Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

Παύλος Παρασκευαΐδης, "Κολοφώνας"





ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΘΗΚΕ
ΜΙΑ ΒΡΟΧΕΡΗ ΝΥΧΤΑ ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ
ΣΕ ΧΑΡΤΙ ΑΠΟΚΡΥΦΟΥ ΠΑΘΟΥΣ
ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΡΙΩΝ
ΣΕ ΕΝΑ ΑΟΡΑΤΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ
ΥΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΗ
ΜΙΑΣ ΝΕΑΡΗΣ ΧΕΙΡΟΜΑΝΤΙΣΣΑΣ.
ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΣΕ ΕΝΑ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΟ
ΑΝΤΙΤΥΠΟ ΚΑΤΑ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ.



Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

Αλεξάνδρα Μυλωνά, "Νεκρές πια;"






ΝΕΚΡΕΣ ΠΙΑ;


Εκεί που οι ψυχές συναντιούνται

Μενύχτα

Έπιασε ένας αέρας ξαφνικά εκεί που της μιλούσα κι άρχισαν να χτυπάνε τα τζαμάκια δυνατά τ τ τ τ τ τ τ τ τ. Χτυπούσαν τα τζαμάκια πάνω στο κρύο μάρμαρο, έλεγα πως θα σπάσουν τόσο λεπτά που είναι, θα θρυμματιστούν και θα στροβιλίζονται έπειτα γύρω τριγύρω στον αέρα κομμάτια γυαλάκια μαζί με πέταλα ξεραμένων λουλουδιών και φύλλα μέχρι που κάποιο γυαλί θα τρυπώσει στο μάτι μου και θα το σκίσει∙ να το ματώσει, που από τότε που έφυγες και μετά ένα δάκρυ δεν έχυσε, το άτιμο. Ποιος είπε πως έχει ησυχία στα κοιμητήρια;

Στο μυαλό μου ορμάνε σκόρπιες εικόνες από παλιά.
Τότε που με κοίταξες ανασηκωμένη στο κρεβάτι της κλινικής με υπερήλικο θυμό στο αποστεωμένο σου πρόσωπο και μου ’πες «Φύγε! Ποια είσαι συ που με παιδεύεις και δεν αφήνεις τον άλλο να έρθει…». «Ποιον άλλο, μαμά;». «…να με πάρει επιτέλους!».
Τότε που φορούσες εκείνο το αφόρητα στενό τζιν με την καμπάνα και τα τακούνια σου χοντρά, τακ-τακ, τακ-τακ, τακ-τακ, να χτυπάνε το παρκέ στα πενήντα σου σε μια προσπάθεια να συγκρατήσεις τη νιότη σου που έφευγε, που το ’βλεπες, που ’χε αρχίσει να φαίνεται για τα καλά το στράφι που πήγαινε η ζωή σου –χωρίς άντρα πια και χωρίς δουλειά, έξι χρόνια μετά τη μεταπολίτευση.
Τότε που ντυθήκαμε καρναβάλια φορώντας σεντόνια και παλιά ρούχα και πήγαμε στους γείτονες στον κάτω όροφο της Γκύζη χορεύοντας. Ήθελες να γελάσουμε λίγο, να χαρούμε κάπως μέσα στη χούντα που όλα απαγορεύονταν, να διώξουμε για μια βραδιά τον φόβο –μικρή ήμουν εγώ, τέσσερα, πέντε...
Τότε που σε πάλευα στη μέση του δρόμου για να συνέλθεις από την κρίση την επιβαρυμένη από τη δυσλειτουργία του θυροειδή και την κλιμακτήριο. Γονάτισες μπροστά μου –θυμάσαι;– κι έκλαιγες και με παρακαλούσες να μη μιλώ, να μη λέω τίποτα μέσα στο σπίτι, κιχ να μη βγάζω, μόνο για τ’ απαραίτητα να κουβεντιάζουμε. «Γιατί;» Σιωπή. «Γιατί;» «Γιατί έχουν γεμίσει τους τοίχους με μικρόφωνα και μας ακούνε και θα μας κάνουν κακό». «Ποιοι, μαμά;». Σιωπή. «Τι κακό, ρε μάνα;» Σιωπή. Αβάσταχτη. «Μίλα, γαμώτο». Σιωπή. «Μίλα!». «Μεγάλο κακό, παιδί μου, δεν ξέρεις εσύ, δεν φαντάζεσαι». Σιωπή. Οριστική. Κι εγώ φούντωνα, γιατί δεν έβρισκα το κλειδί ν’ ανοίξω την πόρτα της φυλακής σου –ούτε και έσπαζε η ρημάδα–, γιατί οι εποχές είχαν αλλάξει από το ’81 και μετά και συ τον χαβά σου –κολλημένη εκεί, στο παρελθόν, καμένη από έναν άφατο τρόμο–, γιατί δεν ήξερα, αφού εσύ ...δεν μου μιλούσες.
Δεν ήξερα πως σου βάλαν εσένα μικρό παιδί τριών χρονών το όπλο στον κρόταφο να μαρτυρήσεις πού ήταν κρυμμένος ο πατέρας σου με τις προκηρύξεις και συ δε μίλησες, δεν είπες πως έστεκε πίσω απ’ την πόρτα, δεν πρόδωσες, βλέμμα δεν σου ξέφυγε. Δεν ήξερα για την άγρια σφαγή του θείου σου –εφιαλτικό οικογενειακό μυστικό– που σηκώθηκε με νύχτα να πάει στο χωράφι και τον πιάσαν οι ταγματασφαλίτες και τον διαμελίσαν στην αυλή του σπιτιού του, κάτω στο χωριό, επειδή ήταν αριστερός κι αυτός –λες και μπορούσε να κάνει αλλιώς– και τον άκουγαν οι δικοί του να σφαδάζει καθώς τον πετσοκόβαν κι όταν ξημέρωσε καλά τον βρήκανε ζεστό νεκρό, πεταμένο μέσα σ΄ ένα τσουβάλι. Δε μου ’πες για τη δική σου εξορία από την αγκαλιά των γονιών που στάλθηκαν και οι δυο εξόριστοι στο νησί, δε μου ’πες πόσο σου στοίχισε εσένα αυτό, να μεγαλώνεις μόνο με το χάδι της ερημωμένης γιαγιάς, το υφασμένο με τον πόνο. «Κλω, κλω, μακριά κλωστή η ζωή...»
Η παιδική σου φίλη, η Κούλα έσπασε και μου τα είπε όλα στην κηδεία.
Α, ξέρεις, ποιον γνώρισα τις προάλλες; Εκείνον που πουλούσε παπούτσια στην Ερμού στη δεκαετία του ’50. Μου ’χες μιλήσει για το μαγαζί, για το λούσο της βιτρίνας του –νομίζω. Τυχαία βρεθήκαμε σε μια γιορτή, πώς έγινε και έδωσα γνωριμία σ’ έναν διπλανό του και μπήκε στην κουβέντα κι αυτός. Σε θυμόταν, μου είπε, πεντακάθαρα, που πήγαινες τριζάτο κορίτσι και χάζευες τα λουστρίνια – πού λεφτά για ν’ αγοράσεις... Δεν μπορούσε, μου είπε, να πιστέψει πως έχεις πεθάνει.
Πέθανες, όμως; Όχι, δεν είμαι σίγουρη, όχι. Δεν το δέχομαι. Ζεις μέσα μου, γι’ αυτό μάλλον δεν κλαίω, ζεις μαζί μου κι αυτό μου δίνει δύναμη την ίδια στιγμή που με τρώει και με φοβίζει κιόλας.

Μαμά, ήρθε που τον περίμενες, ήρθε και σε πήρε. Και σκέφτομαι έτσι που στέκομαι αμήχανη μενύχτα εδώ πως μπορεί μ’ αυτόν τον αέρα, μπορεί και να τον δω να σε σηκώνει ψηλά από το μνήμα για να σε χορέψει, να χορέψετε μαζί, Κλειώ, έναν αέρα χορό ανάλαφρο σα μια νιφάδα χιονιού, ένα λίκνισμα ψυχής χωρίς καημό και μαράζι πια, μεφώς μέσα στη νύχτα. Τ τ τ τ τ τ τ τ τ, τ’ ακούς τα τζαμάκια; Μαμά μου, να ετοιμάζεσαι.






Μεφώς

Βγήκε η κουτσή γιαγιά από το μνήμα στις έντεκα το πρωί, μόλις έβρεξες με λίγο νερό το χώμα που τη σκέπαζε. Πέταξε με τ’ άσπρο νυχτικό της κι άρχισε ανάερη και χαρίεσσα, άρχισε να χορεύει και να τραγουδά:

«Ίβαλα ίβαλα ωωω,
πάμε γιαλό γιαλόόό,
ίβαλα ίβαλα ωωω,
μόνο εσέν’ αγαπώώώ (1)»

− Πάω, σου είπε.
− Πού πας, γιαγιά;
Α Paris! (2)

Από τότε που τη χτύπησε η αρρώστια, είκοσι τέσσερα χρόνια μέχρι τον θάνατό της τον περσινό Σεπτέμβρη, καθηλωμένη σε μια πολυθρόνα ήταν, τσαλακωμένη γυναίκα, προδομένη από το ίδιο της το κορμί, με τα μάτια της κάθε μέρα να σβήνουν όλο και πιο πολύ, μέχρι που σταμάτησαν πια να κοιτούν έξω –δυο τρύπες έγιναν τα μάτια της που έχασκαν, δυο πληγές χαίνουσες που άνοιξε ένα βουβό παράπονο, δυο απύθμενα πηγάδια απ’ όπου της έφευγε λίγο λίγο, λίγο λίγο λιγουλάκι η ζωή.
 Θέλω.
 Τι θέλεις;
 Θέλω να σου πω…
 Τι, γιαγιά;
 Ηvalaaa (3), σου είπε στ’ αυτί μ’ έναν ψίθυρο χάδι και αμέσως βούτηξε ανάλαφρη ψηλά, στις θάλασσες τ’ ουρανού.
Έπρεπε να πεθάνει η Περιστέρα, για ν’ αναστηθεί. Για ν’ αναχωρήσει χαρούμενη και λεύτερη πια απ’ τα δεσμά της ανίατης χωλότητας γι’ αλλού, για ένα ταξίδι άφατο όνειρο ζωής, φως πια κι αυτή στην πόλη του φωτός, φως.
(Ποιος είπε πως ένα θαύμα δεν γίνεται πρωί; Γίνεται όποτε θέλει, όποτε εσύ είσαι εκεί για να το δεις. Εσύ που τη φρόντισες περισσότερο απ’ όλους, κι αυτήν και το σακατιλίκι της. Εσύ, η Σερβίδα γυναίκα που της δρόσιζες αποκλειστικά τ’ ανήμπορο κορμί μενύχτα και μεφώς τόσα χρόνια τώρα. Κι ούτε να το πεις πουθενά πως σ’ ευχαρίστησε φεύγοντας στη γλώσσα σου. Κανείς δε θα σε πιστέψει –μ’ ακούς;– κανείς).




Σημειώσεις:
1. Eλληνικό παραδοσιακό τραγούδι.
2. Α Paris: Στο Παρίσι (γαλλικά)
3. hvala: ευχαριστώ (σερβικά, xвала)



Το πρώτο μέρος του δίπτυχου διηγήματος της Αλεξάνδρας Μυλωνά που φέρει τον τίτλο "Μενύχτα", δημοσιεύτηκε ως ανεξάρτητο κείμενο στο λογοτεχνικό περιοδικό "Θευθ", τχ 1, Σεπτέμβριος 2015, εκδ. Ρώμη.
Το δεύτερο μέρος με τον τίτλο "Μεφώς", δημοσιεύεται για πρώτη φορά στο παρόν ιστολόγιο.

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2015

Φώτης Κουτσαμπάρης, "Ξεμάκρεμα εορταστικόν"




ξεμάκρεμα εορταστικόν

Αναβοσβήνει τα λαμπάκια του ο αναχωρητής χρόνος στο γέρμα του, αναρτημένος στα χριστουγεννιάτικα ελάτινα δέντρα και στα γιορτινά διακοσμητικά των παραθυριών κι η καρδιά σαν να πικροχαίρεται τον αποχαιρετισμό. Γλυκά τα συναισθήματα της απομάκρυνσης, όπως ξαλαφρώνεις από γεγονότα, κι ας βαραίνει κατοπινά η ίδια τους η απουσία, δηλαδή η μετοχή τους στην ζωή μας ή η δική μας συμμετοχή σ’ αυτά. Καθώς όμως έρχεται γέννηση στο καταχείμωνο, διασκεδάζει την ελπίδα με το λευκό χρώμα μιας γλυκιάς προσμονής.
Οι Μάγοι αμπαλάρουν τα δώρα τους, με δέηση και ευλογία, και το νέο έτος ετοιμάζεται για την πρεμιέρα του, να κρεμάσει γιρλάντες τις προσδοκίες με ανθούς στις πόρτες των σπιτιών μας. Ο νέος χρόνος καταφθάνει. Κι ας διακρίνεται ίδιος με τον παρελθόντα, μεγάλος πλην ανώριμος, ωραίος πλην ελαφρόνους, γοητευτικός πλην ελλιπής. Στην ίδια πορεία του ανθρώπου, να επιδιώκει να δώσει γεύση στο δαγκωμένο μπισκότο της πορείας του εις το διηνεκές.
Φώτα θαμπώνουν την πόλη, τις μέρες που νυχτώνει νωρίς, κι η κεντρική αγορά έχει καλεσμένους, φίλους και συγγενείς εορταζόμενων. Θέλγουν θαρρείς οι βιτρίνες κι ο περίπατος ανοίγει το αυτί να ακούσει κάλαντα παιδικά, με τρίγωνο, ακορντεόν, κιθάρα. Κι οι τσιγγάνοι να γυρίζουν την ευθυμία τους –ή την ελευθερία τους– στα ουζομεζεδοπωλεία του Μοδιάνο με κλαρίνο και νταούλι, «Χριστός γεννάται» κι «αϊ ντι μάλε». Αφορμή ή πηγή χαράς, μια γιορτή, ένα χαμόγελο και τα «Χρόνια Πολλά» πραγματική απαντοχή.
Ο Αη-Βασίλης, υπερήλιξ με ζωντάνια, τρυπώνει τις πεθυμιές στην καμινάδα της ψυχής κι αποκαλύπτει την νεότητα μιας άσπρης γενειάδας και μιας κατάλευκης κόμης. Όπως λευκή, νέα, αγνή κι αμόλυντη είναι η προσφορά, νέα και άσπιλη η αγάπη. Άγγελοι τινάζουν ευχές απ’ τα φτερά τους, όπως τα δέντρα το χιόνι στον άνεμο και τα αστέρια στροβιλίζουν στα βλέμματα.
Ο Δεκέμβρης αντιμετωπίζει το κρύο του με το μαγκάλι της εορταστικής του αθωότητας.




Από το βιβλίο «λοξές ματιές», εκδ. Μαλλιάρης-Παιδεία, 2009




Ο Φώτης Κουτσαμπάρης γεννήθηκε το 1967 στα Καβάσιλα Βεροίας και ζει στη Θεσσαλονίκη. Είναι δημοσιογράφος, μέλος της Ε.Σ.Η.Ε.Μ.-Θ. Εργάζεται στην εφημερίδα «Μακεδονία» ως ρεπόρτερ - συντάκτης. Προηγούμενα έργα του: «Το Λογικό ενός τρελού», 1983, «Ξέχειλη Καρδιά», 1984, «Σφεντόνα», 1984, «Στην πλάνη των εικόνων» 1984, «Προσοχή…εύθραυστον», 1986.

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

Τάκης Βαρβιτσιώτης, "Τρία ποιήματα για τα Χριστούγεννα"




ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Χριστούγεννα άφωνα και παγωμένα

Έθαψαν το μαντήλι της μητέρας
Που σκούπιζε τα μάτια τους κάθε πρωί
Το μαντήλι το λεκιασμένο απ’ το αίμα

Το σπίτι έρημο αγρυπνεί
Τ’ αδέρφια παίζουνε κρυφτούλι

Η νύχτα φθάνει επίβουλη κρυφή

Οι ίσκιοι κατεβαίνουνε πάνω στους τοίχους
Όλο και κατεβαίνουν
Και τ’ αδέρφια τους μετρούνε
Τους μετρούν και κλαίνε



Από τη συλλογή «Το ξύλινο άλογο»




ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ

Ο τελευταίος καπνός
Στην όχθη τ’ ουρανού

Πίσω απ’ το τζάμι
Χέρια κάτασπρα
Ικετεύουν σαν πουλιά

Κι ένα λυχνάρι θρυμματίζεται
Σχηματίζοντας
Μικρές κόκκινες φλόγες

Τότε
Κάποια παιδούλα
Αρχίζει να γράφει
Το πιο ωραίο της ποίημα



Από τη συλλογή «Η ατραπός»




ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΗ

Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Με την κορνίζα μόνο
Ενός καθρέφτη
Απογυμνωμένος

Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Μ’ ένα φέρετρο να επιπλέει
Στην απεραντοσύνη του
Καταρρακωμένος

Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Με μιαν εφτάχορδη λύρα
Και μ’ όλο το ασήμι του
Αλλαγμένος

Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Με μια φάτνη
Και μ’ ένα δέντρο χριστουγεννιάτικο
Στολισμένος



Από τη συλλογή «Τα δώρα των μάγων»



Φωτογραφία: Δημήτρης Χαρισιάδης, «Χριστουγεννιάτικα κάλαντα»

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

John Mateer, "Τρία ποιήματα", (μετάφραση - επίμετρο: Νικολέττα Σίμωνος)




ΣΤΟ ΑΓΑΛΜΑ

Όταν στον Καθεδρικό του Σαντιάγο δε Κομποστέλα κληθώ
να αγκαλιάσω, για καλοτυχία, του Αγίου τον μαρμάρινο κορμό,
δεν θα το πράξω. Όχι για λόγους ηθικής.

Το ν’ αγκαλιάζει κανείς κάποιον εκ των νώτων τοιουτοτρόπως
μου θυμίζει έντονα τον τρόπο που, στα στρατόπεδα εκπαίδευσης του Απαρτχάιντ,
μας μάθαιναν να πλησιάζουμε τον εχθρό,

για να του κόψουμε το λαρύγγι.




ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΩΝ ΕΜΙΡΑΤΩΝ

Η λέξη «εξόριστος» στο λεξιλόγιό μας πια δεν υπάρχει,
κι ας ανταμώνουμε στο Εμπορικό Κέντρο των Εμιράτων,
το σπήλαιο εκείνο της υπερβολής, παραγγέλνοντας παραδοσιακό
φαγητό πολυτελείας, τις προοπτικές μας
σε δυο, ίσως και τρεις, ηπείρους αναλογιζόμενοι,
κι ομολογώντας πως στην πατρίδα πια δεν ξαναγυρνάμε.
Με τους ταξιτζήδες μας δεν μοιάζουμε, εμείς με τις ολοένα
ανανεώσιμες βίζες μας και την ενσυνείδητή μας αμνησία,
έστω κι αν θα μπορούσαμε και εμείς μια ζωή πήγαινε-έλα
τους αυτοκινητόδρομους του Ντουμπάι να διασχίζουμε,
τις στούπες της Ανουρανταπούρα αναπολώντας,
πώς μες στο ηλιόφως λάμπουν σαν αναποδογυρισμένα μπολ με ρύζι.
Μόνη μας παρηγοριά όλα όσα ήταν κάποτε Λογοτεχνία,
η μεταμόρφωσή της, τα αερικά εκείνα, οι άλλες μας ζωές.
Ή μήπως δεν συνέβη το αντίθετο; Δεν απελαθήκαμε μήπως
από τον Κήπο της Ανυπαρξίας, για να περιπλανηθούμε, μιαν ολάκερη δεκαετία,
στις σκέψεις μας χαμένοι, να φανταζόμαστε την λεωφόρο Αλ Μουτίνα σαν μια
         λεωφόρο της Τύνιδας,
σταχτόχρωμοι φοίνικες τον ίσκιο τους να μάχονται να δώσουν κόντρα
         στην χρυσίζουσα αχλή των καυσαερίων;
Αλή, θυμάσαι ’κείνο τ’ όνειρο για το οποίο μου ’χες μιλήσει: ο Χαφίζ
να παρουσιάζεται σ’ έναν λόγιο Αυστραλό και Δραγουμάνο του
να τον διορίζει; Μάλλον έτσι καταλήξαμε κι εμείς εδώ πέρα
στην εμπορική τούτη όαση του πλούτου και της υπερβολής,
σαν ένα ποίημα που γεννιέται στην άκρη της γλώσσας αλλουνού,
σαν πλήρως μεταφράσιμα συνώνυμα της λέξεως: «εξόριστος».




ΠΙΝΤΖΑΡΑ*

Κάτω στο μέρος όπου γίνηκε η μάχη που ’μοιαζε πιότερο με σφαγή
κάτι τύποι της φυλής Νούνγκαρ το πέρασμα τού δείξαν
κει όπου, κάτω χαμηλά πάνω απ’ τα μελανιασμένα τα νερά,
τη βολίδα είχανε δει να αιωρείται λευκή σαν μάτι τυφλό,
κι όταν τους ρώτησε αν είχαν προσπαθήσει να καλέσουν τα πνεύματα
εκείνα,
οι τύποι γέλασαν:
Με τίποτα, φίλε, είχαμε φύγει σα βολίδα!



Mετάφραση: Νικολέττα Σίμωνος


________________
*Σ.τ.Μ.: Pinjarra: πόλη της Δ. Αυστραλίας, στα περίχωρα της οποίας το 1834 έλαβε χώρα η ονομαζόμενη Μάχη (ή Σφαγή) της Πιντζάρα. Εικοσιπέντε Βρετανοί άποικοι (στρατιώτες, αστυνομικοί και απλοί πολίτες), με επικεφαλής τον Κυβερνήτη James Sterling, επιτέθηκαν σε μια ομάδα ογδόντα Αβοριγίνων ιθαγενών της φυλής Νούνγκαρ (και γυναικόπαιδων συμπεριλαμβανομένων) και σκότωσαν γύρω στις σαράντα ψυχές, αρκετές από τις οποίες άφησαν την τελευταία τους πνοή στα νερά του ποταμού Μάρεϊ. 




Επίμετρο

Ο Τζον Ματίαρ (John Mateer) είναι Νοτιοαφρικανός ποιητής, κριτικός σύγχρονης τέχνης και συγγραφέας, γεννηθείς το 1971 στην πόλη Roodepoort της Νοτίου Αφρικής. Σε ηλικία δεκαεπτά ετών, μετανάστευσε με την οικογένειά του στο Περθ της Αυστραλίας, όπου και ζει έκτοτε. Σπούδασε ιστορία της τέχνης και λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Δυτικής Αυστραλίας και, στην πορεία, έζησε για μια τριετία στην Ινδονησία. Είναι πολυταξιδεμένος, πολυβραβευμένος και πολυγραφότατος, με μερικές από τις ποιητικές συλλογές του να είναι οι ακόλουθες: Burning Swans (1994), Anachronism (1997), The Ancient Capital of Images (2005), Ex-White: South African Poems (2009), The West: Australian Poems 1989–2009 (2010), Southern Barbarians (2011) και Unbelievers, or the Moor (2013). Για τη συλλογή του Barefoot Speech (2000), το 2001 απέσπασε το Βικτωριανό Πρώτο Βραβείο Ποίησης C. J. Dennis (Αυστραλία). Μεταξύ άλλων, έχει τιμηθεί με το Μετάλλιο της Εκατονταετηρίδας για την πολύτιμη συμβολή του στην κοινωνία και λογοτεχνία της Αυστραλίας. Στο πεζογραφικό corpus του, περιλαμβάνεται και ένα ταξιδιωτικό ημερολόγιο με τίτλο Semar's Cave: an Indonesian Journal (2004). Έργα του έχουν μεταφραστεί στα ιαπωνικά, ισπανικά και πορτογαλικά.
Ως ποιητής, ο Ματίαρ έχει χαρακτηριστεί ως «σύνθετος», ως «ο ποιητής των πολλών τόπων, γλωσσών και πολιτισμών», αλλά και ως «η πιο πρόσφατη μετενσάρκωση του παγκόσμιου ποιητή». Ωστόσο, όπως ο ίδιος εξηγεί, δεν σκέφτεται με όρους γεωγραφικούς, γλωσσικούς και πολιτισμικούς, αλλά με όρους ιστορικούς, και αντιμετωπίζει τον κάθε τόπο σαν πράξη πολιτισμική και τον κάθε άνθρωπο σαν ενσάρκωση της Ιστορίας. Για κείνον, ο τόπος συνδέεται άμεσα τόσο με τον Άνθρωπο όσο και με την Ιστορία. Για τούτο και ταξιδεύει πολύ. Η ποίησή του συχνά τοποθετείται σε ποικίλα μέρη με διαφορετικούς πολιτισμούς, κάτι που αντικατοπτρίζει τις μετακινήσεις και τα ταξίδια που έλαβαν χώρα καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του (εδώ να αναφέρουμε πως μικρός έζησε και στον Καναδά όπου είχε, για κάποια χρόνια, μεταναστεύσει η οικογένειά του). Αξιοσημείωτο είναι δε το γεγονός πως συνηθίζει να επισκέπτεται περισσότερο μέρη μη αγγλόφωνα, αφού εκεί αισθάνεται πιο οικεία, όπως π.χ. στην Ιαπωνία και την Κίνα και γενικότερα στην Ασία, σε αντίθεση με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Παρόλο που αισθάνεται σε αρκετούς τομείς Ευρωπαίος, η οικειότητά του με χώρες της Ασίας έγκειται, κατά κύριο λόγο, στην προσπάθεια ψυχολογικής αποσύνδεσής του από τις συνήθεις ταυτοποιήσεις με το «Λευκό» και το «Δυτικό», και τούτο εξαιτίας του απαρτχάιντ, το οποίο στιγμάτισε, στην ουσία, όλους τους λευκούς πολίτες της πατρίδας του, ακόμα και όσους δεν σχετίζονταν μαζί του.
Η ποίησή του διαχέεται από μιαν έντονη πνευματικότητα και μια βαθιά φιλοσοφική αναζήτηση. Διακρίνεται δε, μεταξύ άλλων, για το αισθητικό της ύφος, τις πολυσύνθετές της αντηχήσεις, τον συλλογιστικό της λυρισμό και την πλούσια (κοινωνικο-ιστορικο-πολιτισμική) εικονοκλασία της. Αποπνέει, θα λέγαμε, έναν αέρα Ανατολής και στηρίζεται, σε επίπεδο υπαρξιακό, στην ιδέα της «διαφάνειας του Εαυτού», μ’ έναν τρόπο, ωστόσο, που σχετίζεται άμεσα με την βουδιστική θεωρία του Εαυτού, σαν έναν «καθρέφτη δίχως είδωλο». Στη βουδιστική φιλοσοφία, ο ποιητής μυήθηκε από το έργο του ομοίως Νοτιοαφρικανού ποιητή Breyten Breytenbach (1939–). Μέσα από το εν λόγω έργο ξεκίνησε, επίσης, η γνωριμία του με τον ευρωπαϊκό ποιητικό μοντερνισμό και το έργο ποιητών όπως οι Μπωντλαίρ, Σεζαίρ, Πεσσόα, Ελυάρ και Λόρκα.
Ο Ματίαρ έχει ασχοληθεί και με τη μετάφραση, αποδίδοντας ποίηση από τα αφρικάανς στα αγγλικά. Δηλώνει, μάλιστα, εξοικειωμένος με το αντικείμενο, γεγονός που οφείλεται, κατά τον ίδιο, εν μέρει στην επίσημη διγλωσσία της γενέτειράς του. Και μολονότι αφενός έχει ως μητρική την Αγγλική και αφετέρου είναι υπήκοος αγγλόφωνου κράτους, ο ίδιος ομολογεί πως, όλως περιέργως, επικοινωνεί με περισσότερη άνεση στην Αφρικάανς, προσθέτοντας δε, με μια διακριτική περηφάνια, ότι τον κόσμο της ποίησης, σε αυτήν την γλώσσα τον πρωτογνώρισε. Χαίρεται να διαβάζει παρέα με τον μεταφραστή του και συχνά αισθάνεται πως πρωτότυπα δεν είναι τα δικά του ποιήματα αλλά τα μεταφράσματά τους. Αυτό, βεβαίως, στην πραγματικότητα ισχύει μονάχα όταν η θεματική του ποιήματος αφορά τον τόπο όπου ομιλείται η γλώσσα στην οποία το ποίημα μεταφράζεται (όπως λ.χ. συνέβη με τα ποιήματά του που αφορούν την Πορτογαλική Αυτοκρατορία, όταν αυτά αποδόθηκαν στα πορτογαλικά). Εξού και δεν λογίζεται μονάχα Αυστραλός ποιητής ούτε μονάχα αγγλόφωνος· αντίθετα, αν υπάρχει κάτι που χαρακτηρίζει, εν γένει, την ποίησή του, αυτό δεν είναι άλλο από την οικουμενικότητα. Άλλωστε, μέσα από την ποίησή του, και μέσα σε μερικούς στίχους μόνο, ο «χωρίς ταυτότητα» ή ο «πληθώρας ταυτοτήτων» ποιητής κατορθώνει να μας ταξιδέψει σε μέρη, σε εποχές και σε πολιτισμούς μακρινούς και αλλιώτικους.

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

Νικόλας Σεβαστάκης, "Οι χειμώνες της μνήμης"






Κερκίνη

I

Ένα κάτασπρος βούρκος που τον είπαν λίμνη
κι όμως τον λάτρεψαν
αρχοντικοί ερωδιοί και κορμοράνοι της προϊστορίας
την πνιγηρή επίπεδη γαλήνη αναταράζοντας
πλάσματα μιας δεντρόβιας λύπης


II

Το Μπέλες κατασκότεινο
σαν κάτι να μοιράζει
περάσματα κρυφά
ή χώρες − αδιάφορο
Κρατά όλο το μυστήριο
στις δροσερές κατεβασιές του


III

Να επιθυμείς τα ορεινά
που δεν τα έζησες
όπως το νήπιο
αφηνιασμένο στα γιατί του
της γλώσσας άγρια τινάζει
πανάρχαιες φλοκάτες


IV

Αθέατη πολυκοσμία
στις ρίζες στα φυλλώματα
αγελαδίσια τεμπελιά
σε ένα λιβάδι παπαρούνες και τρελές χρυσόμυγες
απρόσμενα το ρίγος της γαλήνης
μακρόθυμος ο ίσκιος του Στρυμώνα




Η προστασία της λήθης

Στο δρόμο κάτω
Ένα σπασμένο λαβομάνο, μια κάσα κρεβατιού
και δυο καρέκλες περιμένουν
Όχι το ποίημα
αλλά ένα φορτηγό να τα οδηγήσει σε τόπο ασφαλή
σε μια αξιοπρεπή ταφή
πέρα από ψεύτικες οικειότητες και άνισες ανταλλαγές
τα πράγματα προσμένουν
ιδιαζόντως άχρηστα και ασήμαντα
την προστασία που παρέχει η λήθη




Ρωγμή

Άσπιλο το πουκάμισο της Κυριακής
υπέροχα παρωχημένο όπως οι εκκλησιαζόμενες
και όσοι ακόμα δεν συμφιλιώθηκαν
στο πεπρωμένο της ορφάνιας
Ελπίζοντας πάντα σε μια καλή ανταμοιβή
Υπέροχα ηττημένο λευκό ανοιξιάτικο
σιδερωμένο από έναν ήλιο με ατμούς
μικρή ευεργετική εκεχειρία
χαιρετίζει τον κόσμο




Από τη συλλογή «Οι χειμώνες της μνήμης», εκδ. Πανοπτικόν 2010

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

Μανόλης Αναγνωστάκης, "Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ."




Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.

Στην οδό Αιγύπτου —πρώτη πάροδος δεξιά—
Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα που
         περνούνε
Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες·
Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά
         τους
Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα
Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους.
Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται η Τράπεζα Συναλλαγών
—εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι, αυτός συναλλάσσεται—
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
—εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν—
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής
Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές

Η Ελλάς των Ελλήνων.



Από τη συλλογή «Ο στόχος», 1970





Η δεύτερη βραδιά της 4ης Λογοτεχνικής Σκηνής (Θεσσαλονίκη 12/12/2015, θέατρο «Άνετον»), ξεκίνησε με την ανάγνωση και δραματοποιημένη απόδοση του παραπάνω ποιήματος του Μανόλη Αναγνωστάκη, σε σκηνοθεσία Άλκη Σπυρόπουλου και Ιωάννας Μήτσικα.
Συμμετείχαν οι σπουδαστές της δραματικής σχολής του θεάτρου Ανδρέας Βουτσινάς, του Τμήματος Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών Α.Π.Θ. και του Θεάτρου Τ: Κατερίνα Βαφειάδου, Κυριάκος Βιολάρης, Λάζαρος Βρουλάκος, Δημήτρης Γαλανάκης, Δανάη Γραμμένου, Ιωάννα Θεοδοσιάδου, Βιβή Κατσαρού, Σοφία Κοπαΐδου, Εύη Κρητικού, Νίνα Μαζάνη, Ανδρονίκη Μανουρά, Μαριέλλα Παναγιώτου, Παυλίνα Παπαδοπούλου, Κορνηλία Προκοπίου, Μάκης Σεμερτζίδης, Βίκη Σκορδά, Μαριαλένα Στεργίου, Χρύσα Τσετάκη.
Καθώς το 2015 (έτος Αναγνωστάκη), πλησιάζει στο τέλος του, η ανάρτηση λαμβάνει χώρα για να τιμήσει την προσπάθεια των παραπάνω καλλιτεχνών και να υπογραμμίσει την ευεργετική δύναμη των Τεχνών όταν συνδέονται υπέροχα μεταξύ τους.


Φωτογραφίες: Νώντας Στυλιανίδης

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

Αλέξιος Μάινας, "Το ξυράφι του Όκαμ"





(19:08) Έξι συνώνυμα του Γκέοργκ Χάυμ

Μεγάλα ρόδια
σαν καρδιές
με ρωγμές

σαν απογεύματα
στα τέλη
του λυκείου.




(Πράξη 4η, Δε σε λέω Ελένη μην το σκάσεις)

Ο λαβύρινθος των πιθανοτήτων
που μας ένωσαν.
Και η παροδική διαθεσιμότητα
τής στο ελάχιστο συρρίκνωσης
των πιθανών ενδοιασμών.

Η πράξη ένα κλαδί με γινωμένα μήλα.
(Τα πολλά λόγια είναι λόγια.)




Από τη συλλογή του Αλέξιου Μάινα, "Το ξυράφι του Όκαμ", Αθήνα, 2014, Μικρή Άρκτος

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

Γεωργία Κολοβελώνη, "Μελάνι στον ουρανίσκο"




ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ

αύριο δεν είναι ποτέ μια άλλη μέρα
αύριο είναι πάντα χτες

οι φίλοι έχουν όλοι φύγει
μια ορχήστρα αόρατη παίζει
σε σάλα αδειανή το βαλς
μιας ζωής σπαταλημένης σε ξένες οφειλές
πυκνή σιωπή επικάθηται στα έπιπλα
στο πάτωμα ίχνη από παλιά ναυάγια
φτερά από καπέλα εποχής
μια πέρλα ανάμνηση από λαιμό λευκό
που αγαπήθηκε πολύ

ασπρόμαυρα ενσταντανέ βουβής ταινίας

κι εμείς θεατές σε χρόνο νεκρό
κοιτάμε βουβοί την οθόνη
πριν μείνουμε μόνοι και πέσουν
οι τίτλοι του τέλους




ΕΝΥΠΝΙΟ

στη νύχτα θα μπούμε
με πόδια γυμνά
θα φυτρώνουν αγκάθια
στους βολβούς των ματιών μας
το μυαλό μας θα λιώνει
σε τοίχους με χρώματα
ένας σκύλος θα γαβγίζει σε τέλειο ανάπαιστο
θα είμαστε ήδη νεκροί
τυλιγμένοι σε φύλλα από δέντρα

στη νύχτα θα μπούμε
από περάσματα άδεια
που οδηγούνε σε σώματα
Παύλου Μελά Λασσάνη Προξένου Κορομηλά
σε πολιτείες ανυπόταχτες θα απλώσουμε
την πραμάτεια μας
ένα άδειο κουφάρι από κάποτε δέρμα
γάμπες γόνατα κνήμες φλέβες χεριών
σε τιμή ευκαιρίας

στη νύχτα θα μπούμε
μετέωροι
ξένοι
που πουλάνε στιγμές στο δρεπάνι του χρόνου

από τη νύχτα θα μας βγάλει
μια σφαίρα
καρφωμένη
στα σπλάχνα της μέρας




ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΛΕΥΣΕΩΣ ΓΙΑ ΓΙΟΡΤΙΝΕΣ ΗΜΕΡΕΣ

το πένθος τις γιορτές
ένα στολίδι στο αθέατο κλαδί του δέντρου
ένα ντο μιας παιδικής φωνής που λέει τα κάλαντα
το καρουζέλ το βράδυ με τα φώτα
ένα αχνιστό ψωμί που μύριζε βούτυρο και κανέλα

δείξτε τη δέουσα προσοχή
ενόσω επιδίδεστε σε γιορτινές συνήθειες
τοποθετήστε με επιμέλεια −και προπαντός δικαιοσύνη−
τα λαμπιόνια στο δεντράκι
αποφύγετε μελωδικές φωνές με ήχους άλλων εποχών
προτιμήστε αντί πολύχρωμα αλογάκια παγοδρόμια
−υπάρχει πάντα εκεί το ενδεχόμενο της πτώσης−

και προπαντός φουρνίστε μόνοι τα ψωμιά σας
δίχως καρυκεύματα πολλά
−το πένθος ξέρει καλά να εισχωρεί
σε αθώα αντικείμενα−
έχετε έτσι πιθανότητες να αποφύγετε
τη βίαιη πρόσκρουση μαζί του

(πάντα υπάρχουν άλλωστε και οι Κυριακές)




ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ

ξαπλώνει στο κρεβάτι του
αγγίζει τα οστεώδη χέρια του
το κορμί του ζεστό
το στόμα του άγραφη σελίδα
δεν τον φιλά
ανασαίνει δυο στιγμές σιωπής και φεύγει

μέσα της χιονίζει λέξεις




FROGNER PARK

τα αγάλματα τις νύχτες
ψιθυρίζουνε το αναπότρεπτο
χρόνια τώρα η ανθρωπότητα περπατάει ανάπηρη
κραδαίνοντας διαψεύσεις
κοινοτοπίες του συρμού
−η ιστορία δήθεν επαναλαμβάνεται−

ο θάνατος μονάχα είναι αυτός που επαναλαμβάνεται
ακούγεται σαν χλεύη μυστική
συντρίβοντας κάθε αυταπάτη

κι εμείς αναρωτιόμαστε
τι κάνουμε εδώ
ταξιδιώτες με ακυρωμένο εισιτήριο
με τον οβολό εκ γενετής στα μάτια
τα καρφωμένα πρόχειρα
στον ουρανό
μιας μνήμης




Από τη συλλογή, «Μελάνι στον ουρανίσκο», εκδ. Μελάνι, 2015