Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Έφη Καλογεροπούλου, "Χάρτης ναυαγίων"





ΑΝΑΛΗΨΗ


Έγινε νησί απελπίστηκε
σωρός από σκοτάδι
ξεδίπλωσε τον εαυτό του έξω απ’ την πόρτα
τώρα μπορεί να τον δει ολόκληρο τον εαυτό του
φεύγει ψάχνει επιστρέφει
κρατά φακό φωτίζει το τρύπιο του καπέλο
βρίσκει το ρολόι, ρολόι τσέπης γίνεται χρόνος
πατά στη ζυγαριά μετρά θερμοκρασία
τον βρίσκει κι από χιόνι πιο ελαφρύ παράξενο
η θάλασσα γύρω του έχει δίχτυα ο βυθός
σφουγγάρια κι η νύχτα κόκκινους αγγέλους
μια σωματική ανάμνηση που λιώνει τον κυκλώνει
δελφίνια ψάρια στα βαθιά κι ένα άλογο λευκό
καλπάζει χρόνια
από πού ήρθε; Πού πηγαίνει;

Στον επόμενο τόνο η νύχτα πίνει οινόπνευμα
μασάει νικοτίνη
ντύνεται πουλί πετά
κλείνει τα μάτια
είναι παντού
βρέχει φωτιά
κι αστέρια





ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ


Για να συναντηθούμε
πρέπει να διακινδυνεύσουμε
την απόσταση του άλλου
μια απόσταση φωνών
ντυμένοι μυθιστόρημα
ξεχασμένοι από τρυφερότητα
παραδομένοι στην απόγνωση
έρποντας ή ακόμη και στα τέσσερα
δοσμένοι σ’ ένα ανομολόγητο παιχνίδι
πένθους
αφής
σφαγής








ΣΦΑΛΜΑ ΤΥΧΑΙΑΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ


Είμαστε η χαμένη δυνατότητα
οι λέξεις που δε γίναμε
τα παιδιά που πέφτουν απ’ τα όνειρά μας
ξημερώματα
οι δρόμοι τα αδιέξοδα και οι ατέλειωτες
χειρονομίες τους
οι άδειες θέσεις δίπλα στου τρένου
το παράθυρο

Είμαστε το λίγο
του χρόνου το ελάχιστο

Το ολομόναχο του κόσμου
είμαστε
η σκόνη του σκοτωμένου χρόνου





ΘΑΛΑΣΣΑ


Γιατί είναι η αγάπη μια θάλασσα ολόκληρη
βλέμμα πριν το βλέμμα
γη δίχως εξουσία
πόρτα ανοιχτή
σιωπή ξεκλείδωτη

Γιατί είναι η αγάπη
το ολόκληρο
το ανερμήνευτο
το καθαρό το αίμα της θυσίας
ο βυθός του Καλού
η γνώση της απώλειας
το πηγάδι που αναβλύζει
το τέλος του θανάτου








ΓΗΤΕΥΤΕΣ


Κι αφού σ’ αγαπώ οφείλω να είμαι κάτι περισσότερο
από σπασμένος καθρέφτης
ναι από απελπισία γίνονται τα θαύματα
και πίστη
γι’ αυτό κρεμασμένοι στη δική μας κόλαση
υπέροχα πλανημένοι
θα μεταμορφώσουμε το βαθύ της νύχτας φως
σε άσπρο λευκό χιόνι ελαφρύ
γητευτές πουλιών διάφανοι
θα ονειρευτούμε πως ονειρευόμαστε ακόμη
γιατί το θαύμα έχει μια μοίρα μυστική
και το συνήθειο να μυρίζει πάντοτε
θάλασσα ανάσταση κι αγάπη





Ο ΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ


Νύχτωσε
σκοτείνιασε αλλά στο βάθος
φέγγει πάντα ο κήπος όπου περπατώντας
ξεφυλλίζεις το ανεξήγητο

Πόσα
βλέμματα ρόδων ψηφίδες ζωής
κόπηκαν βίαια κι έπεσαν στη χλόη
φύλλων θροΐσματα κελαηδισμοί πουλιών
ανάλαφρα φτερουγίσματα ονείρων
δραπέτευσαν από εφιάλτη παιδικό
άστρων μικρές κραυγές σημάδεψαν
για πάντα το κενό

Κι ακόμη
δρομάκια λιγότερο επικίνδυνα
από κείνα που δε ζήσαμε ποτέ





Από τη συλλογή «Χάρτης ναυαγίων / Chart of shipwrecks», εκδ. Μετρονόμος,
σειρά Ποιείν, 2017.
Δίγλωσση έκδοση. Απόδοση των ποιημάτων στα αγγλικά: Γιάννης Γκούμας. 

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Κατερίνα Καριζώνη, "Σκοτεινός χρόνος"





ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ


Ήταν κάποτε ένας φτωχός σαλδαμάριος*
                                    στην Κωνσταντινούπολη
που έκλεισε το μαγαζί του ένα βράδυ
μηνί Μαρτίω ινδικτιώνος του 1351 μ.Χ.
ημέρα που έγινε μια διαστροφή του κέρματος
πέσαν απότομα τα χάλκινα κι ανέβηκε ο χρυσός
κι έχασαν την αξία τους οι λιγοστές εισπράξεις του.

Πώς γύρισε άραγε στο σπίτι του
τι είπε στη γυναίκα του
και πώς εξήγησε στα ανύποπτα παιδιά του
τι σημαίνει να μη σε λογαριάζει ο καιρός
να τριγυρίζεις με άδεια χέρια μες στα εμπορεία
− κι ας γράφουν κάποτε οι ιστορικοί του μέλλοντος
περί των νομισματικών υποτιμήσεων
στο ύστερο Βυζάντιο
και άλλα μεγαλόσχημα.

Μάλλον δεν είπε τίποτα ο σαλδαμάριος
μόνο ανέβηκε σ’ ένα ξύλινο σκαμνί
πήρε λίγο κρασί αραιωμένο απ’ το φανάρι
ένα μικρό κρεμμύδι κι ένα πιατάκι γάρο αλμυρό
έριξε μια ματιά στον Βόσπορο
και κάθισε να φάει.



________
* Σαλδαμάριος: μπακάλης





Ο ΠΑΣΒΑΝΤΗΣ


Πάντα με τρόμαζε
η ιστορία του πασβάντη
εκείνου του μυστήριου νυχτοφύλακα.
Περνούσε μια στις δώδεκα και μια στις τρεις
έξω από τα κλειστά παντζούρια της Κομοτηνής
χτυπώντας ρυθμικά την ξύλινη μαγκούρα του.
Περνάει ο πασβάντης, έλεγε τραγουδιστά
ύστερα φυσούσε ένας ξαφνικός αέρας
και τον έπαιρνε σφυρίζοντας.

Λέγαν πως δεν κοιμότανε ποτέ
πως δεν φορούσε παπούτσια
αλλά σιδερένιες οπλές
κι ένα παλιό αμπέχονο
                       από κάποιον σκοτωμένο.

Καμιά φορά, όταν το φεγγάρι γέμιζε
                                         μεταμορφωνόταν
σ’ έναν πελώριο αγριόχοιρο
κι άρπαζε τα κορίτσια.

Εκείνα τα χρόνια στην Κομοτηνή
δεν είχε ηλεκτρικό
παρά μονάχα λάμπες πετρελαίου καπνισμένες
και μνήμες που ήταν ακόμα νωπές, σαν πληγές.





ΜΝΗΜΗ


Πέρασαν τόσοι Φεβρουάριοι από τότε
ούτε καν μπορώ να θυμηθώ τη μορφή σου.
Χτες βράδυ ωστόσο πρέπει να ήσουν εσύ
γύριζες στους δενδρώνες της μνήμης
κρατώντας έναν ξεθυμασμένο φακό
ψάχνοντας για ένα κλειδί
                               χαμένο στα χόρτα.

Δεν θα ξανασυναντηθούμε, μου φώναξες
γιατί δεν υπάρχει χρόνος στο σύμπαν
ούτε πριν, ή μετά
ούτε αν, ούτε εφόσον
παρά μονάχα μια μικρή γέφυρα
που τρέμει στο βάθος του νου
                                       λεπτή σαν μεμβράνη
που φοβάμαι να την περάσω
παρά μονάχα ένα χάρτινο καραβάκι
που πλέει εδώ και χρόνια στα δάκρυα.

Πέρασαν τόσοι Φεβρουάριοι από τότε
στους δενδρώνες της μνήμης
αλλάζουν παράξενα οι εποχές
οι καρποί τους γλυκύφεγγοι
μοιάζουν με φεγγάρια
μέσα τους κοιμάται γαλήνια
μια όμορφη γυναίκα
που κατάπιε μια νύχτα
                            τρεις χιλιάδες παυσίλυπα.





Από τη συλλογή, «Σκοτεινός χρόνος», εκδ. Καστανιώτη, 2017.

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Σωτήρης Παστάκας, "Αλτσχάιμερ αρχόμενο"




ΕΝΑΣ ΦΙΛΟΣ


α΄

Είμαι κακός και το γνωρίζετε όλοι σας.
Σταματήστε να με ζωγραφίζετε,
να χύνετε τις μπογιές και τα χρώματα,
ξεπλύνετε τα πινέλα και σκίστε
το τελάρο. Πετάξτε από πάνω μου
αυτόν το λευκό μανδύα του ποιητή.
Σταματήστε επιτέλους να με φωτογραφίζετε
και να ζητάτε συνεντεύξεις.

Ένας κακός ευτυχισμένος άνθρωπος είμαι.



στ΄

Βγήκα από τον τάφο μου τον Δεκέμβριο
του δώδεκα Δευτέρα δεκαεφτά,
πεινούσα και δεν χόρταινα, δεν μπορούσε
να με νικήσει το όνομα, ο λόγος,
ο κόσμος. Κανένας δεν μου έδωσε το κλειδί
ούτε έμαθε ποτέ κανείς προς τα πού πήγα
ποια κατεύθυνση πήρα σε ποια καταλύματα
της μιας βραδιάς κοίμησα το κορμί μου. Κανένας

δεν ζητάει να μάθει τι όνειρα βλέπει ένας νεκρός.





ΜΙΑ ΠΟΛΗ


α΄

Μια πόλη φιλική
με ποτάμι και γέφυρες,
λεύκες πλατιές,
πυκνές ομίχλες,
μεγάλα καφενεία
μικρά τσιπουράδικα,
οτέλ με αυτοκρατορικά κρεβάτια
για τα παράνομα ζευγάρια,
δρόμους, δρόμους να τρέχουν
οι διαδηλωτές και οι κουκουλοφόροι.
Φωνάζουν αλλά δεν τους ακούω,
δεν τους ακούτε,
δεν τους ακούνε στις Βρυξέλλες.
Περνάνε οι διαδηλωτές
με τα ταμπούρλα,
τις σημαίες
βουβό πλάνο του Αγγελόπουλου,
σε μια κωφάλαλη πόλη.





ΕΝΑΣ ΑΝΔΡΑΣ


β΄

Δεν έσφαλα αρκετά. Έπρεπε να επιμείνω
λίγο περισσότερο, να επιδείξω μεγαλύτερη
επιμέλεια, εργατικότητα. Να επεξεργαστώ
το έμφυτο ταλέντο μου στην παρανομία,
τα κτυπήματα κάτω από τη μέση. Να εκ-
μεταλευτώ το χαμογελαστό μου πρόσωπο,
να τους εξολοθρεύσω όλους κι όχι να λα-
βω αυτή τη μεταλαβιά της συγχώρεσης μετά.

Όχι, δεν αμάρτησα αρκετά, το παραδέχομαι.



ζ΄

Τελευταία είμαι χαρούμενος λένε. Λένε
για μένα πως αυτό εκείνο και το άλλο.
Ακούω μέσα μου φωνές πως το τάδε έτος
και ξεσπούν γέλια. Ζητωκραυγές. Έκανα
πολλά και ξέχασα περισσότερα. Κάποιες γυναίκες
με φωνάζουν Σταμάτη αλλά δεν γυρίζω
να τις κοιτάξω. Ψευδείς αναμνήσεις
μού φτιάχνουν το κέφι. Θα ξυπνήσω

με ένα καλό προαίσθημα τη μέρα που θα πεθάνω





Από τη συλλογή «Αλτσχάιμερ αρχόμενο», εκδ. Μελάνι, 2017.

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Αντώνης Φωστιέρης, "Το θα και το να του θανάτου"





ΤΟ  ΘΑ  ΚΑΙ  ΤΟ  ΝΑ  TOΥ  ΘΑΝΑΤΟΥ


Έτσι λοιπόν χωρέσανε στα μάτια σου τόσες κοινές
        ασήμαντες εικόνες
Ποιος θα ’χει χρόνο κάποτε να βυθιστεί στη λίμνη μιας
        ανάμνησης
Η αιωνιότητα κρατάει τόσο λίγο
Όμως, δε γίνεται, θα υπάρχει κάπου μια μικρή δικαιοσύνη
        να εξηγεί
Με ποιες προθέσεις φεύγει ένας άνθρωπος
Με πόσα θα και πόσα να που ψιθυρίζει ο θάνατος
Σβήνει ασυλλόγιστα ολόκληρη ζωή
Αφού, το ξέρεις, ένα μόλις δευτερόλεπτο αρκεί
        ν’ αλλάξουν τώρα δυο φτερά τη ρότα τους
Και, μην ακούς, τα δευτερόλεπτα πληρώνονται ακριβά
Γι’ αυτό κι ο άνθρωπος εκείνος φεύγει απένταρος
Με τον πνιγμένο ρόγχο ενός κυνηγημένου
Λεπτά χρειάστηκε λεπτά
Χιλιάδες δευτερόλεπτα
Για ν’ αγοράσει τί; ασήμαντες εικόνες
Μα πώς μπορεί να ξεχρεώσει τώρα πού να δανειστεί
Πόσες εικόνες να πουλήσει απ' την ανάμνηση
Μια δυναστεία εικόνες παλιωμένες
Γεννοβολάνε τα λεπτά κι ο τόκος βγαίνει αβάσταχτος −

                  Κανείς λοιπόν δεν έχει να πληρώσει;





ΣΤΗΝ  ΑΡΓΥΡΗ  ΣΕΛΗΝΗ


Σελήνη να ’ναι αλήθεια ότ’ είσαι από ασήμι;
Κι όλοι αυτοί που στο βελούδο της προθήκης στέκονται
Αρθρώνοντας ψιθύρους αισθημάτων
Άραγε
Σε ρίχνουνε στο τάσι του ματιού ζυγίζοντας
Βάρη κι αξίες;
Δε βρίσκω άλλη εξήγηση. Πώς μαγνητίζεις
Τον πόθο της απόκτησης και αλλοπαρμένοι
Ανοίγουν τις κουρτίνες βιαστικά ή απ’ το μπαλκόνι
Ορμάνε να σε δουν. Ουράνια δόκανα
Στην έχουνε στημένη. Κι έχουν στείλει δυο αρκούδες να
        οσμίζονται
Τα βήματά σου. Πρόσεξε
Το βέλος του Τοξότη, φυλάξου απ’ το φαρμάκι του Σκορπιού.
Σελήνη, θα ‘ναι αλήθεια ότ’ είσαι από ασήμι. Δέξου το
Πως μόνο εκείνο που μπορεί να πουληθεί έχει τιμή και είναι
Απ’ όλους σεβαστό. Απ’ όλους μας τιμώνται οι πουλημένοι.
        Διάβολε
Δέκα χιλιάδες στίχοι έχουν γραφτεί για σένανε
Κι ούτε για δείγμα ένας που να πει
Τα στοιχειώδη. Ούτ' ένας αργυραμοιβός που να τολμήσει
Ξεκάθαρα μια προσφορά.
Το απρόσιτο μένει συχνά στο ράφι.
Κι ας το ορέγονται.
Κάνε λοιπόν εσύ το πρώτο βήμα
Τώρα που ολόκληρη σε βλέπω κι αυγωμένη
Γιατί απ’ αύριο θ' αρχίσεις να φυραίνεις
Κι έπειτα
Ποιος θα βρεθεί τα ωραία λεφτά του να πετάξει
Για το ασήμι σου
Το σώμα σου
Το εφήμερο
Το ελλιποβαρές.





ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΟ  ΔΑΣΟΣ


Στο δροσερό σαλόνι σας θροΐζει ένα δάσος.
Αυτά τα έπιπλα που ακούτε ν’ ανασαίνουν
Φυλάνε ακόμα ενστικτώδη φτερωτά
Μες στα φυλλώματα. Κι αν τρίζουνε
Κάθε που μπαίνει νέος επισκέπτης
Θα ’ναι που νιώθουνε κρυμμένο το τσεκούρι
Να τροχίζεται. Σε ανώδυνο χαμόγελο
Αβροφροσύνης τούτη τη φορά.
Τις νύχτες αλαφιάζονται
Και το χοντρό τους νύχι από ρίζα
Χώνεται
Στον βράχο του τσιμέντου. Οι κλώνοι τους
Ρημάζουν τα ταβάνια − να οι ρωγμές
Του ξύλου που μουγκρίζει. Αφήστε τα·
Ούτε µ’ αλήθεια ούτε με πλάνη λειαίνονται
Οι ρόζοι σε μια φλούδα γηρατειών· αφήστε τα.
Κι αν το τικ-τακ του σκουληκιού υποδύεται
Το χτύπο της καρδιάς τους
Αυτά ονειρεύονται το ηρωικό λαμπάδιασμα
Να ’ρθει επιτέλους να χωρίσει πνεύμα
Από κορμί
                        − Λάμψη και κάρβουνο.





Από τη συλλογή «Το θα και το να του θανάτου» (1987), που περιλαμβάνεται στον συγκεντρωτικό τόμο «Αντώνης Φωστιέρης - Ποίηση, 1970-2005», εκδ. Καστανιώτη 2008.

Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

Μιχάλης Γκανάς, "Ακάθιστος δείπνος"





ΑΝΤΙΤΙΜΟ


Μόνο το φίδι ξέρει τι θα πει
ν’ αλλάζεις το πετσί σου,
γι’ αυτό του περισσεύει το φαρμάκι.





ΑΤΑΦΗ


Παράξενη λιτανεία μυστικών αγίων
στους δρόμους μιας πολιτείας πόρνης.
Τα μάτια τους βαθιά, φωσφορίζοντα,
τρελαίνουν τα σκυλιά και τους νοικοκυραίους.
Μια φυλή ονείρων επαναπατρίζεται στο αίμα μου,
λίκνο της πιο μεγάλης ξενιτιάς,
πονεί το αίμα μου σαν μυρμήγκι πληγωμένο,
απαρατήρητο, υπόγειο, εργατικό,
το αίμα μου αποκρίνεται σε καθετί που αγγίζω.

Βαθαίνεις την αφή μου ανυπόφορα,
μουσική πατρίδα,
άταφη σ’ όλα τα τραγούδια μου.





ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

                                           στην Πόπη


Μπακίρι από Γιαννιώτη γανωτζή
να φέγγει να σπιθοβολάει το γέλιο σου,
τα λόγια σου να σκάνε μέσα μου
σαν τις χειρομπομπίδες.
Κορμί που λάχτιζες σαν αγριμάκι
προτού σε πάρει ο ύπνος,
τρεις νύχτες τώρα με διπλό προσκέφαλο
αχνίζω νικοτίνη,
τρέχω με ογδόντα πυρετό
ύστερα με διακόσια
τρελαίνομαι στις δημοσιές.
Κι η μοναξιά ένα μάθημα πικρό
κι ο θάνατος μια μαύρη κουβαρίστρα,
έλα με την αγάπη,
έλα με το νερό.
Μη λείψεις άλλο μη μ’ αφήσεις
παλάμη διάφανη κι ορθή καρδιά,
που σ’ αγαπώ που με τρομάζεις,
που μου ’δωσες ψωμί κι αστροφεγγιά
το μέταλλο του στήθους πάλι
και του κορμιού το κοιμισμένο τύμπανο.





ΤΡΑΓΟΥΔΙ


Να σ’ έχω δίπλα μου, να σ’ ανασαίνω
σα δημητριακό Ιούλη μήνα,
να ’σαι κοντά μου θημωνιά, πουλί
έκπληξη καθημερινή, έτσι που ανεβαίνεις
από τα μπάζα της φωνής σου
στο λυγμό.

Τραγούδι μου
κι εσύ μανάβη της φωνής μου,
ανάβεις σπίρτα μες στο αίμα μου,
ανάβεις το ξερό χορτάρι,
πέτρινο το γεφύρι πέτρινο
δεν καίγεται μαυρίζει.





ΕΥΝΟΙΑ


Στο σούρουπο
στα κρύα του Νοέμβρη
τα σπίτια μηρυκάζουν κούτσουρα.
Γροθιές σφιγμένες τα πουλιά
βρεγμένα, κρυωμένα
αλλά στη μέσα τσέπη της ζωής.






Από τη συλλογή «Ακάθιστος δείπνος» (1978), που συμπεριλαμβάνεται στον συλλογικό τόμο «Μιχάλης Γκανάς - Ποιήματα, 1978-2012», εκδ. Μελάνι, 2013.

Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

Τέλλος Φίλης, "Ένας απλός υπάλληλος βιντεοκλάμπ"





ΕΝΑΣ ΑΠΛΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΒΙΝΤΕΟΚΛΑΜΠ


Εγώ θα βλέπω τις ταινίες
και θα ’ρχομαι να σου τις λέω
εσύ δεν θα μιλάς
και το τσιγάρο που σου άφησα
στην ίδια θέση θα ’ναι

Γονατιστός στα χαλίκια
θα σου σφυρίζω το μουσικό θέμα των τίτλων
δεν θα υπάρχουν δάκρυα
νερό θα τρέχουν οι υποθέσεις
μόνο τα λουλούδια από τον χθεσινό
που θ’ ανασαίνουνε ακόμη

Εκεί. Μέχρι να αρχίσει να νυχτώνει
σιωπηλά θα επιστρέφω
αφού σκουπίσω το τζαμάκι
ανάψω το ρεσό
χωρίς σταυροκοπήματα, χωρίς υποκατάστατα

Θα επιστρέφω
ως το βιντεοκλάμπ
καινούργιες ταινίες να πάρω
να τις δω
να έρθω πάλι να σου τις διηγηθώ





ΑΔΙΚΑ ΠΑΠΠΟΥ


Σήμερα ήρθα εδώ για να σου πω παππού
ο κόσμος δεν είναι τελικά όπως μου έμαθες
κι εγώ γερνάω

δεν έχω τις ίδιες αντοχές όπως παλιά
που σκαρφαλώναμε τα βράχια στο νησί
κι όποιος ανέβαινε πρώτος κάρφωνε τη σημαία

τα πόδια μου δε με κρατάνε πια, παππού
κι η αναπνοή βαραίνει
κανείς από τους επομένους
γυρνάω να δω και πάλι μοναχός μου παππού
στο μονοπάτι

τι έγινε
εσύ ποτέ δε μου ’πες ψέματα
πώς έγινε έτσι ο κόσμος και πού ήμουνα εγώ την
       ώρα που άλλαζε

Θα φύγω τώρα
χωρίς απάντηση ούτε ένα σχέδιο επιβίωσης

ήθελα να το ξέρεις
πως ίσως άδικα χάλασες τα κόκαλά σου εκεί
και το άσθμα σου άδικα κι αυτό
κι εκείνη η πρώτη αγάπη σου που έχασες
όταν σε πρωτοπήραν
άδικα κι αυτή

οι αδιάφοροι οι εαυτούληδες οι συμφεροντολόγοι
       και οι γλείφτες
επιβιώνουνε παππού

κι εγώ απλά γερνάω

κι οι γέροι πεθαίνουνε παππού
δεν κάνουν επανάσταση





ΒΥΘΟΣ


Σε καθαρά νερά
θα βυθιστώ
εμβαπτισμένος δούλος σου
μοναξιά μου.

Οι κάμερες θα στέκουν στην ακτή
να περιμένουν τον πνιγμό
σε αποκλειστικότητα

Κανείς να μην μπορεί να φανταστεί
τη δύναμη που κρύβω στον βυθό
ποιον άσσο απελευθέρωσης
κρατάω φυλαχτό

Οι άνθρωποι που ξέχασαν να παίρνουν αναπνοές
τα εγχειρίδια επιβίωσης που παράτησαν
φεύγοντας βιαστικά στις παρελάσεις
μάταια θα προσπαθήσουν
ν’ αποτυπώσουν με ορθολογισμό
την Ανάληψή μου
στους ουρανούς

Τα καθαρά νερά

η εκδίκηση μου





Από τη συλλογή «Ένας απλός υπάλληλος βιντεοκλάμπ και άλλα κείμενα».
Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2015.

Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

Κική Δημουλά, "Δημόσιος καιρός"




Ο ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ


ΕΙΠΕ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ

πάντως εσύ νύχτα είσαι τυχερή
έξοδα μηδέν
σου δίνουν φως δωρεάν τ’ αστέρια
παίρνεις κι ένα μικρό ενοίκιο
από τα όνειρα.

Αγρίεψε η νύχτα.

Εγώ δεν έχω έξοδα; Ποιος
ταΐζει τους γρύλους
τις πυγολαμπίδες τα νυχτολούλουδα
την αγρύπνια;

Ξέρεις τι λάδι τρώνε τα καντήλια
εγώ ανάβω τους εκλιπόντες

ακούς εκεί
μου δίνουν φως δωρεάν
τ’ αστέρια…

πού να το βρουν δε βλέπεις πόσοι
διάττοντες αυτοκτονούν κάθε βράδυ;

Και η μέρα βέβαια περνάει κρίση.

Αλλά εκείνη τουλάχιστον τη συντηρεί
ανελλιπώς η καθημερινότητα.



ΕΙΠΕ Η ΡΕΜΒΗ ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

δυστυχώς δε θα σε χρειαστώ άλλο
τέρμα οι παραστάσεις.
Μετρημένοι οι θεατές
αν και ήταν ελάχιστο
συμβολικό το εισιτήριο

και όνειρο να δεις πληρώνεις
όσα πλήρωνες
πάντα
κι ας είναι χιλιοπαιγμένο.

Τέρμα. Τι να κάνω;
Να παίξω
δωρεάν για δυο τρεις
τζαμπατζήδες έρωτες;

Δε συμφέρει
εξευτελίζεται το έργο.



ΕΙΠΕ Η ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

δώσ’ μου λίγο χρυσαφί
να σπάσω κάπως
το μαύρο που είμαι.

Δεν περισσεύει, αρνήθηκε το φεγγάρι.
Πρώτον έχω να αναδείξω το θέαμά μου.
Μετά να φωταγωγήσω
την Ακρόπολη το Ερεχθείο
τα σοκάκια την απομόνωση
κάποιον έρωτα σβηστό.

Έβαλε τις φωνές η νύχτα
Ε, όχι και να ρίξεις φως στον έρωτα.

Αυτό το σκοτεινό αίσθημα είναι
ο πιο επιμελής μαθητής μου.



ΕΙΠΕ Η ΑΝΟΙΞΗ ΣΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

φέτος η Σταύρωση θα γίνει
με την επιβεβλημένη λιτότητα

δε θα πιουν άλλο αίμα τα καρφιά
αρκετά αιμορραγούν
τα πράγματα έξω
έξω στα σκαλιά της εκκλησίας.

Επείγει μόνο να πάρουμε
πίσω τα τριάκοντα αργύρια
αρκετά θησαύρισε εις βάρος μας
το δούναι.

Με τριάκοντα αργύρια σήμερα
προμηθεύεσαι ένα έστω
μειωμένο λαβείν.





Η ΠΙΣΩ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΘΑΡΡΟΥΣ


Τι αθώα που βραδιάζει
σα να μην έπονται τα ασυγχώρητα
σα να έσταξε σοκολάτα
μαύρη στο φανταχτερό γενέθλιο
φουστάνι μικρής ημέρας.

Ένας αθώος στην αρχή λεκές
που ένοχα σιγά σιγά
εξαπλώνεται σαν είδηση
ότι τα ορατά υπέκυψαν
στο αόρατο.

Μας περικλείει αυτό μας φοβίζει.

Παρατηρώντας όμως το ένα
και μοναδικό αστέρι να ξεναγεί
τόσο πολυάνθρωπο σκοτάδι
σε ολόκληρο ουρανό απερίφραχτον
δίχως να φοβάται
κάπως ηρεμούμε.

Κι όμως φοβάται.
− παλικαριές με το χάος; −
κι από το φόβο του
τρεμοφέγγει έτσι.

Προσγειώσου μαγεία.





Η ΠΙΣΤΟΤΗΤΑ


Έρωτας μικροσκοπικός αντίγραφο της
αρχαιότητάς του.
Πηλός
τον αναπαριστά μισοξαπλωτό σε βάση
διαφανή
να φαίνεται και η κρυφή πλευρά του.

Χρόνια ακουμπισμένος ασφαλής
σε ράφι − εικονοστάσι των αναμνηστικών.
Τον βρήκα θρυμματισμένο.
Τα μέλη του σωρός κομμάτια
αλλού το πόδι αλλού τα φτερά
αλλού το φταίξιμό του.

Υποπτεύομαι κάποιο ξεσκονόπανο
βαλτό Κύριος οίδε
από ποια πληγή παλιά
αποφασισμένη να πάρει εκδίκηση.

Μπορώ να συγκολλήσω τη ζημιά
έχω μελετήσει την ανατομία της απώλειας
προβληματίζομαι όμως αν πρέπει

σκέπτομαι μήπως αν τον αφήσω
σπασμένον κομμάτια
είναι πολύ πιο έρωτας έτσι.





Από τη συλλογή «Δημόσιος καιρός», εκδ. Ίκαρος, 2014.