Σάββατο, 28 Μαΐου 2016

Χαϊκού στο Καλλιτεχνικό Σχολείο Θεσσαλονίκης



Υπάρχει ένας ουρανός να μας ακούσει;

Tα παιδιά βλέπουν τον ουρανό με τα μάτια τους, μιλούν μαζί του και δειπνούν, όπως γράφει ο Γιώργος Σαραντάρης κι ύστερα θυμούνται τον ήλιο που γελούσε και δάκρυζε. Κι ύστερα γράφουν. Υπάρχει ένας ουρανός να τ’ ακούσει;
Τα χαϊκού που ακολουθούν είναι πειραματισμοί στην ποιητική γραφή μαθητών και μαθητριών που πραγματοποιήθηκαν στο Εργαστήρι Δημιουργικής Γραφής του Καλλιτεχνικού Γυμνασίου με Λυκειακές Τάξεις Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς 2015-2016 με την εμψύχωση της συγγραφέα και φιλολόγου Αλεξάνδρας Μυλωνά.
(α΄ γυμνασίου: "Πόλη - Φύση", β΄γυμνασίου: "Πόλεμος  -Ειρήνη", γ΄γυμνασίου: "Τέλος - Αρχή")



Α΄ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΠΟΛΗ - ΦΥΣΗ


Πόλη

(Ανώνυμος καλλιτέχνης του δρόμου)


Δεν αντέχω την πόλη
τ’ αμάξια τη βουή
φοβάμαι.

                      Γιώτα Κατσιούλα


Παντού στο δρόμο έργα.
Πότε θα τελειώσει
το μετρό;

                      Νικόλας Λουλούδης


Η πόλη φυλακή
κι εγώ απ’ το μπετόν
αποκλεισμένη.

                      Στάθια Μυρίδου


Μαγαζιά χτίζονται ξανά
κέντρα εμπορικά
πολυκοσμία.

                      Ευμορφίλη Πουρσανίδου


Άνθρωποι που περπατούν,
γιατί άραγε μιλούν;
Για μένα;

                      Μαρία Τσιάνταλη


Αυτοκίνητα πολλά
μαύρα, γκρι, σκοτεινά
πολιτεία.

                      Μαυρέτα Τσιρλιγκάνη


Φεύγω απ’ την πόλη
τη μισώ. Μπούχτισα,
πάω στο χωριό.

                      Πολύδωρος Λαπιδάκης


Το παράθυρο ανοίγει
άπλετο άσπρο φως
Θερμαϊκός

                      Στέλλα Νικολαΐδου


Ένας πύργος Λευκός
μια θάλασσα πράσινη
Σαλονίκη

                      Κατερίνα Χατζηνάκου


Αυτοκίνητα, καυσαέρια
πολυκατοικίες
όλα γκρι.

                      Νικολέτα Ρεπανά


Bία στην πόλη
αίμα στους δρόμους
κάθε μέρα πεθαίνω.

                      Αλέξανδρος Κατιρτζής


Πώς μετράει ο χρόνος
μέσα στην πόλη;
Αναρωτιέμαι.

                      Κωνσταντίνα Σφακιανάκη



Φύση

(Κλοντ Μονέ, "Νούφαρα")


Πάει η φύση βρόμισε −
έχει κι αυτή ψυχή,
το ξέρεις.

                      Έλλη Γιαννικοπούλου


Αργά κι ωραία περνά
κάτω απ’ τη συκιά
η ώρα.

                      Κωνσταντίνα Σφακιανάκη


Ο καιρός αλλάζει
η φύση σπαράζει
ακόμα σε αγαπώ!

                      Μανταλένα Μπαλή


Η φύση γελά
σαν σε κοιτώ στα μάτια,
αγαπημένη!

                      Περσεφόνη Βασιλειάδου


Τα δέντρα ξανανθίζουν
μα εγώ έχω ήδη
μαραθεί.

                      Στάθια Μυρίδου


Η φύση είν’ όμορφη
δεν θα ’ναι όμως για πολύ −
άνθρωπος.

                      Ευμορφίλη Πουρσανίδου


Στο λιβάδι πεταλούδες
γύρω τριγύρω
παράδεισος

                      Μαυρέτα Τσιρλιγκάνη


Δάσος πυκνό τρομακτικό
Πού είναι ο λύκος
ο κακός;

                      Πολύδωρος Λαπιδάκης


Σήκωσα μια πέτρα
βρήκα μια θάλασσα
από αγάπη!

                      Στέλλα Νικολαΐδου


Χρώματα σχήματα κι εγώ
πράσινο κενό
Πού είμαι;

                      Ηλέκτρα Κερσανίδου


Αφρός στη θάλασσα
χιλιάδες κόκκοι άμμου
οι αναμνήσεις.

                     Νικολέτα Ρεπανά



Β΄ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΠΟΛΕΜΟΣ - ΕΙΡΗΝΗ


Πόλεμος

(Πάμπλο Πικάσο, "Γκερνίκα")


Φοβάμαι, μα ξέρω
πως ο εφιάλτης μου
τελειώνει.

                      Τάσος Μελετλίδης


Μισάνοιχτη πόρτα
μια βαλίτσα φεύγει
αέρας ορμά

                      Χρυσούλα Κουτσόγλου


Μια βόμβα ήταν
αίμα παντού
το ρούχο μου κόκκινο

                      Αριάδνη Μάζη


Με όπλα πληγώνουν
κατάστηθα την ειρήνη,
με σκοτώνουν.

Την ειρήνη γιορτάζουμε,
μα ο πόλεμος
καραδοκεί.

                      Νίκος Βαμβατήρας


Δεν είναι ηλιοβασίλεμα,
είναι βόμβες
 στη Συρία.

Κανείς δεν έσωσε
την ειρήνη −παιχνίδι
πουλημένο.

                      Μιχαήλ Κορίτσας


Ο χρόνος δεν υπάρχει
κι όμως τελειώνει
τώρα. Σε χάνω.

                      Σοφία Γιουβαρλάκη


Το παιδί κοιμάται
το πολυβόλο θερίζει
ΞΥΠΝΑ με!

                      Στέφανος Καλτζίδης


Τ’ οξυγόνο τελειώνει
Πρέπει να προλάβω
ΝΑ ΖΗΣΩ ΝΑ ΖΗ-

                      Χριστίνα Πόρναλη


Θόρυβος, φωνές
για να τρομάξουν κι άλλο
οι τρομαγμένοι!

Τι απέμεινε
από το χαρούμενο μας
λευκό χωριό;

                      Παναγιώτης Μαυρουδής


Βόμβες παντού
όλοι νεκροί.
Εγώ που είμαι;

                      Νίκος Φαλέγγος


Ζήλια φθόνος κακία
εχθροί πόλεμος
καταστρέφομαι

                      Ηλιάννα Σαλαβγιά



Ειρήνη

(Πάμπλο Πικάσο, "Το παιδί με το περιστέρι")



Όμορφο βλέμμα
δροσίζει το χώμα
ο πανσές ανθίζει

                      Χρυσούλα Κουτσόγλου


Λευκό πουλί πετά
κλαδί ελιάς που λάμπει
ειρήνη

Λευκό πουλί πετά
χαρούμενα παιδιά
στη λιακάδα

                      Ζήσης Βλασακίδης


Λευκό περιστέρι,
κλαδάκι ελιάς,
γαλάζιος ουρανός.

                      Αριάδνη Μάζη


Αν στην καρδιά μας
υπάρχει γαλήνη ναι,
έχουμ’ ειρήνη.

                      Σοφία Γιουβαρλάκη


Ειρήνη, περιστέρι
στον ορίζοντα.
Ποιος το φροντίζει;

                      Στέφανος Καλτζίδης

Ειρήνη δίκαιο
Αγάπη φιλία.
Μια ουτοπία;

                      Νίκος Φαλέγγος



Γ΄ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΤΕΛΟΣ - ΑΡΧΗ


Τέλος

(Σαλβαδόρ Νταλί, "Το πρόσωπο του πολέμου")


Η ζωή τελειώνει,
τώρα τι; Ξεκινάει
ο θάνατος.

                      Παναγιώτης Μεσινιώτης


Τους βλέπεις μακριά σου
πεθαίνουν μπροστά σου
ανοιχτές πληγές

                      Αναστασία Σαββίδου


Ο ουρανός βαρύς
το φως αδύναμο, χλωμό −
αρχή του τέλους.

                      Ιωάννα Ραμπότα


Τηλεφωνώ
να δω αν είσαι καλά.
Εσύ δεν απαντάς

Βροχερή μέρα.
Απ’ τ’ ακροδάχτυλα το φως γλιστρά
Κλαίω πάλι.

                      Στέλλα Κασιμίδου


Φως όλο φως παντού φως
ήλιος λαμπερός. Μετά
σκοτάδι

                      Ζωή Μπάτζιου


Ναι, για μας ήρθε το τέλος.
Δεν θα σε ξαναψάξω.
όχι.

                      Χαρά Καραγιαννίδου


Άρχισε έλαμψε
σταμάτησε έδυσε
τελείωσε

                      Περικλής Σπαθάρας



Αρχή

(Βίνσεντ Βαν Γκονγ, "Ανθισμένη αμυγδαλιά")


Η αρχή της ζωής σου
το θαύμα της δικής μου,
παιδί μου.


Θέλησα να φύγω,
εγκλωβίστηκα. Κι όμως
έπρεπε να ζήσω.

                      Αναστασία Σαββίδου


Να σωπαίνεις.
Αν θέλεις ν’ αγγίξεις τον ήλιο,
σώπα. Σσσς…

                      Ιωάννα Ραμπότα


Κάτω από έναν βράχο
τα δυο σου μάτια,
μια θάλασσα.

                      Άννα Κισσά


Χθες σήμερα αύριο
πριν τώρα μετά πιο μετά
σε θέλω.

                      Ζωή Μπάτζιου


Ένα δάκρυ −
δεν είναι τίποτα σπουδαίο
που έφυγες

                      Χαρά Καραγιαννίδου


Με φοβούνται
τα μάτια μου κλειστά
μα περπατάω

                      Ιωάννα Γκράτζιου




Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Γιάννης Βαρβέρης, "Ο θάνατος το στρώνει"




ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΔΟΛΟΦΟΝΩΝ


Μετά το έγκλημα
έχουν οι δολοφόνοι
τα πιο αθώα μάτια.

Έκπληκτοι μπρος απ’ τα πολύχρωμα γλυκά
εκστατικοί στις φωτεινές επιγραφές που αναβοσβήνουν
στα λαϊκά μελό 4-6
δακρυσμένοι.
Ντρέπονται για το ύψος τους στους δρόμους
βυθίζουν με μανία τα χέρια
στις ρηχές τσέπες του πέτσινου
πάνε γωνιά γωνιά μη και μας σπρώξουν.

Αν ήταν δυνατό από μια μεριά
να δείτε πώς ξυπνούν οι δολοφόνοι:
με λίγο σάλιο πάνω στο σιδερικό
σαν πιπίλα που γλίστρησε αργά.

Αλίμονο σ’ εμάς
με τη σκανδάλη στα μάτια.




Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟ ΣΤΡΩΝΕΙ


Μαύρες κουκκίδες
Διάττοντες στο χιόνι
Σήμα μικρό που χάνεται στη θέα
Να κάνει σκι πάνω σε μια νιφάδα
Το βρίσκει άλλη νιφάδα και το λιώνει
Λιώνει κι αυτή
Χιόνι στο χιόνι
Βέρμιο Φτερόλακκα ψηλά βουνά
Ο χρόνος −
Κι ο θάνατος το στρώνει




; ΑΝΕΚΔΟΤΟ;


Μόλις ο Νίκος Εγγονόπουλος
απέθανε
ο Θάνατος του πρόσφερε τσιγάρο.

− Sans filtre! Sans filtre!
είπεν ο Νίκος
κι επροχώρησε.


                                                                 5.1984




ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗ


Μ’ ένα κασκέτο και  μια τσάντα πλαστική
στρίβω για χρόνια τη γωνιά του ίδιου δρόμου.
Δεν έχω πρόσωπο· μύτη και δάχτυλα μονάχα
εξασκημένα στο μαγνήτη του θηράματος.
Η ακινησία του ζώου – αντίστασή του.
Σφίγγει όλο σφίγγει το ακανόνιστο του σώμα
προβάλλει τους κυνόδοντες κάθε κονσέρβας
και μες στη νύχτα εκπνέει τα χαλασμένα χνότα του.
Όμως το χέρι ξέρει να δαμάζει το θηρίο.
Παραμερίζω τις φολίδες και το δέρμα
έμπειρα νύχια μπήγω στο ψαχνό
τα ζωντανά εντόσθια ρίχνω μες στην τσάντα
τη λεία μετρώντας δυο στενά πιο κάτω.

Μ’ ένα κασκέτο και μια τσάντα πλαστική
θα στρίψω απόψε τη γωνιά του ίδιου δρόμου.
Η τελευταία μας νύχτα θα ’ν’ αυτή ωραίο μου ζώο
σκουπιδοφάγοι απ’ αύριο θα μασάνε το κορμί σου
θα ’ρθω λοιπόν να σκύψω να κουρνιάσω
κουβάρι μες στις τόσες μια σακούλα
κι όπως στη σιδερένια αγχόνη του κυλίνδρου
χέρι χοντρό χορευτικά θα μας σαλπάρει
μαζί θ’ ακούσουμε τη διαταγή
του καπετάνιου σκουπιδιάρη:
− Πάμε!




ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΟΡΟΣ ΑΙΓΑΛΕΩ

                                                                (Μιλάει Εκείνος)

− Σ’ αυτό το χαμηλό βουνό
με θέα προνομιακή πάνω στο θρόνο
ξέροντας τι χρησμούς πατώ
σε τι στενά τους ρίχνω
θα δίνω παραγγέλματα μέχρι το βράδυ.
Μετά συντετριμμένος ίσως κλάψω
και τα χρυσά μου ενδύματα να σκίσω
μπρος στα κουρέλια του στρατού των ηγεμόνων.
Ψυττάλεια Θερμοπύλες Σικελία
ποιος να υποψιαστεί·
σήμερα Ξέρξης
χτες Λεωνίδας
αύριο Αλκιβιάδης.




Από τη συλλογή «Ο θάνατος το στρώνει», (1986), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Γιάννης Βαρβέρης - Ποιήματα, Τόμος Α΄, 1975-1996», εκδ. Κέδρος. (Γ΄ έκδοση 2008)

Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

Παύλος Παρασκευαΐδης, "Ποίηση και μάρκετινγκ"




ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΜΑΡΚΕΤΙΝΓΚ

του Παύλου Παρασκευαΐδη

Σε μια εποχή όπου θριαμβεύει ο ιδεοληπτικός καταναλωτισμός υποσχόμενος έναν επίπλαστο παράδεισο προσωπικών ηδονιστικών απολαύσεων, ήταν αναμενόμενο να αναδειχθεί η σπουδαιότητα του ρόλου του μάρκετινγκ. Αν και το τελευταίο ξεκίνησε ως μια μορφή συστηματικής προβολής των παραγόμενων προϊόντων και των προσφερόμενων υπηρεσιών των επιχειρήσεων προς το καταναλωτικό κοινό, γρήγορα εξελίχθηκε σε αναγκαία μεταβλητή των πάσης φύσεως κοινωνικών, πολιτικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων στις σύγχρονες κοινωνίες. Επί της ουσίας το μάρκετινγκ αποσκοπεί στην προβολή και διαφήμιση των προϊόντων και των υπηρεσιών, προκειμένου να πείσει τους καταναλωτές να αγοράσουν, ώστε να μεγιστοποιήσουν οι επιχειρήσεις τα κέρδη τους. Η χρησιμότητά του βέβαια εκτιμήθηκε δεόντως και από άλλους κοινωνικούς θεσμούς, όπως επί παραδείγματι στον πολιτικό στίβο όπου οι πολιτικοί διαφημίζουν τον εαυτό τους προκειμένου να κερδίσουν τις ψήφους των ανυποψίαστων πολιτών. Κι αν πράγματι στην οικονομία και στην πολιτική υφίσταται η αναγκαιότητα της συστηματικής προβολής και διαφήμισης, υπάρχει και κάποιος βαθμός κατανόησης στα πολιτιστικά δρώμενα ένα θέατρο να προβάλει τις παραστάσεις του, ένας διοργανωτής μουσικών εκδηλώσεων να διαφημίσει μια συναυλία και κάποιος εκδοτικός οίκος να θέλει να πουλήσει τα βιβλία του.
Εν συνεχεία το μάρκετινγκ εμφιλοχώρησε στον κόσμο των ποιητών δηλητηριάζοντας τις όποιες ρομαντικές και αγνές προθέσεις μεταμορφώνοντας τους δημιουργούς σε διαφημιστές του εαυτού τους. Για να φτάσεις στο σημείο να διαφημίζεις τον εαυτό σου, πρέπει είτε να είσαι σημαντική προσωπικότητα αναγνωρισμένη στον χώρο σου, είτε να πιστεύεις (εσφαλμένα) πως είσαι ή πως σου αξίζει να είσαι (άσχετα αν δεν είσαι και δεν σου αξίζει). Κι εδώ ακριβώς ξεκινάει η κωμικοτραγική διάσταση της σύγχρονης ποιητικής σκηνής. Με την ακόρεστη δίψα για αναγνώριση και προβολή ο όποιος φέρελπις ποιητής (μέγας κατά την αυτοεκτίμησή του) γρήγορα κατανοεί ότι δεν υπάρχει κανείς εκεί έξω που να ενδιαφέρεται πραγματικά για το ανύπαρκτο έργο του. Επομένως οφείλει ως συνεπής ματαιόδοξος να αναλάβει αυτός (ή αυτή) τα ηνία της αυτοπροβολής. Σε μια «παρέα» με τις «υπο-παρέες» της που αριθμούν κάποιους και κάποιες δεκάδες συστηματικούς αυτόκλητους υπερασπιστές της ποιητικής παράδοσης του τόπου, δεν είναι δύσκολο με τις κατάλληλες φιλοφρονήσεις και την διακριτική υποτέλεια να αποκτήσεις κάποιο «όνομα»· βλέπετε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ακριβώς σε αυτήν την ανάγκη της αυτοπροβολής και της αναγκαιότητας της ενισχυμένης αυτοεικόνας οφείλουν την επιτυχία τους. Κι αυτό το γνωρίζουν πλέον οι ασκούντες την τεχνική του μάρκετινγκ και φυσικά κάθε ποιητής και ποιήτρια που σέβεται τον εαυτό του/της.
Διαρκείς αναρτήσεις με περισπούδαστο ύφος από κλασικό αμερικάνικο κινηματογράφο, ατελείωτες φωτογραφικές λήψεις και συστηματική ανακύκλωση παρουσιάσεων με έκφραση αθανάτων καλλιτεχνικών μορφών, ομιλίες με μια δόση (αποτυχημένης) δραματουργίας και ασφαλώς τα ευμενή δημόσια σχόλια (και οι κολακευτικές κριτικές) που περιμένουν ανταπόδοση με την πρώτη ευκαιρία (θαύμασέ με να σε θαυμάσω), συνθέτουν μια κατάσταση απελπιστική με έναν βασικό απόντα, την ποίηση την ίδια.
Διότι στο μάρκετινγκ η ουσία είναι το περιτύλιγμα και όχι το περιεχόμενο. Δεν υπάρχει πλέον κανένα ενδιαφέρον για το ποιητικό έργο, διότι ουδείς ασχολείται πλέον με αυτό, τη στιγμή που είναι πιο αδιάφορο και ανούσιο από ποτέ. Ωστόσο, η αυτοπροβολή συνεχίζεται ακάθεκτη με την εικόνα του σοβαρού διανοούμενου κενού περιεχομένου να κατακλύζει τα ηλεκτρονικά (και μη) περιοδικά και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με ύφος χιλίων καρδιναλίων, που περιμένει διακαώς τη διεθνή του αναγνώριση (στα χνάρια του Σεφέρη και του Ελύτη), καθώς η εγχώρια θεωρείται δεδομένη. Συνεχείς και ασταμάτητες αναρτήσεις προσπαθούν να ικανοποιήσουν την αδηφάγα ματαιοδοξία που αθέλητα προβάλλει τα μη-ποιοτικά χαρακτηριστικά της κενόδοξης φιλαρέσκειας και φιλαυτίας άνευ ερείσματος. Κρίμα που η χώρα βρίσκεται σε οικονομικό μαρασμό, διότι οι σύγχρονοι ποιητές έχουν όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά για να ηγηθούν σε στρατηγικές μάρκετινγκ των ως επί το πλείστον πτωχευσάντων πλέον ελληνικών επιχειρήσεων. Μόνο που πτώχευσε μαζί και η ποίηση κι είναι ζήτημα χρόνου να πτωχεύσει και το ποιητικό μάρκετινγκ.




Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

Κική Δημουλά, "Ερήμην"




ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ

Είμαι σχεδόν χωρίς επάγγελμα τώρα.

Νεότερη
κατασκεύαζα κυρίως διαμαρτυρίες.
Αλλά και μεταχειρισμένες καταστάσεις
μάζευα
που μεταποιούσα εύκολα
σε πρωτοτυπίες και παραφορές.
Στρωμένη δουλειά.
Ευπορούσα.

Τώρα επιδίδομαι στο άσκοπο.
Ίσα ίσα τα προς το ζην:
επιβαίνω του ανέργου χρόνου μου
κι εκτελώ μικρά δρομολόγια
για λίγη αναδρομή
στα εύκρατα της νεότητός μου
επαγγέλματα.




ΕΡΗΜΗΝ

Σημειώθηκε χθες
διόγκωση της ματαιότητας.
Αυτό, φυσικά,
κανείς δεν το αντελήφθη.
Κανείς απ’ τους ελάχιστους «πλησίον μου».
Μονάχα εγώ
που όρθια μπρος στο μεσίστιο μέλλον μου,
σε στάση ανήμπορη αλλά κόσμια,
άφησα να διαφύγει από το χώρο μου
ένα ολόκληρο απόγευμα,
σε μια ρευστότητα αθεράπευτη,
γνωστή,
αλλ’ επιδεινωμένη.




ΕΚΛΕΙΨΙΣ

Παρατηρήσατε το φαινόμενό μου;
Την ολική μου, επιτέλους, έκλειψη;

Είχα ένα ιδιόκτητο διακριτικό στερέωμα,
προσωπικής μου χρήσεως,
που, διατρέχοντάς το,
έγραφα στίχους:
εν ολίγοις διένυα ευπρεπώς τη μοίρα μου.

Χθες λοιπόν,
περί την δωδεκάτην βραδινήν,
χωρίς καμιά ορατή αιτία,
εγώ, ο λυρικός μικρός πλανήτης,
έπαθα ολική σχεδόν έκλειψη.




ΑΓΓΕΛΙΕΣ

Διατίθεται απόγνωσις
εις αρίστην κατάστασιν,
και ευρύχωρον αδιέξοδον.
Σε τιμές ευκαιρίας.

Ανεκμετάλλευτον και εύκαρπον
έδαφος πωλείται
ελλείψει τύχης και διαθέσεως.

Και χρόνος
αμεταχείριστος εντελώς.

Πληροφορίαι: Αδιέξοδον.
Ώρα: πάσα.




ΕΚΣΤΑΣΙΣ

Το μικρό μου παιδί
σοβαρή αταξία έκανε πάλι.
Στο πεζούλι το σύμπαντος σκαρφάλωσε,
σκούντησε με το χέρι του
το κρεμασμένο στον τοίχο τ’ ουρανού
κόκκινο πιάτο,
κι έχυσε όλο το φως επάνω του.

Ο θεός απόρησε
που είδε τον ήλιο
ντυμένο ρούχα παιδικά
να κατεβαίνει τρέχοντας
της φαντασίας μου τη σκάλα
και να ’ρχεται σε μένα.

Κι εγώ κάθομαι
τώρα
και μαλώνω αυστηρά
το μικρό μου παιδί
ενώ κλέβω κρυφά
τον χυμένο επάνω του ήλιο.




Από τη συλλογή «Ερήμην» (1958), που περιλαμβάνεται στον συγκεντρωτικό τόμο «Κική Δημουλά - Ποιήματα», εκδ. Ίκαρος, Αθήνα. (Δ΄ έκδοση 2002)