπαίνει τα ιερά
Ας με ακυρώσουν οι κριτές στους πίνακές τους
Αλλά εσύ γενιά του αιώνα
τραγούδα μην κρεμάς τα όργανά σου στις ιτιές
και μην κολλάς τη γλώσσα στο λαρύγγι σου
Τίποτε μη μνησθείς
Περίτρομη τον τρόμο σου τραγούδα
σε γήπεδα πλατείες και στρατόπεδα
με λίθο μυλικό περί τον τράχηλό σου
λαβέ κιθάραν, ρέμβευσον... καλώς κιθάρισον,
πολλά άσον

ίνα σου μνεία γένηται.




Από την ενότητα «Επέκεινα»

*

Έμπλεος από σένα
πώς κι από πού να σε φωνάξω;
Χύνεται μέσα μου η φωνή μου
και δεν μ’ ακούς και δε μ’ ακούω
και σε ζητώ και δε σε βρίσκω
γιατί είσαι όπου είμαι
κι είμαι όπου είσαι
και κανείς μας δεν είναι όπου είναι.

Απροσδιόριστοι στον κόσμο.
Ένα κυμάτισμα είμαστε ένα τρέμισμα
− έρωτα το είπαν
ποίηση το είπαν…

Ας ήταν να βρεθούμε
έξω από μένα
έξω από σένα
γιατί περνάει η ώρα και βραδιάζω.

Στα δυτικά μου πάντα ήθελα να ’σουν
να μου γνέφεις
απ’ τα βαθιά των ημερών.




*

Ένας ο βίος κι αγύριστος κι όλα του αμετάκλητα
ό,τι είπαμε και πράξαμε δε σβήνει ούτε ξεγίνεται
μα η μνήμη βολοδέρνει όλο στο κακό.
Γιατί, ποιος λογαριάζει το καλό ποιος το θυμάται
το ρίχνεις στο γιαλό και χάνεται
μα το κακό πώς να χαθεί που είναι χαμός
με τίποτε δε σβήνει ούτε ξεγίνεται
για πάντα μένει και μας τυραννάει.

Και δε μιλώ για τύψεις.
Αυτές λίγο-πολύ όλους μας βολεύουν
είναι κρυφές οι τύψεις δεν εκτίθενται και
          δεν σε εκθέτουν
δε σου στερούν υπόληψη κι αυτοεκτίμηση
μυθοποιούν τα κρίματά σου και τα παρασταίνουν
          μέσα σου περίτεχνα
με νέες πάντα ερμηνείες και εκδοχές
και στο άλλοθι του θεατή του εαυτού σου
νιώθεις σιγά-σιγά να γίνεται η συγκίνησή σου
          αισθητική
εν τέλει μια ποιητική του ήθους
− κι αν σε τρελαίνουν κάποτε σε ξαγοράρη πήγαινε…

Ντροπή ξέρεις τι είναι κι ένιωσες ποτέ σου;
Αυτή δεν κρύβεται εκτίθεται και σ’ εκθέτει σε
          φτυσιές και λιθοβολισμούς
αυτή δεν έχει αντισήκωμα
δεν την καλύπτει τίποτε στο πρόσωπό σου
και στη γυμνή της θέα εξαγριώνονται
όσοι δεν ντρέπονται ή φοβούνται να ντραπούν,
οι ανώδυνοι και ανεπαίσχυντοι κι ειρηνικοί,
και σου χυμούν με λύσσα να σε ξαποστείλουν
σε ανεξιλέωτο θάνατο.

Ντροπή ξέρεις τι είναι κι ένιωσες ποτέ σου;
Ντροπή ν’ ανοίγει να σε καταπιεί η γη
ντροπή που έζησες
στον κόσμο ετούτον




 Από τη συλλογή «Έως...», εκδ. Νεφέλη, 2003

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

Ιγνάτης Χουβαρδάς, "Η αγρότισσα και άλλα ποιήματα"


Edvard Munch. "Girl Kindling a Stove", 1883


Η ΑΓΡΟΤΙΣΣΑ

Δεν μπορώ ν’ αντέξω την απόσταση
εσύ να βρίσκεσαι στ’ ορεινό χωριό σου
κι εγώ στη μεγαλούπολη,
εσύ να βοηθάς τον πατέρα σου
στα καπνά
κι εγώ να χάνω τις ώρες μου
πίνοντας καφέ
στα διάφορα καφενεία,
εσύ να μεγαλώνεις τα τρία μικρότερα
αδέρφια σου
− δύο κορίτσια και το μικρότερο αγοράκι −
κι εγώ να σκορπώ το χρόνο μου
σε μεγάλες βόλτες κι απελπισίες,
εσύ να φοράς τα σπιτικά σου ρούχα
και να χαμογελάς από αγνότητα
κι εγώ να σε φαντάζομαι
μόνη στο δωμάτιό σου
όταν οι σκέψεις σου
γίνονται μελαγχολία
και σχηματίζουν τ’ όνομά μου.

Θάναι μια ανύποπτη ώρα, μεσημέρι
όταν στη μοναδική καφετέρια
του χωριού σου
θα εμφανιστώ και θα πω: τουρίστας.




ΣΕ ΜΙΑ ΨΙΛΟΛΙΓΝΗ ΜΑΘΗΤΡΙΑ

Έχεις καρδιά από ελάφι
φιλί από μανταρίνι
Τα μάτια σου καχύποπτα
ψάχνουν στις γωνίες των δρόμων
Στο βήμα σου η δειλία σου
Στο κύρτωμα του ώμου σου
ο έρωτάς μου
Στο βλέμμα σου το σκάνδαλο
της ηθικής της μητέρας σου
των αριστείων των δασκάλων σου
Είσαι η επιστήμη του τυχαίου
η συνταγή που δίνει χρώμα
στη θλίψη της γειτονιάς.




ΣΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ

Βρέθηκα τυχαία στο λεωφορείο μαζί σου
και
πρώτη φορά
βλέπω από κοντά
με ηρεμία
τα μακριά δάχτυλα των χεριών σου,
το κόκκινο δαχτυλίδι,
το μενταγιόν στο λαιμό,
το ελαστικό κορμί που
απλώνεται
με μια απειλή γυναίκας
στο βάθος,
το πορτοκαλί παντελόνι
να φτιάχνει με τα ξανθά σου
μαλλιά
την εικόνα μιας τίγρης
από δειλές αντιφάσεις.




Από τη συλλογή «Η αγρότισσα και άλλα ποιήματα», Βαλεντίνη, Θεσσαλονίκη 1992

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

Χρήστος Γ. Μιχαλιός, "Τέσσερα ποιήματα"




ΓΙΑΤΙ ΜΠΗΚΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Μπήκα στη θάλασσα γιατί
την πλατωσιά μου χρώσταγε η ζωή,
ας πούμε πως την πήρα.
Φοβήθηκα του ωκεανού τη μοναξιά
κι έπλαθε ο νους συνταξιδιώτες.
Τους είδα όμως να διαλύονται
όπως διαλύει τη σκόνη την πυκνή
μια ηλιαχτίδα,
τους είδα να διαλύονται
από τον ήχο της μπουρούς
και ηχήθηκα σε συριγμούς
απόλυτης ερημιάς.
Παράξενη που είναι η ζωή,
ναυλώνεις τα όνειρα για να κάνεις
το γύρο ενός καραβιού.




ΕΠΑΙΤΗΣ ΛΕΞΕΩΝ

Στα συναισθήματα περιπλέκονται
οι αισθήσεις,
και οι σκέψεις καταφεύγουν
στην επαιτεία των λέξεων.
Στις δύσκολες μέρες αρχίζει
το παραμιλητό
και στα κύματα ο μονόλογος
φαντάζεται την εικόνα της.
Στα λιμάνια του κόσμου
οι προσδιορισμένες ανάγκες
καρφωμένες στην ομοιότητα
επαναλαμβάνονται, κι εγώ,
κουρδισμένο κατασκεύασμα
 φτιάχνω την υπόθεση της ζωής μου
αγνοώντας το αποτέλεσμα.
Ανακοινώσεις των επιθυμιών
και στην αντίπραξη
συνωστισμένα τα μυστικά
κλαίνε με χαμόγελο,
ο χρόνος τρώει στα σωθικά τον πόνο
περιορίζοντας το πάθος.
Παράξενο πρωινό με τον ήλιο να κρύβεται
στο σχήμα ενός περίεργου νέφους.
Γκρίζο χρώμα παντού, ένα γκρίζο
με τη σαφήνεια της απουσίας της.
Τα πάθη ανομολόγητα
στην ακολουθία του χειμώνα,
ο ψίθυρος της ανάσας
φέρνει τη νοσταλγία στα χείλη
κι ο ήχος των ονείρων
ακατέργαστες λέξεις στην αλμύρα.




ΣΑΡΚΑΣΜΟΣ

Η σκέψη περιφέρεται σκοπίμως
προσφέροντας με ζηλευτό τρόπο
την ύψιστη μορφή εξάσκησης της υπομονής.
Στην εναλλαγή των λέξεων ο θυμός,
σύνθεμα διασκεδαστικό, αναδύει
τη χαριτωμένη πλευρά της ανυπαρξίας μου.
Ολίγιστου φιλολογικού ενδιαφέροντος οι στίχοι
τείνουν προς την επιστήμη των ψυχών
και αφήνουν το άναυδο να περιφέρεται
στη ρουτίνα των θλιβερών ημερών.
Χωρίς εναλλαγές η μονοτονία εξαπλώνεται
και το απόλυτο της τρέλας μηχανεύεται το αύριο.
Η άποψη για τη ζωή εκδηλώνεται ποικίλως,
άλλοτε πασπαλισμένη με ανυπέρβλητη νοημοσύνη,
κι άλλοτε πλουμισμένη με την ανυπαρξία
της ψευδούς εποχής, αναδεικνύοντας την τρέλα
ως το μέγιστο προτέρημα των καιρών.
Το χαμόγελο διαγράφεται στην κυριολεξία
και το ανέκφραστο προλογίζει τα επερχόμενα.
Στο περιθώριο της προσμονής η πένα γράφει
κωδικοποιημένα απομεινάρια του μυαλού
και απλανές το δόλιο βλέμμα
στο περιεχόμενο του καινού βρίσκει τη σωτηρία.




Η ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΑ

Η καρδιά της μια μικρή πληγή
πάνω στο σώμα
με το αντιφέγγισμα της θάλασσας
ακατοίκητο σαν κουρσεμένη μνήμη,
τα μάτια της ντυμένα προσμονή
με γκρίζους ουρανούς ανάμεσα.
Τα χέρια της ντυμένα την τελευταία
αφή του αποχαιρετισμού.
Ο έρωτας που πεθαίνει σαν είδωλο
σε σκοτεινό καθρέφτη.
Το πρόσωπο της γεμάτο ρωγμές
κι η υπομονή να κυλά τρυφερά
το τελευταίο της χαμόγελο.
Πελάγη, θάλασσες κι ωκεανοί
που υπάρχετε χάρτινες κηλίδες
πάνω στ’ ακατοίκητο σώμα της.




Τα ποιήματα του Χρήστου Γ. Μιχαλιού δημοσιεύονται για πρώτη φορά.
Στην εικόνα : «Καράβι σε τρικυμία», πίνακας της Ελένης Μουσαμά

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Ασημίνα Ξηρογιάννη, "Ποιήματα"




ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ

Στης παλιάς σοφίτας το ημίφως Μάσκες αναπνέουν.
Αναπολώντας δοξασμένα σανίδια, πρόσωπα και ατάκες.
− αγαπημένα −.
Κι έτσι ξεχασμένες από τους προβολείς,
Μοιάζουν κουρασμένες από το ταξίδι τους στην Τέχνη.
Η όψη τους ωχρή, ρυτιδιασμένη, τα μάτια άτονα, μισόκλειστα
Γυρνούν πίσω σε χρόνια ευτυχισμένα
Μόνο η μνήμη τούς απέμεινε πια.
Λίγο πριν το θάνατο
Αναζητούν θεατρίνους να τις ζωντανέψουν πάλι.



Από τη συλλογή «Η προφητεία του ανέμου», Δωδώνη, 2009






ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΑΣΟ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ

Παίρνεις το ταμπούρλο σου
και τραγουδάς στους δρόμους
κι εκείνος σ’ ακούει από ψηλά.
Έχεις πάντα κοντά σου μολύβι και κόλλα λευκή,
αντίδοτα στη φθορά και τη νοσταλγία.
Έχεις πάντα στο μαξιλάρι σου
ένα ''μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα''
για να νανουρίζεσαι τα βράδια
κι ελπίζεις να γράψεις μια μέρα ποίηση αληθινή
ποίηση επικίνδυνη
που να διαπερνά το σώμα του ανθρώπου
να είναι πυροτέχνημα για το μυαλό του
και να τον βάζει να ζει το αόρατο
χωρίς τύψη
χωρίς ενοχή.
Απλώς να ζει.




ΕΝΔΟΣΚΟΠΗΣΗ

Οι καιροί μάς σπρώχνουν σε δράμα
που δεν υπάρχουν λέξεις να εκφραστεί.
Σε αυτούς τους καιρούς
σκηνοθετώ την πορεία μου
και αξιώνω κόσμο ομορφιάς.
Άλλοτε ο κόσμος μου ήταν τα ποιήματα
μα δε αρκούν πια.
Δεν παλεύεται η πραγματικότητα
με όμορφα συνδυασμένους τρόπους
και έντεχνη αθωότητα.
Έχουν αρχίσει να με ενοχλούν οι αμαρτίες μου.




ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ

Ά-πολις
κατάντησε
κι όμως
δεν ξέρει
να σου πει
πως λέγεται
αυτό το -α.
Μα το σώμα του
ξέρει καλά
τα στερητικά τα άλφα
τί σημαίνουν.



Από τη συλλογή «Εποχή μου είναι η ποίηση», Γαβριηλίδης, 2013






ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ραντεβού το φθινόπωρο λοιπόν!
Για να δώσουμε συνέχεια στην ιστορία μας.
Το ζήτημα είναι αν θα μας ξανάρθουν οι λέξεις
ή αν χάθηκαν για πάντα μέσα στους λαβυρίνθους
των καλοκαιρινών μας περιπλανήσεων.

Διάβαζα για τον εραστή μιας πόρνης
που την έλεγαν Λου
Τόσοι άντρες μπαινόβγαιναν στο σώμα της
μόνο ένας κατάφερνε να την αποπλανεί
προλαβαίνοντας ακόμα και την ίδια την νύχτα.

Και θέλω να σου διηγηθώ αυτήν την ιστορία ολόκληρη,
όταν αποκαμωμένοι από τον έρωτα,
θα χαλαρώνουμε στο κρεβάτι
και θα βυθιζόμαστε ο ένας μέσα στα μάτια του άλλου
φροντίζοντας μην μας πέσει κάτω κανένα βλέμμα.

Ποιο μήνα του φθινοπώρου αυτή τη φορά;
Σεπτέμβρη ίσως ή Νοέμβρη
θα εξιλεωθείς για την καλοκαιρινή σου προδοσία;



Από τη συλλογή «23 Μέρες», Γαβριηλίδης, 2015




AΡΙΑΔΝΗ

''Μαμά, σ’ αρέσουν τα βιβλία;'', είπες.
''Ναι, μωρό μου,'', είπα.
''Και μένα μ' αρέσει να γλείφω τα λεμόνια''
Μετά από μικρή παύση,''....και τα βιβλία ρε,'' είπες.
Και πήρες ένα βιβλίο και το έσκισες μπροστά μου.
Φύλλο και φτερό το έκανες.
Άρχισες από τώρα τις αποδομήσεις
Πέντε χρονών
Λερώνεις τη ζωή
Γράφεις το πρώτο σου ποίημα
Χωρίς τίτλο
Απλώς



Το ποίημα «Αριάδνη», δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο:
http://varelaki.blogspot.gr/



Επίμετρο:
Η Ασημίνα Ξηρογιάννη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Αγαπημένος τόπος της η Αίγινα όπου και έγραψε τα πρώτα της ποιήματα. Σπούδασε κλασσική φιλολογία και θεατρολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και υποκριτική στο "Θέατρο - Εργαστήριο". Εδώ και αρκετά χρόνια διδάσκει το μάθημα της θεατρικής αγωγής και εργάζεται ως εμψυχώτρια θεατρικού παιχνιδιού. Παράλληλα παραδίδει μαθήματα γλώσσας και λογοτεχνίας καθώς και θεωρίας και ιστορίας του θεάτρου. Είναι ενεργό μέλος του Πανελλήνιου Επιστημονικού Συλλόγου Θεατρολόγων. Έχει παρακολουθήσει διάφορα θεατρικά σεμινάρια, όπως με τον Δ. Καταλειφό και την Α. Μακράκη (υποκριτική), τον D. Glass και τη Lilo Baouer (θεατρικό παιχνίδι), τον Θωμά Μοσχόπουλο (σκηνοθεσία). Έχει σκηνοθετήσει και "ανεβάσει" με τους μαθητές της αρκετά έργα, κάποια από τα οποία έχει διασκευάσει (π.χ., ("Ειρήνη" και "Πλούτο" του Αριστοφάνη) και κάποια άλλα τα οποία έχει γράψει η ίδια (π.χ. "Η εξαφάνιση του Αϊ-Βασίλη" και "Ο χιονάνθρωπος που έγινε βοηθός Αϊ-Βασίλη". Έχει διακριθεί σε δύο ποιητικούς διαγωνισμούς. Η νουβέλα της "Το σώμα του έγινε σκιά" (Ανατολικός, 2010) έχει λάβει έπαινο από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών. Το 2009 δημιούργησε το ιστολόγιο varelaki σελίδες Τέχνης και Πολιτισμού.
(http://varelaki.blogspot.com).

Έργα της:
«Η προφητεία του ανέμου», Δωδώνη, 2009
«Το σώμα του έγινε σκιά», Ανατολικός, 2010
«Πληγές», Γαβριηλίδης, 2011
«Εποχή μου είναι η ποίηση», Γαβριηλίδης, 2013
«Οντισιόν», Vakxikon.gr, 2015
«23 μέρες», Γαβριηλίδης, 2015

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
«Ποιητές στη σκιά», Γαβριηλίδης 2012
«Ανθολογία ποίησης και γραπτού λόγου», Παππά, Βασιλική Β. (2012)
«Μονόλογοι συγγραφέων», Vakxikon.gr [ανθολόγηση, κείμενα] (2015)

Πηγή: Βιβλιονέτ

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

Σταμάτης Διαμαντόπουλος, "Στίχοι"






                                                         όσους σταυρούς κι αν φόρεσα
                                                         ίσια ή και στραβά
                                                         όσες φορές κι αν κάλεσα
                                                         μάγισσες ξωτικά

                                                         πάλι στου φόβου γλίστρησα

                                                         τις χημικές γητειές
                                                         έτσι απλά τις έχασα
                                                         τις όψιμές σου τις ματιές

                                                         κι αν κατηγόρησα γονιούς

                                                         εύκολα και ανθρώπους
                                                         ποτέ δε με βοήθησε
                                                         να φτάσω στη πηγή

                                                         μόνο με θλίψη άνοιξε

                                                         τ απόκρυφο παλάτι
                                                         που μοιάζει με το κάψιμο
                                                         των άστρων στη σιωπή

                                                         μα η πηγή δε στέρεψε

                                                         με κανενός τα λόγια
                                                         και το νερό ανάβλυσε
                                                         ως τα αρχαία χρόνια




Ο Σταμάτης Διαμαντόπουλος είναι μουσικός και εικαστικός.
Οι στίχοι του δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά στην μορφή ποιημάτων.