Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

Το τεύχος 113 του Εντευκτηρίου




Το τεύχος 113 του Εντευκτηρίου


Με πλούσια ύλη στις 144 σελίδες του, κυκλοφορεί από 30/11/2017, το τεύχος αριθ. 113 του Εντευκτηρίου, ενός από τα πιο εμβληματικά λογοτεχνικά περιοδικά, καθώς με το παρόν τεύχος εισέρχεται στην τέταρτη δεκαετία παρουσίας του στα ελληνικά γράμματα, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό αν λάβουμε υπόψη ότι οι καιροί που διανύουμε είναι ιδιαίτερα εχθρικοί απέναντι στα λογοτεχνικά περιοδικά.
Το έργο στο εξώφυλλο είναι του Δήμου Τσορμπατζόγλου, και  η επιμέλεια του εξωφύλλου έγινε από τον Άρι Γεωργίου.
Στο παρόν τεύχος διαβάζουμε:
Πεζογραφία από τους: Μάνο Ελευθερίου, Ντομινίκ Φερναντέζ (μτφρ. Φ. Δ. Δρακονταειδή), Δημήτρη Μίγγα, Νίκο Αδάμ Βουδούρη, Στάθη Κοψαχείλη, Ηλία Κουτσούκο, Ιάκωβο Ανυφαντάκη, Χρίστο Κυθρεώτη, Χρήστο Βούπουρα, Δήμητρα Κολλιάκου, Βασίλη Καράδαη, Λου Σιουν (μτφρ. Ράνιας Καταβούτα), Ιφιγένεια Σιαφάκα, Μύρωνα μάγιως Παβένο, Ευάγγελο Ματσαρόκο, Χρύσα Φάντη, Κατερίνα Παπαδημητρίου και Φωτεινή Τέντη.
Ποίηση από τους: Κυριάκο Γιαλένιο, Γιώργο Θ. Θεοχάρη, Σπύρο Αραβανή, και Μοχάμεντ Αμπάς (μτφρ. Χάλεντ Ραούφ, ποιητική απόδοση Χρίστου Γ. Παπαδόπουλου).
Επίσης, ο Βασίλης Κουγέας καταθέτει το δοκίμιο «Από το Ζώδιο του Λέοντα μέχρι την Πράσινη αχτίδα (Για τη συνέχεια των ανθρώπων και των πραγμάτων)», η Γαβριέλλα Αναστασίου τη μελέτη «Ανάσταση - Η έννοια της επιστροφής στα μυθιστορήματα του Αντώνη Σουρούνη» και ο Λευτέρης Παπαγιαννάκης ένα σημείωμα για το βιβλίο Μπερλίν της Άντζης Σαλταμπάση.

Στο ένθετο Camera Obscura παρουσιάζεται η φωτογραφική ενότητα του Πέτρου Ευσταθιάδη Αθέατα όρια / Αυτοσχέδιες κατασκευές. (Το κείμενο παρουσίασης υπογράφει ο Ηρακλής Παπαϊωάννου).

Στο Απουσιολόγιο ο Γιάννης Θεοδοσίου επιλέγει και μεταφράζει Σπαράγματα σκέψεων και λόγων του Τζον Άσμπερυ.
Το τεύχος κλείνει με κριτικές και παρουσιάσεις βιβλίων (γράφουν οι: Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Μαρία Στασινοπούλου, Λίνα Πανταλέων, Σταύρος Ζαφειρίου, Δημήτρης Λεοντζάκος, Λίλυ Εξαρχοπούλου, Αναστασία Γκίτση, Φανή Γ. Μπαλαμώτη, Κωνσταντίνος Π. Κωστέας, Βάνα Χαραλαμπίδου και Δημήτρης Γουλής) και τη στήλη «Βιβλία στο κομοδίνο», που επιμελείται ο Γιώργος Κορδομενίδης.
Ανακοινώνεται, τέλος, ότι το επόμενο τεύχος, Νο 114, θα περιλαμβάνει μεγάλο αφιέρωμα στη Λούλα Αναγνωστάκη, με πολλές και σημαντικές συνεργασίες.

Ευχόμαστε στο Εντευκτήριο να διανύσει πολλές ακόμη δημιουργικές δεκαετίες στον χώρο των γραμμάτων.



Το πρώτο τεύχος του Εντευκτηρίου (κυκλοφόρησε στις 7/11/1987).


Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Έμιλι Ντίκινσον, "Ποιήματα"





[Fr 39/J49]


Μονάχα δυο φορές έχασα τόσα,
Κι έγιν’ αυτό στη χλοερή τη γη.
Δυο φορές μπρος καθώς ο επαίτης
Στην πύλη του Θεού έχω σταθεί!

Οι Άγγελοι − δυο φορές κατήλθαν
Το απόθεμά μου για να επιστραφεί −
Κλέφτη! Τραπεζίτη − Πάτερ!
Γι’ ακόμη μια φορά είμαι φτωχή!


[1858]

Μετάφραση: Άρτεμις Γρίβα







[Fr 338/J241]


Το βλέμμα της Οδύνης μού αρέσει
Γιατί γνωρίζω ότι είναι αληθινό −
Οι άνθρωποι δεν ψεύδονται στους Πόνους,
Μήτε και προσποιούνται, στο Σπασμό−


Τα μάτια μια φορά φεγγίζουν − κι είναι
Ο Θάνατος − που ψεύδος δεν χωρεί
Χάντρες πάνω στο Μέτωπο πλεγμένες
Σε γυμνωμένη γύρω Συντριβή.


[1862]

Μετάφραση: Άρτεμις Γρίβα







[Fr 982/J919]


Αν σταματήσω μια Καρδιά που πάει να σπάσει
Δεν ήρθα μάταια στη ζωή
Αν απαλύνω κάποιου την Οδύνη
Ή ηρεμήσω άλλου τον Πόνο

Ή βοηθήσω τον μισολιπόθυμο Κοκκινολαίμη
Να μπει ξανά μες στη Φωλιά
Δεν ήρθα μάταια στη ζωή.


[1865]


Μετάφραση: Λιάνα Σακελλίου









Από το βιβλίο «Emily Dickinson - Ποιήματα και Επιστολές», εκδ. Gutenberg, 2013.

Στις εικόνες:
Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης των ποιημάτων της E. Dickinson (1890).
“Emily Dickinson”, κολάζ του John Morse, (2011).
“Emily Dickinson”, ακουαρέλα του Fabrizio Cassetta.
Ο τάφος της Έμιλι Ντίκινσον στο Άμχερστ της Μασαχουσέτης.
Η Σίνθια Νίξον ως Έμιλι Ντίκινσον στην ταινία “A Quiet Passion”.

Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

Νίκος Βαρδάκας, "Στην Μνήμη"




Πάρτι


Κεριά φωτίζουνε το δωμάτιο αυτό που
οι ποιητές ονομάζουνε αύριο. Δυνατά
ακούγεται η μουσική, όσο το πιάνο και τα
βιολιά ζευγαρώνουν στην ψυχή.
Φωνές και τραγούδια, κρασί και λουλούδια
ψέγουν το Είναι μας και μαλώνουν την Πούλια.
Ως το πρωί, μέχρι ο ήλιος να φέξει αυτό το πάρτι
πρέπει να αντέξει.
Να ξεφύγουμε απ’ το σώμα μας, να καούμε στο χρώμα μας.
Το γκρίζο να γίνει μαβί, να αλλάξουμε μορφή που
περιφέρουμε σαν το σκουλήκι που μεταμορφώνεται σε
μεταξοσκώληκα.
Πιείτε, χορέψτε η χαρά είναι σύντομη, μονάχα αγαπήστε
ξημερώνει η ντροπή.





Nέοι


Νέοι που οι μέρες τους περνάνε αδιάφορα και
οι νύχτες σκαρφαλώνουν στα παράθυρα των
αδιεξόδων τους.
Νέοι χωρίς μέλλον, που συγκρούονται με τα θέλω
τους αδειάζοντας από ελπίδα και παραδίδουν τα
κάστρα τους.
Νέοι που αγαπούν την μοναξιά, που λυτρώνονται
με αγχωμένο σεξ και ζητάνε τα χρόνια τους να
γυρίσουν ξανά.
Αλίμονο σε εκείνους που γερνάνε μέρα την μέρα
δίχως να έχουνε γελάσει και πιστέψει σε ένα τρυφερό
νεύμα.
Αλίμονο στα ψέματα που δεν έχουν πατέρα, είναι νόθο
παιδί με μία μητέρα.
Αλίμονο στην πόλη που τσακίζει η  ομορφιά της, ως πόρνη
αυτή με έκανε άντρα.
Νέοι αλίμονο τα λόγια μου έχουν αδειάσει από ζωντάνια και
δύναμη κοντεύω στην έσχατη στάση.





Ιούλιος 1986


Κέφι, ζωντάνια και ανέμελο παιχνίδι. Διακοπές
δίπλα στην θάλασσα, χρώματα στροβιλίζανε
την ζωή μου έντονα.
Σε εκείνο τον όρμο, κάτω απ’ τα βράχια εξουσίαζα
του Ποσειδώνα τα θαύματα. Μήτε γοργόνες μήτε
τέρατα δεν παραβγαίνανε στην αθώα φαντασία μου.
Και εκείνη η αλμύρα που έγλειφε τα χείλια μου, ήταν
γεύση γλυκιά και στην ψυχή χαρακιά.
Όπως όλες οι εικόνες που απόμερα στέκονται στο μυαλό
σε μια γωνιά. Προφητείες απ’ το μέλλον, στο παρόν κινδυνεύουν
όσο οι αναμνήσεις την καρδιά κυριεύουν.





Από τη συλλογή «Στην μνήμη», εκδ. 24 γράμματα, 2017.

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, "Γράμματα σ' ένα νέο ποιητή"





Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή
(Αποσπάσματα από την πρώτη επιστολή)



Παρίσι, 17 του Φλεβάρη 1903

Φίλε Κύριε,

Εδώ και λίγες μέρες πήρα το γράμμα σας. Θέλω να σας ευχαριστήσω για τη μεγάλη και πολύτιμη, για μένα, εμπιστοσύνη που μου δείχνετε. Δε μπορώ όμως να κάνω τίποτα περισσότερο. Δε μπορώ να μπω στην τεχνική των στίχων σας: κάθε είδους κριτική βλέψη είναι κάτι τόσο ξένο από μένα… Η κριτική είναι το χειρότερο μέσο για ν’ αγγίξεις ένα έργο τέχνης: καταντάει πάντα σε πετυχημένες, λίγο ή πολύ, παρανοήσεις. Δε μπορούμε όλα να τα συλλάβουμε και να τα εκφράσουμε −όσο κι αν θέλουν πολλοί να μας πείσουν για το αντίθετο. Τα περισσότερα απ’ όσα μας συμβαίνουν δε μπορούμε να τα εκφράσουμε, ξετυλίγονται μέσα σε μια σφαίρα, που ποτέ καμιά λέξη δεν την καταπάτησε. Και απ’ όλα πιο αδύνατο είναι να εκφράσουμε τα έργα τής τέχνης, τις μυστηριακές αυτές υπάρξεις που η ζωή τους δε γνωρίζει τέλος, καθώς πορεύεται πλάι στη δική μας την περαστική, την πρόσκαιρη ζωή.
Πρέπει, έπειτ’ από τούτη την παρατήρηση, να προσθέσω ακόμα πως οι στίχοι σας δεν έχουν δική τους ατομική έκφραση, κι ωστόσο βρίσκω μέσα κει, δειλό κι αβλάστητο ακόμα, το έμβρυο μιας προσωπικότητας. (…)
(…) Ρωτάτε αν είναι καλοί οι στίχοι σας. Ρωτάτε εμέναν. Ρωτήσατε, βέβαια, κι άλλους πριν. Τους στέλνετε στα περιοδικά. Τους συγκρίνετε μ’ άλλα ποιήματα, αναστατωνόσαστε όταν κάποιοι αρχισυντάχτες σάς γυρνάνε πίσω τα ποιητικά σας δοκίμια. Από δω κι εμπρός (μια και μου επιτρέψατε να σας δίνω συμβουλές) σας παρακαλώ να τ’ απαρνηθείτε όλ’ αυτά. Η ματιά σας είναι γυρισμένη προς τα έξω· αυτό, προπάντων, δεν πρέπει να κάνετε τώρα πια. Κανένας δε μπορεί να σας συμβουλέψει ή να σας βοηθήσει, κανένας. Ένας μονάχα δρόμος υπάρχει: βυθιστείτε μέσα στον εαυτό σας, αναζητήστε την αιτία που σας αναγκάζει να γράφετε, δοκιμάστε αν οι ρίζες της φυτρώνουν απ’ τις πιο βαθιές γωνιές τής καρδιάς σας. (…) Μακριά απ’ τα μεγάλα γενικά θέματα, σκύψετε σ’ εκείνα που σας προσφέρει η καθημερινότητα. Ιστορήστε τις θλίψεις και τους πόνους σας, τους φευγαλέους στοχασμούς σας, την πίστη σας σε κάποιαν ομορφιά −ιστορήστε τα όλα τούτα με βαθιά, γαλήνια, ταπεινή ειλικρίνεια, και μεταχειριστείτε, για να εκφραστείτε, τα πράματα που σας περιτριγυρίζουν, τις εικόνες των ονείρων σας και τις πηγές των αναμνήσεών σας. Αν ίσως η καθημερινότητά σας σας φαίνεται φτωχή, μην την καταφρονήσετε. Καταφρονήστε τον ίδιο τον εαυτό σας, που δεν είναι αρκετά ποιητής και δε μπορεί να καλέσει κοντά του τα πλούτη της. Για το δημιουργό δεν υπάρχει φτώχεια, ούτε φτωχοί κι αδιάφοροι τόποι. Και μέσα σε φυλακή ακόμα αν ήσαστε κλεισμένος, κι οι τοίχοι της δεν αφήνανε τους ήχους τού κόσμου να φτάσουν ως εσάς −δε θα σας έμεναν, ωστόσο, αμόλευτα μέσα σας, τα παιδικά σας χρόνια, ο ακριβός, βασιλικός τούτος πλούτος, ο θησαυρός αυτός των αναμνήσεων; Γυρίστε κατά κει το νου σας. Πασχίστε ν’ ανασύρετε, απ’ το βυθό αυτών των περασμένων, τις βουλιαγμένες εντυπώσεις. Η προσωπικότητά σας θα δυναμωθεί, η μοναξιά σας δε θα ’ναι πια άδεια και θα σας γίνει ένα καταφύγιο ονείρου, όπου κανένας θόρυβος απ’ έξω δε θα φτάνει. (…) Ένα έργο τέχνης είναι άξιο μόνο σαν ξεπηδάει από μιαν ανάγκη. Για να το κρίνεις, πρέπει να δεις ποια είν’ η πηγή του. Γι’ αυτό, φίλε Κύριε, δε μπορώ να σας δώσω παρά τούτη μόνο τη συμβουλή: βυθιστείτε στον εαυτό σας, ψάξτε στα βάθη, απ’ όπου πηγάζει η ζωή σας. Εκεί θα βρείτε την απόκριση στο ρώτημα: πρέπει να δημιουργείτε; Δεχτείτε την, όπως θ’ αντηχήσει, χωρίς να γυρέψετε το νόημά της. Ίσως βγει πως η Τέχνη σάς καλεί. Τότε, αγκαλιάστε αυτή τη μοίρα, κρατήστε την για πάντα απάνω σας, μ’ όλο το βάρος και το μεγαλείο της, χωρίς ποτέ ν’ αποζητήσετε καμιάν αμοιβή απ’ έξω. Γιατί ο δημιουργός πρέπει να ‘ναι ολόκληρος ένας κόσμος για τον εαυτό του, να βρίσκει τα πάντα στον εαυτό του και στη Φύση, που μαζί της είναι δεμένος.
Μπορεί όμως, έπειτ’ απ’ αυτή την «κάθοδο» μέσα στον εαυτό σας και στον εντός σας «ερημίτη», να πρέπει ν’ απαρνηθείτε τη μοίρα τού ποιητή. (Φτάνει, όπως σας είπα, να νιώσει κανένας πως μπορεί να ζήσει και χωρίς να γράφει −κι ευθύς το γράψιμο του είναι απαγορευμένο.) Μα και τότε ακόμα, αυτή η αυτοσυγκέντρωση, που σας ζητώ, δε θα ‘χει σταθεί μάταιη. Η ζωή σας θα βρει, δίχως άλλο, μέσ’ από κει, τους δικούς της δρόμους· κι εύχομαι, περισσότερο απ’ όσο δύνονται τα λόγια μου να σας πουν, οι δρόμοι σας τούτοι να ‘ναι άξιοι, πλατιοί κι ευτυχισμένοι. (…)
(…) Προσπάθησα, στην ανυπόκριτη τούτη απάντησή μου, γραμμένη όσο δυνόμουν καλύτερα, να φανώ της εμπιστοσύνης αυτής κάπως περισσότερο άξιος απ’ ό,τι πραγματικά είμαι, ο ξένος εγώ.

Μ’ αφοσίωση και συμπάθεια
RAINER MARIA RILKE





Από το βιβλίο «Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή». Μετάφραση Μάριου Πλωρίτη. Εκδόσεις Ικαρος, 2000. Δωδέκατη έκδοση.

Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

Τάσος Κόρφης, "Ημερολόγιο 2"





ΔΕΝ ΩΦΕΛΕΙ ΝΑ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΙΣ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ


Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά
με ξόβεργες, με σκιάχτρα, με κλουβιά,
να περιμένεις στις διαβάσεις των αποδημητικών
μερόνυχτα, να ρίχνεις τουφεκιές.
Ό,τι μπορεί να φτερουγίσει δε σκλαβώνεται·
προετοιμάζεται στα θερμοκήπια των στερήσεων
προσμένοντας αργά ή γρήγορα την ώρα του.





ΔΙΑΖΥΓΙΟ


Τα βγάλαν όλα στο σφυρί:
τα έπιπλα, τα κάδρα, τα χαλιά.
Είπαν να μην αφήσουν τίποτα που να θυμίζει
τα είκοσι χρόνια που έζησαν μαζί
κάτω από την ίδια στέγη.
Απόφαση πικρή, απεγνωσμένη
−παρά τον κάποιο ηρωισμό−, προσπάθεια
εκ των προτέρων καταδικασμένη, μια και γνώριζαν
ότι στο τέλος
θα κέρδιζε η μνήμη, εκείνη θα πλειοδοτούσε.





ΣΑΝ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ


Σαν τα πουλιά που αναζητούν μια πλώρη καραβιού
για να κουρνιάσουν,
χαμένα μεσοπέλαγα, με κόντρα καιρό, χωρίς ελπίδες ξηράς,
ψάχνω να βρω ένα κορμί να ξαποστάσω,
μιαν αγκαλιά, για να ζεστάνω τη γύμνια μου.





S/S DESERTED SEA


Κατάμονο μια ολόκληρη ζωή να παραδέρνεις
σε λιμάνια, σε πέλαγα, σ’ ακρογιαλιές −τοπία της μνήμης−
ταξιδεύοντας με νηολόγιο άγνωστης, ανύπαρκτης χώρας,
με ξένη σημαία,
με όνομα μισοσβησμένο από τ’ αλάτι και τη σκουριά.
Και να μη θυμάσαι τους πλοίαρχους που γέρασαν στη γέφυρά σου,
τα κορμιά των ναυκλήρων σου, στιγματισμένα με φιγούρες ονείρων,
τη σπατάλη του πάθους σου στις άγονες γραμμές.
Κατάμονο μια ζωή να ταξιδεύεις,
και τα σκυλόψαρα, κοπάδι, να σ’ ακολουθούν,
να σκίζουν τη θάλασσα, να γυροφέρνουν, ν’ αγρυπνούν,
χτυπώντας μ’ ανυπομονησία τα φτερά τους στην πλώρη σου,
περιμένοντας, ώρα με την ώρα, το σήμα κινδύνου.





Από τη συλλογή «Ημερολόγιο 2», 1964.
Πηγή:
«Α. Ευαγγέλου - Γ. Αράγης, Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1950-2012) - Ανθολογία», εκδ. Gutenberg (β΄ έκδοση, συμπληρωμένη), Μάρτιος 2017.

Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

Πάνος Κυπαρίσσης, "Το σοφό σαλιγκάρι"




ΧΕΙΜΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΟ


Βαθύ το πηγάδι
Ο χρόνος κατοικεί στις λέξεις, κρυφά
Οι άγιοι στα υπερώα
και η άνοιξη
στις φλέβες του χειμώνα





Η ΘΛΙΨΗ ΠΟΥ ΥΨΩΝΟΥΝ ΤΑ ΩΡΙΜΑ ΣΤΑΧΥΑ


Τίποτα δεν θέλω ν’ αφήσω
απ’ τη θλίψη μου
Μεγάλωσα περίεργα
δίχως αλάτι
μ’ όλα τα συνακόλουθα
Με τύψεις
Είχα να κάνω με τα νησιά
και τις οχυρώσεις
Με πύργους, ώς του φόβου το φίλημα

Ήμουν το μήλο των γονιών μου
ώσπου έβγαλα σκουλήκι
Και ξαφνικά το σπίτι γέμισε φτερά





ΜΑΝΑ


Κυριακή πρωί
Έστρωσε το άσπρο τραπεζομάντιλο
με τα κεντήματα της μάνας της
τράβηξε τα μαλλιά της με το χτένι
κάρφωσε τα μάτια της στο πάτωμα

Η λιτανεία των χαμένων της

Ήρθε ένα σύννεφο γιασεμί στο παραθύρι
Τράβηξε το μαντίλι
κύλισε ένα νόμισμα στο πάτωμα
ακούμπησε στο τραπέζι
Ο ήλιος βούλιαζε σ’ ένα ποτήρι νερό
Έβαλε τις ελιές στο πιάτο
μισό κρεμμύδι, λίγο ψωμί
κι αποκοιμήθηκε

Κάποιο σκυλί γάβγιζε τα όνειρά της





ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ


Φυτρωμένος
με τ’ αγκάθια στο στήθος
και τα μαλλιά χτενισμένα στον άνεμο
Με σμιλεύει η σιωπή
Στις παλιές του προβλέψεις οικοδομώντας
με ξέχασε ο χρόνος
και τώρα στους ώμους μου
φιλιέται κρυφά η σιωπή με τον άνεμο
Πόσους αιώνες
ξεχνούν το φως ανοιχτό
Όμως δεν πρέπει να σε κοιτάξω
Θα σε ραγίσω





Η ΘΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ


Μάζεψε ο καιρός
κι έριξε έναν ίσκιο κάτω απ’ τα μάτια της
Τη λέγανε Μαρία
και λογάριαζε στο μέλλον
Σεντόνια γυαλικά
και μάζευε, μάζευε κρυφά
Να γίνει το σπίτι έλεγε

Την ντύσανε νύφη
με δυο κρίνα στα δάχτυλα και την εικόνα στο πλάι
Έβρεχε

Αντίκρυ έστεκε το γιαπί
με τα σίδερα και πρόβλεψη ορόφου





ΟΙ ΑΚΤΕΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ


Ρηχές κατοικίδιες θάλασσες
χαράζοντας ρίγη ο άνεμος
με τον δείχτη και τον παράμεσο

Με το χνούδι του κάκτου στα μέλη
και τη χαίτη τ’ αλόγου
ανεβαίνεις
καταπίνοντας συνέχεια γαλάζιο
με το κρυφό κλειδί των αθώων
και της αλήθειας τον άνεμο

Λυγισμένο αειθαλές της ακτής
πού συλλαβίζεις τη μοναξιά σου;





Από τη συλλογή «Το σοφό σαλιγκάρι», (1980), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Πάνος Κυπαρίσσης, Ποιήματα [1977 - 2013], Α΄ τόμος», εκδ. Γαβριηλίδης 2016.

Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

Γιάννης Βαρβέρης, "Ο κύριος Φογκ"




ΤΟ ΗΛΙΑΚΟ ΡΟΛΟΪ


Όταν ο κύριος Φογκ
ήθελε να δει τι ώρα είναι
έσκυβε από την πολυθρόνα
και κοίταζε το πρόσωπό του στο νερό:
όμορφος παρά μελαγχολικός και δέκα δευτερόλεπτα
τρυφερός και αγέρωχος και σαράντα δευτερόλεπτα
λυπημένος και λυπημένος ακριβώς
του απαντούσε το νερό.
Μόνο τη νύχτα
η ώρα ήτανε πάντα
νύχτα.
Όταν μια νύχτα ολόκληρη
σου δίνεται
δεν την ρωτάς ποτέ
τι ώρα είναι.





Ο ΚΥΡΙΟΣ ΦΟΓΚ ΕΝΩΠΙΟΝ ΝΑΥΑΓΟΥ


Μία μέρα
από την πολυθρόνα του είδε
ο κύριος Φογκ
έναν άνθρωπο να πνίγεται.
− Αφού δε γνωριζόμαστε
τι νόημα έχει να τον σώσω, σκέφτηκε.
Με τον καιρό θα με ξεχνούσε
ενώ εγώ για πάντα θα θυμόμουν
την αγνωμοσύνη του.
Ή θα ’τανε διά βίου ευγνώμων
κι έτσι μοιραία θα τον ξεχνούσα.
Θέματα τόσο σοβαρά
καλύτερα να τα ρυθμίζει
η θάλασσα.





ΣΥΣΤΗΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ


«Σεις, ένας τζέντλμαν ανυποχώρητος
και ν’ αθετήσετε συμφωνημένα;
Τι σας έλειψε;
Ταξίδι, χρήματα, υπηρέτης
ή περιπέτεια, ή φαντασία, το αίσιο τέλος;
Τι θα ζητούσε άραγε ένας ήρωας
και δεν το ’δωσα;
Είχα τα πάντα υπολογίσει στην εντέλεια
μέχρι τον ήλιο γύρισα για σας
σε ογδόντα γλώσσες μίλησαν τα λόγια σας
κι όλες οι οθόνες φρόντισαν να γίνετε
ονείρων όνειρο στον ύπνο των παιδιών.
Και τ’ αρνηθήκατε.
Τώρα πια νιώθω την παγίδα της ευεργεσίας
πόσο ίσως ακριβά εξαργυρώνει αυτός που δίνει
σε τι σκλαβιά καταδικάζεται όποιος παίρνει.
Αλλά έστω, Φογκ.
Ένας που κι ως νεκρός έχει γεράσει
μπροστά στην απειλή της λήθης
άλλη εκδοχή δεν έχει απ’ την μακροθυμία.
Αντίο. Ιούλιος Βερν.»





ΣΥΣΤΗΜΕΝΟ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ


«Δεν είμαι Ιούλιε ο εξωμότης που φαντάζεστε
ένας αχάριστος που αυτομολεί
προς την ασφάλεια της ανωνυμίας.
Πνίγοντας μέσα μου εκείνο που βαθύτερα ήμουν
κατ’ όνομα σας υπηρέτησα πιστά για έναν αιώνα·
μα ήρωας όχι, δεν υπήρξα.
Ήρωας είναι μόνο εκείνος
που δραπέτευσε και το ’πε·
εγώ σας άφησα να με πιστεύετε δικό σας
και σας αποκαλύπτω την αλήθεια μόλις τώρα
αφού έχετε πια χάσει
κάθε συγγραφικό δικαίωμα στη ζωή μου.
Για τους πολλούς θα μείνω βέβαια
η πρώτη μου έκδοση −
συμβιβασμένος ταξιδιώτης νικητής.
Όμως ακόμη και στη σκιά
ενός εαυτού που δε μου ανήκει
θα ’μαι επιτέλους ο ήρωας
μιας ταπεινής, αθόρυβης
αλλά δικής μου ζωής.»





ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ


Όμως εντός του λυπόταν
ο κύριος Φογκ
για το γύρο του κόσμου
που απαρνήθηκε.
Βαθιά μέσα στην πολυθρόνα του
με μπροστά του τη θάλασσα
κάθε πρωί
αυτή τη λύπη όλο έγραφε
σε χαρτί που κυλιόταν αργά
ως τα κύματα.
Και όταν ο κύριος Φογκ
κουραζότανε να γράφει
αυτή τη λύπη
το χαρτί του κοβότανε μόνο του
διπλωνότανε μόνο του
σε βαρκούλα
και έφευγε
στην απέραντη θάλασσα.





Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΦΙΛΟΥ


Μία μέρα που ο κύριος Φογκ
σκεφτότανε τι να ’γινε
το ημερολόγιό του
διέκρινε μια φιγούρα γνώριμη μα γερασμένη
να πλησιάζει εκεί στην πολυθρόνα του.
Στον ώμο του κουβαλούσε ένα καλάθι.
Ήταν ο μόνος φίλος του εκτός Λέσχης
την εποχή της Λέσχης, τότε.
− Καλέ μου Άγγελε, πώς ήρθες ως εδώ
τι κουβαλάς μες στο καλάθι;
− Ήρθα
για το χαμένο ημερολόγιο, Φογκ.
Μες στο καλάθι
είναι χιλιάδες χάρτινες βαρκούλες
που τόσα χρόνια μόνες έρχονταν
εκεί που τις περίμενα
στην αμμουδιά
σε μιαν ακτή
στο Ντόβερ.





Από τη συλλογή «Ο κύριος Φογκ» (α΄ εκδ. ύψιλον/βιβλία, 1993), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Γιάννης Βαρβέρης, Ποιήματα, Τόμος Α΄, 1975-1996», εκδ. Κέδρος, 2013.

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Έκτωρ Κακναβάτος, "Διασπορά"




ΦΛΕΒΑ

του Δ.Π. Παπαδίτσα


Είπα πως θα ’σαι το παράσιτο που έρπει
και της αστροφεγγιάς τρίζει ο σκαρμός
που τρώει την ψίχα τ’ ουρανού
και περιμένομε τη σχάση
απ’ το δασύ του εύρος να κοπείς χίλιες φορές
καινούργια ήπειρος
από τις στοίβες του σεισμού να ξεχωθείς
το έμβρυό του
να σκορπιστείς
ένα διαγώνιο από βασάλτη όραμα
οξειδωμένο από κωδωνοκρουσίες
είπα πως θα ’σαι συ μια κωδωνοκρουσία μεσίστια
όταν μέσα στα όστρακα αιμορραγεί ο χρόνος
και στεγνώνει το ρέμα σου
με της ημέρας τ’ ασπρόρουχα.


Είπα πως θα ’σαι συ που οχτώ φορές αλύπητα
πλευροκοπάς τη νύχτα
όταν θερίζεις σύρριζα το λογισμό σαν προβολέας
καθώς σε φάλαγγα περνάει ένοπλη
μεσ’ απ’ τα χέρια μου
Εσύ το έγκαυμα στη χούφτα μου
απ’ την ανένδοτη επαφή
απ’ τους σπινθήρες των καρπών
τις καυτές λαμαρίνες της θάλασσας
εσύ ένα περιστέρι περίτρομο
που φτεροκοπά όταν τ’ αρχέγονο οστούν
μεταστοιχειώνεται σε ισημερίες
σε απανωτές περιπολίες του ονείρου
στον πεύκινο φράχτη της φωτιάς
στο αναλλοίωτο άθροισμά μου με το φώσφορο
με το χώρο που βουλιάζει στον πελώριο ίσκιο του
τα κλειστά παράθυρα του όρθρου
τις χειρονομίες δίχως υπηκοότητα
και με τον άξονα του ήχου ακόμη που κόπηκε
στα δυο
και μόνο εσύ ακούγεσαι η φλέβα μου
να έρπεις όπως παράσιτο
μέσα στην ψίχα τ’ ουρανού
στην άβατη κοίτη
στην κάθε σάρκα
στην άδυτη περιστροφή

και της αστροφεγγιάς να τρίζει ο σκαρμός
και η σχάση να επικρέμαται.





ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΦΟΡΑ ΕΓΚΑΡΣΙΩΣ


Ως και το διάφανο εκείνο χαλαζία
το λόγο σου
που εν αρχή ην και ηχεί στο θολό της νυχτός
κι από τις προσευχές μου την πιο παιδούλα
και την πίστη μου ακόμα
αντάλλαξα για μιαν ανάκλαση
έτσι σαν πλησμονή που ανάβλυζε
από τον αναπόδεικτο παγετώνα
και το νου μου ακόμα
για έναν παφλασμό.
Τόσο απίστευτα λίγος είναι ο δρόμος
που κάναμε εντός
τόσο ανέκκλητη είναι η τσεκουριά
ανάμεσά μας εαυτέ
αδιάλλακτε αταυτοποίητε.
Έτσι που αρμενίζεις πάλι όρτσα στον άνεμο
που διώχνει τ’ άστρα κατά τους λωτούς
κι ως είναι κάθιδροι απ’ το αίμα σου
οι καρποί της γης
όνειρό μου από παλίρροιες
τρύπιο απ’ τα παράσιτα που έθρεψες
κι από τις μνήμες
ακόμη ένα διάπλου σχεδιάζω στο χάρτη σου
ακόμη μια διατομή
μα τη φορά ετούτη εγκάρσια στις ειρωνείες σου
ουρανέ οδόφραγμα
κι ούτε που σκέφτομαι για την αφετηρία
μπορεί ένα αρχαίο αχνάρι βαθουλό
από άρβυλο γότθου
γεμάτο θαλασσόνερο σε αμμουδιά προβηγκιανή
ίσως ο τουφεκισμένος ίσκιος
που κατακόρυφο τον πέτρωσες με μια ριπή σου
περσινέ νοέμβρη σ’ αντικρινό παράθυρο
ίσως κ’ η χθεσινή απίστευτη είδηση
που τρέλανε τους υπουργούς
εξάρθρωσε τα κοινοβούλια
τα πιεστήρια και τους λινοτύπες.


Μπορεί και η σάρκα μου
κοκκινομάτης τράγος καφετής
αιρετικός το μεσημέρι με τα κλαρίνα
να κηδεύει τη χτεσινή μου επίκληση
μια φιγούρα κάτασπρη
με την ωμοπλάτη θρύψαλα
από τον πυροβολισμό του λαμπαδία.


Χωρίς περίγραμμα χωρίς σύνορο υπάρξεως
χωρίς οίκτο
εξόν από την τρίλια ενός σπουργίτη
και της λυγαριάς τον ίσκιο ώρα δειλινού
να λεν οι δυο τους για μια λευτεριά
που όλο γεννιέται
όλο και γίνεται.





QUANTUM


Από μια χειρονομία σου ένα ράκος προαιώνιο
έμεινε να καίεται πέρα από τη γνώση
δικό σου είναι αυτό που αναζητώ
που ούτε σχήμα έγινε ούτε καν νόημα
μα εντός σαλεύει.


Κάθε βήμα προς εσένα
μου στοιχίζει την απογύμνωση
και την ατίμητη
συγκομιδή του φόβου μου εκποίησα
και το ξερό δέρμα της πρώτης πρώτης μέρας
την πρώτη θάλασσα τον πρώτο θάνατο
ίνα την ίνα την πρώτη σκέψη
κάθε βήμα προς εσένα μια κατάρρευση.


Για το αν υπάρχουν ανάμεσά μας σύνορα
και τι δεν έδωσα
εσύλησα το περήφανο λοφείο του προπάτορα
την πανάρχαιη νομοθεσία του θεού
και την αισθητική μου την ταναγραία
μια μοναδική συλλογή χειροκροτήματα
όλα σε πρώτη βλάστηση
έδωσα και το πιο εμπιστευτικό μου σχέδιο
για τη δομή των κρυστάλλων
απόσταγμα χιλιετηρίδων
λάφυρα και λάφυρα
οι νίκες οι κοίτες οι προεκτάσεις
όλη τη γενιά της βαρύτητας.


Ακόμη και την ένδοξη σήψη μου έδωσα
που γενεές γενεών οδήγησε το γνωρίζεις
σε οδό σοφίας
απ’ τη φυτεία της φωνής μου όμως
τίποτα δεν σε τρέφει
από τη φωταψία του νου μου
τίποτα πια δεν ανακλάς
και μόνο το βήμα μένει κατά σένα
η μελλούμενη πορεία
αξία έσχατη
το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω
όχι να σε βρω.





ΚΙ ΑΝ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΕΙΜΑΙ ΤΟΥ ΒΥΘΟΥ


Έως πού λοιπόν;
έως μυελού οστέων και πηγήν αίματος
πού θα ψάχνεις να με βρεις
έως πού να σε βρω;
κι αν εγώ είμαι που ύφανα την έκταση
κι αν ακόμη το νόημα είμαι του βυθού
ο αυτάρκης πυρόλιθος του ονείρου
αν ακόμη η ραχοκοκαλιά μου αστράφτει
όλη πυρίτιο και χαλκό
όπως ποτάμι αυτόφωτο
που κατεβάζει σπόνδυλους δεινόσαυρων
οστά πελασγικά
χειρόγραφα χαλδαίων
κ’ ελλήνων αίματα διάπυρα
τι θ’ αποδειχτεί;


Σκέφτομαι τ’ αναρίθμητα μέλη μου
απ’ τη μεγάλη σάρκα που πονά
που φωσφορίζει που ηχεί που δεν ηχεί
τα μέλη μου σε μεγάλη διασπορά
να φράζουνε τα διάκενα των άστρων
να επισκευάζουνε το πρόσωπό σου θεέ μου
ανάπηρο απ’ τη βαρύτητα
ύστερα το κατεδαφίζουνε και ανακαλούν
τον αριθμό −τον ετεροθαλή σου−
χώνονται ανάμεσα στον πυροβολισμό
και στο θυμό μας
στο αλτ και στο πυρ
σ’ εκείνο το άρρητο κενό
που ο χρόνος κάποτε χώρεσε όλος
δεμένος χεροπόδαρα ώσπου γεννήθηκε
(πότε έγινε τούτο το φριχτό)
κ’ έφριξε η γη έφριξε ο ιστός του σύμπαντος
μέχρι τη φλέβα του χαλικιού
και τ’ αποκαΐδια της νύχτας.





Από τη συλλογή «Διασπορά», όπως αναδημοσιεύεται στον τόμο: «Έκτωρ Κακναβάτος, Ποιήματα 1943-1987, Συγκεντρωτική Έκδοση», εκδ. Άγρα, 2010.
Να σημειωθεί ότι η αναδημοσίευση της «Διασποράς» στον εν λόγω τόμο αναπαράγει τη δεύτερη έκδοσή της (Καστανιώτης, 1977), όπου υπήρχαν πολλές αλλαγές στίχων της πρώτης έκδοσης ("Πρώτη Ύλη", 1961).


Στην εικόνα: «Έκτωρ Κακναβάτος», ξυλογραφία. Έργο του Γιάννη Δ. Στεφανάκι.
Πηγή: http://www.ystefanakis.gr/ektor-kaknavatos/