Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

Σεργκέι Γεσένιν, "Πέντε ποιήματα"




* * *

Δε θάρθω πια· τα κόκκινα κλαδιά δε θα πατήσω,
μες στις μολόχες δε θα ψάχνω τα ίχνη σου να βρώ·
με των μαλλιών σου το αχυρένιο το δεμάτι
για πάντα σε ονειρεύτηκα και σε κρατώ.

Με πορφυρό χυμό βατόμουρων στο δέρμα
έτσι όμορφη, γλυκειά και τρυφερή,
με λιόγερμα τριανταφυλλένιο μοιάζεις
και με το χιόνι που ακτινοβολεί.

Οι σπόροι των ματιών σου πάνε, μαραθήκαν,
έλιωσε ως ήχος τ’ όνομά σου το λεπτό,
μα απ’ τα παρθένα χέρια, στο παλιό μαντίλι,
μένει το μύρο του μελιού μεθυστικό.

Στην ήρεμη ώρα που στη γη ο αποσπερίτης
πλένει το στόμα με το ποδαράκι του ως γατί,
απ’ τ’ αγεριού τις μουσικές κερήθρες
ακούω για σένανε ομιλία σιγαλινή.

Τώρα ας μου ψιθυρίζει το γαλάζιο βράδι
πως είσουν όνειρο· όποιος έχει εμπνευστεί
απ’ του κορμιού σου κι απ’ των ώμων σου τη χάρη
τ’ άγιο μυστήριο με τα χείλη του έχει ασπαστεί.

Δε θάρθω πια· τα κόκκινα κλαδιά δε θα πατήσω,
μες στις μολόχες δε θα ψάχνω τα ίχνη σου να βρώ·
με των μαλλιών σου το αχυρένιο το δεμάτι
για πάντα σε ονειρεύτηκα και σε κρατώ.


                                                                          1915-1916





* * *

Πέρασε η μέρα, κι η γραμμή όλο λιγοστεύει·
άλλο ξεκίνημα· φυγή ξανά γι’ αλλού.
Με ελαφρό τίναγμα του ενός άσπρου δακτύλου
κόβω τα μυστικά τα αιώνια του νερού.

Απ’ το γαλάζιο ανάβρυσμα της μοίρας μου, ένα
κρύο κατακάθι μόνο αφρού, χτύπος βαθύς·
το ζαρωμένο χείλι το σφραγίζει τώρα
μια νέα ρυτίδα αιχμαλωσίας βουβής.

Μέρα τη μέρα γίνομαι πιο ξένος
στον εαυτό μου και στων άλλων τη ζωή·
απόνα αυλάκι του καθάριου κάμπου
ο ίσκιος του κορμιού μου έχει κοπεί.

Ίσκιος γυμνός, και χάθηκε από τότε
παίρνοντας τους γερμένους ώμους μου μαζί·
κάπου μακριά-μακριά θα υπάρχει τώρα
και κάποιον άλλον θ’ αγκαλιάζει θα φιλεί.

Κι ίσως − ποιος ξέρει − γέρνοντας σ’ εκείνον
θα λησμονήσει εμέ παντοτινά·
στη στοιχειωμένη σκοτεινιά του στηριγμένος
τα χείλη και το στόμα θάχει αλλάξει πια.

Και ζει στους ήχους των πανάρχαιων χρόνων
που τριγυρνούν στα δάση σαν ηχώ
κι εγώ το μαύρον ίσκιο του ίδιου μου πορτραίτου
με χείλη γαλάζια φιλώ.


                                                                          1916





* * *

Κόσμε μυστήριε, κόσμε μου αρχαίε,
κατάκατσες και κόπασες σαν τον αγέρα πια.
Το λαιμό, κοίτα, του χωριού πώς σφίγγει
με τα πέτρινα χέρια της η δημοσιά.

Τι φοβισμένα μες στη χιονισμένη ασπράδα
ο τρόμος φτεροκόπησε κουδουνιστός.
Χαίρε μου εσύ, θάνατε μαύρε, να με
έρχομαι προς συνάντησή σου σκοτεινός.

Ω, πόλη, πόλη, σε σκληρή διαμάχη
μας βάφτισες ψοφίμια και βρωμιά.
Παγώνει ο κάμπος μέσα στην αχνή του θλίψη
απ’ τα τηλεγραφόξυλα πνιγμένος για καλά.

Σκληροί οι μυώνες του διαβολεμένου σβέρκου
δε χαμπαρίζουν τις ατσάλινες γραμμές.
Ε, τι να γίνει; κι αν σκοντάψεις δε θα πέσεις −
μη κι είμαστε πρωτάρηδες μαθές;

Των άγριων νόμων το τραγούδι ετούτο
ας είναι αιώνιο κέντρισμα για την καρδιά!
… Έτσι κι οι κυνηγοί ερεθίζουνε το λύκο
κλείνοντάς τον σφιχτά με παγανιά.

Έπεσε το θεριό… κι από της γης την άχνα
κάποιος θα ρίξει τη στερνή βολή…
Ξάφνου ένα πήδημα… κι ο δίποδος εχθρός του
απ’ τα σκυλόδοντα κομμάτια θα γενεί.

Ω, χαίρε εσύ, θεριό μου αγαπημένο!
εύκολα στο μαχαίρι δεν αφήνεις το λαιμό·
όπως εσύ, το ίδιο κι εγώ, από δω διωγμένος,
μες από σιδερόφραχτους εχθρούς περνώ.

Κι αν τώρα ακούω των κυνηγών το νικητήριο κέρας
όπως εσύ, πάντα έτοιμος είμαι κι εγώ·
το εχθρικό αίμα για καλά θα δοκιμάσει
το τελευταίο πήδημα θανατερό.

Κι αν πέσω εδώ στη μαλακιάν ασπράδα
κι αν το κορμί μου μες στο χιόνι βυθιστεί,
τρανό τραγούδι εκδίκησης για το χαμό μου
θα μου το τραγουδήσουνε στην άλλη ακτή.


                                                                          1922





ΤΩΡΑ  ΚΙ  ΕΜΕΙΣ  ΓΙΑ  ΚΕΙ  ΤΡΑΒΑΜΕ


Τώρα κ’ εμείς για κει τραβάμε λίγοι-λίγοι
στη χώρα αυτή που βασιλεύει η ευλογία κ’ η σιωπή.
Ίσως κι εγώ, τα υπάρχοντά μου τα φθαρμένα,
θα πρέπει σύντομα να τα μαζεύω για τα κει.

Δάση μου εσείς αγαπημένα από σημύδες!
Άμμοι της στέπας άμετροι. Και γη μου εσύ!
Μπροστά σ’ αυτόν το μέγα πλούτο που μου φεύγει
δε βρίσκει τρόπο η θλίψη να κρυφτεί.

Α, πόσο, πόσο αγάπησα σ’ αυτόν τον κόσμο
ό,τι ολοζώντανο τυλίγει την ψυχή,
γαλήνη στις οξυές που ανοίγοντας τα κλώνια
ξεχάστηκαν κοιτώντας τον ορίζοντα τριανταφυλλή.

Μέσα στην ησυχία πλήθος σκέψεις έχω πλάσει,
πλήθος τραγούδια αρμόνισα για μένανε. Γι’ αυτό
νιώθω ευτυχής που ανάσαινα και ζούσα
στην αγριεμένη τούτη γη, στον άγριο αυτό καιρό.

Είμαι ευτυχής που φίλησα πολλές γυναίκες,
που μάδησα άνθη, που κυλίστηκα στη χλόη την απαλή·
τα ζώα, σαν τα μικρότερά μου αδέρφια
ποτέ μου δεν τα χτύπησα στην κεφαλή.

Το ξέρω πως εκεί τα δάση δεν ανθίζουν,
δεν κουδουνίζει η σίκαλη τον κύκνειο της λαιμό·
μπροστά σ’ αυτόν τον πλούτο που μου φεύγει
με περιτρέχει ρίγος παγερό.

Το ξέρω πως στη χώρα εκείνη δε θα υπάρχουν
οι κάμποι αυτοί που στο σκοτάδι λάμπουνε χρυσοί,
γι’ αυτό και τόσον ακριβοί μού είναι οι ανθρώποι
που ζουν μαζί μου πάνω εδώ σ’ αυτή τη γη.


                                                                          1924





* * *

Όχι φωνές, πικρίες και κλάματα.
Αντίο, μηλιές, πούχα αγαπήσει·
μ’ άγγιξε κιόλας το φθινόπωρο
κι η νιότη απόμακρα έχει σβήσει.

Τα καρδιοχτύπια, πάει, περάσανε·
ναι, λίγη ψύχρα − η πρώτη. Το ίσο
χαλί των χωραφιών που αγάπησα
γυμνόποδος δε θα πατήσω.

Αντίο, ωραίες περιπλανήσεις μου,
των αισθημάτων μου άγρια δάση·
νιότη τρελλή που τα τραγούδια μου
παράφορα είχες λαμπαδιάσει.

Κανένα πια τρανό λαχτάρισμα·
μη και μες στ’ όνειρο έχω ζήσει:
Καβάλλα σ’ ένα ρόδινο άλογο
μια χαραυγή έχω διασχίσει.

Φύλλα από μαυρισμένο μέταλλο
σκορπάει τριγύρω το σφεντάνι.
ευλογημένο ας είναι ό,τι άνθησε
πάνω στη γη και θα πεθάνει.





Από το βιβλίο «Σεργκέη Γεσένιν - Ποιήματα», εκδ. Κέδρος, 2000.
Απόδοση Γιάννη Ρίτσου
Βασισμένη στην κατά λέξη μετάφραση της Κατίνας Ζορμπαλά.

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Γιώργος Αλισάνογλου, "Παιχνιδότοπος"




[ Παιχνιδότοπος ]


Η βροχή έφερε στάχτη
επέστρεψε σαν πέπλο
το γκρίζο παρελθόν
οι τάφοι χρόνια ανοιχτοί
ξεκοιλιασμένοι

μικρή ψυχή τερπνή περιπλανώμενη
ξένε και συνοδοιπόρε του κορμιού μου

νεκροί, κρατώντας την ανάσα
όλο συμπόνοια ο ένας για τον άλλο
μοιράζονται προμήθειες
στο τελευταίο σύνορο του χρόνου
ανταλλάσσουν νέα, εφημερίδες στις συγκεντρώσεις

οι ψυχές τους αναμαλλιασμένες στον αέρα
καρφωμένες σημαίες στα διστακτικά κόκαλα
ανεμίζουν καθώς βροντούν οι θύρες του παιχνιδότοπου

στο σιωπητήριο τη νύχτα
τα κόκαλα επιστρέφουν πίσω στις σάρκες
οι προβολείς φωτίζουν τα ραμμένα κορμιά
τα κοράκια σκαρφαλώνουν στα
αστερωμένα μάρμαρα

οι νεκροί αγαπάνε τα ποιήματα
ντύνονται στρατιώτες, ψάχνουν για γλώσσα
ανοίγουν τις οθόνες του ουρανού
συνωστίζονται στο χιονοκρύσταλλο

δύσκολα κυλά η κυκλοφορία
μέσα σε τόσους πολέμους


Από την ενότητα [ Πόλεμος ]




[ Μεμβράνη ]


Το παιδί αγαπά να κρύβεται σε απαλή μεμβράνη ενώ
η τηλεόραση παίζει σκηνές από το Ολοκαύτωμα
επαναφέροντας στον χώρο μια επιθανάτια αγωνία

Πέρασαν δεκαετίες από εκείνη την ασφυκτική βροχή
της ντροπής και το παιδί πέθανε ξανά και ξανά
πιο πολύ από την εποχή του    Έζησε με δρασκελιές μες
στα ποιήματα που αγάπησε και δεν θέλει πια να γεννηθεί
στα σκοτεινά νερά αυτής της πόλης με τις σύνθετες
γεωμετρικές μορφές που ξεπετάγονται ξεδοντιασμένοι
κίονες μέσα απ’ την ελεγχόμενη σιωπή των σημερινών
        στίχων

Δεν κατέχει πια τον εαυτό του    Αποτελεί το σώμα του
μια μεγάλη απουσία μεταξύ εκείνου κι εκείνου
του μωσαϊκού κενού    Ασθμαίνοντας σε αίθουσες αναμονής
γίνεται μέρος της ιστορίας

Ένα χνούδι ζεστό μα αραιωμένο στην κοιλιά της μητέρας
έτσι όπως κείται θαρρείς σφυρήλατη στο χώμα
από φιλάργυρη μανία του καιρού    Ετοιμόγεννη εδώ
και χρόνια πλάι στο κινέζικο λούνα παρκ,
                                                   στους προμαχώνες του θανάτου


Από την ενότητα [ Μνήμη ]




[ Λάφυρο Άνοιξης ]


Αυτή η ξαφνική ρωγμή στον ουρανό
η απειλητική εμφάνιση της φύσης
με έσπρωχναν στην ευφυΐα

Το σώμα αδυνατεί να πει
ο πόθος διατρέχει τις κνήμες
η νύχτα αγαπά χωρίς λεπτομέρειες

Γυμνώνομαι με τρόπο θανάτου
ορκίζομαι να συνεχίσω να αγωνιώ
με το χέρι οπλισμένο λέξεις

[ κι όμως, το ποίημα δεν είναι από λέξεις
είναι από διάστημα βουβό, καθώς χάνεται
στο βάθος αυτής της εικόνας
που είχε κιόλας αλλάξει σε  ά ν ο ι ξ η ]


Από την ενότητα [ Λάφυρα ]




[ Επίγραμμα ΙΙΙ ]


Να εξέπνεα εδώ, να εξέπνεες κι εσύ
σ’ αυτό το μικρό κομματάκι γης·
να τελειώναμε με τα ζητήματα της ύπαρξης

……………………………………………………..

Μπαίνουμε επιτέλους στην ανήλικη φάση του κινδύνου
η αριστερή κατάσταση του στήθους, Ιστορία·
ο έρωτας απολιθώνει πολέμους, η αγωνία μας περιγελά
        τα πάντα

Η φωνή αρνείται να πεθάνει
εκδικείται με μέλλον, ελλείψει βεβαιότητας


Από την ενότητα [ Όρια Άνοιξης ]




Από τη συλλογή «Παιχνιδότοπος», εκδ. Κίχλη 2016 

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, "Έγκλειστοι"




ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΙ


Μα πάντα φθάνουν τα γεγονότα,
μας βρίσκουν απροετοίμαστους.
Σαρκοβόρα άνθη
στους κήπους, στους δρόμους,
στις δημόσιες πλατείες παράλογοι θάνατοι.
Υπάρχουν κάτι πρωινά
οι βρύσες μας ποτίζουν αίμα
έτσι η δίψα δε σβήνει, ανάβει
κι η φρίκη μας ζώνει.
Μας ζώνει η φρίκη, μας ζαλίζει
δε βρίσκουμε την έξοδο
ή μας έχουν δώσει λανθασμένες οδηγίες,
στριφογυρίζουμε και μένουμε
στο δωμάτιο
με την άγνοια
ή την υποψία να υγραίνει τις παλάμες.

Και πάντα χωρίς έξοδο.





Η ΔΙΝΗ

                                                 Στον Γ. Ξ. Στογιαννίδη


Όλο κάποιος μας εγκαταλείπει.
Δε μας προδίδει,
ανοίγει μόνο την πόρτα και φεύγει.

Τότε φωταγωγούμε το δωμάτιο,
ξεσκονίζουμε τα έπιπλα,
ανοίγουμε το ραδιόφωνο σε όλη την ένταση.

Με το θόρυβο
τα εκτυφλωτικά φώτα
με το να κρύβουμε στο υπόγειο τις άδειες καρέκλες
προσπαθούμε να καλύψουμε το κενό,
να ξεχάσουμε.

Όμως η πόρτα πάντα ανοίγει
κι η νύχτα παίρνει τη θέση αυτού που έφυγε.
Το κενό όλο μεγαλώνει
ανεβαίνει στην οροφή, κατεβαίνει στο πάτωμα,
στριφογυρίζει,
γίνεται δίνη μας παρασέρνει
στο κέντρο της περιστροφής
και πια δεν ξέρεις
αν είσαι αυτός που έφυγε
ή αυτός που έχει μείνει.





ΜΑΥΡΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ


Σ’ έχω χάσει

Η πλατεία
ένα χέρι ανοιγμένο στη βροχή, στον αέρα
στους ανθρώπους
ένα χέρι που σε κρατάει στο φως
το κεφάλι ριγμένο στον άνεμο
μικρά βήματα σε ομόκεντρους κύκλους,
η προσμονή τελειώνει.

Στην πλατεία,
που κρύβει και συντηρεί τους πεθαμένους
μαύρα περιστέρια κυκλοφορούνε
μάτια κόκκινα από το κυπαρίσσι ψηλά παρατηρούνε.
Τις τελευταίες ελπίδες επισημαίνουνε,
τις ραμφίζουν μέσα από την πράσινη χλόη
και χάνονται ψηλά στο φως.

Μένεις μόνη
μέσα στον θόρυβο και στον αχό
με τις μαύρες σκιές πάνω
στο μέτωπό σου να διαβαίνουνε σύννεφα.

Μόνη
χωρίς προσμονή, περιστέρια κι αγάπη,
χωρίς πόνο,
έρημη, ένα σκιάχτρο
με κίτρινη μπλούζα να σπιθίζει στο φως.





ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ


Σ’ αυτήν τη μαύρη πληγή
μην περιμένεις να δεις φαντάσματα.
Από το απροσδόκητο αυτό παράθυρο
ο ήλιος μεγαλώνει τα ηλιοτρόπια,
αυξάνει τη χλόη στις βουνοπλαγιές
όπως τα τρυφερά μαλλιά σου.

Στο στόμιο που χάσκει
ανοιξιάτικες μαργαρίτες διαμοιράζουν τα ιμάτιά τους.

Πλησίασε Ιωάννα
τα κουρασμένα από τη περιπλάνηση βήματά σου,
φώναξε, στη μαύρη πληγή, τ’ όνομά μου να κιθαρίσει
στους αρχαίους σταλακτίτες τής προσμονής.
Λίγο ακόμη.
Λίγο ακόμη και θα δεις τον έναστρο ουρανό,
στο απροσδόκητο μαύρο παράθυρο,
με τους γαλαξίες
των παιδικών σου ελπίδων.


                                                     Οκτώβρης 1958 - Απρίλης 1962




Από τη συλλογή «Έγκλειστοι» (1962), που περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση «Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου - Έσχατη υπόσχεση, Ποιήματα 1958 - 2010», εκδ. Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2016 

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

Ελένη Κοσμά, "Φιλιά στη γη"




Ι.


Πριν από σένα
αόρατη με υφαίνει
μία αράχνη.

*

Η αράχνη υφαίνει αόρατο ιστό·
υφαίνει και υφαίνει μέχρις ότου

τον ύπνο παγιδεύσει ενός ασώτου
σε εφιάλτη κυλώντας τον φριχτό:

τον εφιάλτη της αιώνιας πτώσης.
Πώς πέφτουμε από όνειρο βαθύ

σ’ άλλο κι έπειτα άλλο; Έχει στηθεί
όμοια το σκηνικό και μ’ έχει καταπιεί.





ΙΙ.


Όσο κοιμάσαι
τρεμοπαίζουν μέσα μου
τα βλέφαρά σου.

*

Σε είδα χθες, ήρθες σε όνειρο βαθύ
που κάτι θύμιζε από θάνατο και φως,
ήσουν μακριά κι ο άλλος σου εαυτός
με πήρε τρυφερά από το χέρι· αυτή

η εικόνα έχει μέσα μου θαφτεί.
Σε άλλον ύπνο πέφτω ή σε πηγάδι
όμοια βαθύ· και σκοτεινό σαν χάδι−
αλλά έχουμε κι οι δύο πια χαθεί.

Στο σπίτι όπου ξυπνώ έχει στηθεί
παράσταση με σένα και με μένα·
και έχουνε οι ρόλοι αντιστραφεί:

εγώ κοιτάζω αλλού κι εσύ εμένα.
Αυτή είναι η μοίρα των ανθρώπων
που τους σπαράζει η ερημία των τόπων.





VIII.


Ποιήματα και
άνθρωποι αδιακρίτως
σε έρημη γη.

*

Είσαι ένα ράφι στη βιβλιοθήκη μου όπως
την κοιτώ απ’ την καρέκλα μου δεξιά:
ράχες σκληρές, μαλακές, οπισθόφυλλα,
δώρα ασημένια ποιήματα· να ένας τρόπος

να σε νιώθω κοντά. Ένα βιβλίο κι ακόμη
ένα· άλλα μικρά, άλλα μεγάλα (λιγότερα),
καλοδεμένα· από μι’ άλλη ζωή τα περισσότερα,
καλά δεμένη κι αυτή, εάν θες τη γνώμη

τη δική μου. Και τώρα που μείναμε μόνοι,
τα βιβλία σου κι εγώ, λέω να κρυφτώ
στο από κάτω ράφι· και μόλις νυχτώνει

να ανεβαίνω, να σε κοιτώ, να σε σκεπάζω
με ένα μαύρο απέραντο σεντόνι -που να
μπαλώνει τη λαθραία μας μνήμη στα κενά.





Από τη συλλογή, «Φιλιά στη γη», εκδ. Πόλις, 2016 

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Θωμάς Γκόρπας, "Τα θεάματα"




ΩΡΑΙΟΤΗΣ


Κλάδεψε σε παρακαλώ τ’ άρωμά σου τα κλαδιά του τρυφερότερα κι από τα ονειρώδη μαλλιά κόρης που τη νύχτα έγινε γυναίκα και την αυγή πέθανε μπλέχτηκαν στα μαλλιά της καρδιάς μου…




ΑΞΕΧΑΣΤΗ ΕΙΚΟΝΑ


Ασημένια πέταλα εκπληκτικού αλόγου άσπρου και τρελού δρομέα της δημοσιάς γαλάζια πέταλα της νύχτας που κρυφτήκανε μες στο πηγάδι της γαλάζια πέταλα της μοναξιάς που πηγαινοέρχονται ευτυχισμένα αλλά δεν τολμούν να κάτσουν στα σχιζοφρενή μου χέρια που τα έκανε άλογα ο νταλκάς.





ΑΓΑΠΕΣ


Φύσημα των δέντρων σβήσιμο του κύματος
άναμμα των φώτων σε πόλεις παραλιακές
ωραία πράγματα στον τοίχο ωραία κι ανώνυμα
παρηκμασμένα μαγαζιά έρημοι σιδηροδρομικοί σταθμοί
τυχαία μέρη μαγικά σ’ αγνοημένα μέρη επαρχιακά.





ΞΕΝΥΧΤΙ


Ένα ξαφνικό ταξί εμφανίστηκε και μπάλωσε την πληγή
όμως είχαμε προλάβει να θυμηθούμε άλλες χίλιες
πληγές πυγολαμπίδες φευγαλέες αγάπες καλλονές τυφλές
πικρά και ανεξήγητα πράγματα…

Το ξημέρωμα φτάνει και σφραγίζει
                                                                    τα χείλη
και τα σαν ψέμα κατορθώματα…





ΜΕΤΑ ΤΟ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟ


Πώς και δεν πέθανε ο Απολλιναίρ μέσα στην ποίησή του;
Με ποιο φακό διακρίνουμε τα σκοτεινά σημεία της αγάπης;
Βρέχει και βρέχομαι κι ο ήλιος τουρτουρίζει μέσα μου.





Από τη συλλογή «Τα θεάματα», που περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση «Θωμάς Γκόρπας - Τα ποιήματα [1957 - 1983]», εκδ. Ποταμός, 2015

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

Γιώργος Γκανέλης, "Τρία ποιήματα"





ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ


Σε τεντωμένο σκοινί ο ουρανός
Σε ομηρία θανάτου ο χρόνος
Κλειστά όλα τα ενδεχόμενα
Ν’ ανοίξει επιτέλους η πόρτα
Να σε δω γυμνή να κλαις
Πάνω στο σπασμένο κρεβάτι
Θα ξεκολλήσω το δειλινό
Να στο καρφώσω στα μάτια
Και θα ρχομαι πάντα νύχτα
Να σου αμαυρώνω το κορμί
Με τη σφαγμένη πανσέληνο
Εσύ θα καπνίζεις ανέκφραστη
Οκλαδόν στο ξύλινο πάτωμα
Κι η βρύση θα στάζει ψέμα
Το ρολόι στον τοίχο νεκρό
Με κομμένους λεπτοδείχτες

Και τώρα πια πώς θα μετρώ
Το χρονικό της απουσίας σου;




ΕΞΙΣΩΣΗ


Να εξισωθεί ο θάνατος με τη ζωή
Να μπορούμε να πίνουμε ελεύθερα
Δυο ποτηράκια παραπάνω
Να μπορούμε να καπνίζουμε
Όλα τα χόρτα του βουνού
Και τις αμαρτίες του Σαββάτου

Να αρθούν όλες οι απαγορεύσεις
Κι έτσι να πέφτω απ’ το μπαλκόνι
Μεθυσμένος τα χαράματα
Στην αγκαλιά ενός κοριτσιού
Αγουροξυπνημένου κι αχτένιστου
Κι εκεί να μείνω για χρόνια
Κατασκηνωτής της ομορφιάς
Μέχρι να επιστρέψω και πάλι
Ανανεωμένος με αιώνια αύρα
Σίγουρος πια για την αθανασία.

Να εξισωθεί η ζωή με τη ζωή
Κι ο θάνατος με το αντίδοτό του.




Ο ΓΥΡΟΛΟΓΟΣ


Ο γυρολόγος της επαρχίας
Πουλά την πραμάτεια μισοτιμής
Πουλά τη γη σ’ ένα σύννεφο
Να μη στερέψει από νερό
Πουλά τα δέντρα στη θάλασσα
Να μη τα καίει η πυρκαγιά
Πουλά τα μάτια του στο Θεό
Να βλέπει παντού αγγέλους
Μα κυρίως πουλά την ψυχή του
Για λίγη ανεπιτήδευτη ομορφιά
Τόσα χρόνια περιπλανώμενος
Δε συνάντησε πουθενά τον έρωτα
Μόνο τα βράδια πριν κοιμηθεί
Κοιτάζει μια θαμπή φωτογραφία
Δε θυμάται όνομα και χρονολογία
Πάντως επιμένει να την ψάχνει
Πουλώντας μισοτιμής τη ζωή του

Εκείνη τη γυναίκα της επαρχίας.



Γιώργος Γκανέλης



Τα ποιήματα του Γιώργου Γκανέλη δημοσιεύονται για πρώτη φορά.
Στην εικόνα:
Mark Rothko, Sketch for 'Mural No. 4', 1958