Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Έλσα Κορνέτη, "Αγγελόπτερα"





Η Μαρίνα Τσβετάγιεβα στον Ουρανό
με τους αγγέλους


Έτσι όπως ένα σπερματοζωάριο κυνηγά μάταια την ουρά του Το εύκαμπτο είναι ταλαντεύεται ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα Η μοναξιά του υποκειμένου Ο εγκιβωτισμένος πόνος Η νέα αστρονομία των πραγμάτων Τα χάρτινα ποιήματα τα κλειδωμένο σε δωμάτιο αστείρευτης ψυχής Η τελευταία αναπνοή στη σκιά που αφήνει η χαραμάδα της γρίλιας Έχει την αίσθηση ότι μπορεί να σώσει τον κόσμο Η δύναμη του μυαλού υπνωτίζει τα μαλλιά της Τα βάζει να χορέψουν Τα μαλλιά λικνίζονται σαν φίδια σε καμπύλες ερωτικές Τα μαλλιά γίνονται σχοινιά Τ’ αγκαλιάζει στοργικά Είναι όλα τους παιδιά της Τα πλέκει σε κοτσίδα Την πετά σαν λάσο στο άγνωστο Αρπάζει στη θηλιά το πεπρωμένο της Τώρα επιτέλους μπορεί ν’ αγγίξει τα όνειρά της. Αναρριχάται στον ουρανό με μια μπούκλα αγγέλου βρόχο στον λαιμό της





Το μπλε αλογάκι


Ένα απότομο εκτόπισμα
απ’ το κύμα του ύπνου
σε πέταξε στα βράχια
ενός ακόμη θορυβώδους
πρωινού

Σε μια τυφλή στροφή
που δεν υπολόγισες
μπήκες σ’ ένα σύννεφο φυγής
χάθηκες στον κήπο
με τις ανθισμένες κερασιές
βυθίστηκες στην τρυφερή αγκαλιά
ενός παραμυθά

Έπειτα ανέβηκες στο μπλε ξύλινο αλογάκι
για να κλυδωνιστείς
στις παιδικές μνήμες

Κάποιος σε είδε για τελευταία φορά
να κρατάς μια βαλίτσα όνειρα
και να περιμένεις στωικά
στον σταθμό το πεπρωμένο





Ατολμία


Αν είχες άλλη μια μέρα
εκείνου του χρόνου
θα τσιμπούσες τα μάγουλα
ενός ηλιοβασιλέματος
για να ξυπνήσεις ένα ζευγάρι
κυανόλευκα πουλιά

Αν είχες άλλη μια μέρα
εκείνου του χρόνου
θα έβγαζες από την κατάψυξη
την καρδιά σου για να τη ζεστάνεις
με λίγες σταγόνες
ανιδιοτελούς αγάπης

Αν είχες άλλη μια μέρα
εκείνου του χρόνου
θα ξεπρόβαλλες από τη στοά του φόβου
και θα φορούσες ένα ζευγάρι θαρραλέα μάτια

Αν είχες άλλη μια μέρα
εκείνου του χρόνου
το αλαφιασμένο σου μυαλό
θα δανειζόταν το εμπριμέ φόρεμα
μιας οικογενειακής γιορτής

Αν είχες άλλη μια μέρα εκείνου του χρόνου
θα δίδασκες στις ώρες
το μάθημα της ασεβούς ελπίδας





Το κουκλόσπιτο


Όταν ήσουν μικρή
Έπαιζες με τις κούκλες σου κρυφτό
Μια μέρα έτρεξες να κρυφτείς
Εκεί όπου κανένας δεν θα μπορούσε να σε βρει
Τότε κλειδώθηκες κατά λάθος σε λιλιπούτεια φυλακή
Η γάτα του σπιτιού κατάπιε κατά λάθος το κλειδί
Η απουσία σου κατά λάθος δεν έγινε από κανέναν αντιληπτή

Κάποτε κατά λάθος μεγάλωσες
Τότε τα χέρια σου βγήκαν από τα παράθυρα
Τα πόδια σου από την πόρτα
Και το κεφάλι σου από την καμινάδα

Η απόδρασή σου απ’ το κουκλόσπιτο
θεωρήθηκε κατά λάθος επαναστατική





Αλγάπη


Πόσα ακόμα χωμάτινα Βασίλεια να ποδοπατήσεις;
Σε πόσους ακόμα χάρτινους πύργους να φυσήξεις;
Όταν ακόμα να το αποδεχτείς
ότι ήσουν
ενός ακόμα άστατου ανέμου
το χαϊδεμένο μονάκριβο παιδί
που παρέα με τριχωτές αράχνες
μες στα ερείπιά του
ξέφρενα
χορεύει

Το έμαθες;
Σ’ αυτό τον μύθο δεν πέθανε η Ευρυδίκη
Πέθανε ο Ορφέας
Αυτός ήταν ο μεγάλος υπνωτιστής
αυτός ήταν ο αέρινος χορευτής που σε ξεγέλασε
αυτός φύσηξε επάνω σου τον άνεμο της μεγάλης απόδρασης
και σε μάγεψε
Αυτός σε κάλεσε κι εσύ υπνωτισμένη πειθήνια τον ακολούθησες

Έλα κοντά μου
κάθισε δίπλα μου κοριτσάκι
Έλα στην αγκαλιά μου κοριτσάκι
Σήμερα θα σου μάθω μια νέα λέξη
Σήμερα θα σου μάθω μια παράξενη λέξη
Τη λέξη  Α λ γ ά π η
Αλγάπη  είναι η λέξη
Το άλγος της αγάπης

Μικρά χάρτινα φτυάρια είναι τα ποιήματά σου, Ευρυδίκη Επιμένεις να σκάβεις το χώμα να βρεις μιαν ανοικτή υπόγεια διαδρομή να στείλεις τα ποιήματα γράμματα εκεί όπου αναπαύεται ο αγαπημένος
Είναι επώδυνη η αγάπη Συνώνυμο του πόνου είναι η αγάπη Μόνον πονώντας αγαπάς αληθινά Κι αυτή η αγάπη είναι ένα παγκόσμιο αγαθό Βλέπεις; Αγαπώντας έναν, Ευρυδίκη, κάνεις περισσότερους από έναν ευτυχισμένους





Η ομηρία του μύθου


Κλεισμένοι στη σπηλιά
έπρεπε ν’ αποφασίσουν
ποιος απ’ όλους είναι
ο αληθινός Ποιητής
κι ενώ άρχισαν με αβρότητα να ξεμαλλιάζονται
κι έπειτα με ευγένεια να χτυπιούνται

         ─ Εγώ είμαι ο Ποιητής
         ─ Όχι εγώ είμαι ο Ποιητής
         ─ Εγώ είμαι σας λέω

ο Κύκλωπας με το ηχηρό του μάτι
επέστρεψε στη σπηλιά κι έφραξε την είσοδο
κυλώντας έναν βράχο γνωστό
κι αφού έφαγε τους διοργανωτές, τους μουσικούς
κι άλλους περιφερόμενους κι έδειχνε ακόμα
πεινασμένος ρώτησε τους αναμαλλιασμένους:

Λοιπόν, ποιος από εσάς είναι ο Ποιητής;

Κι όλοι μαζί του απάντησαν:

Κανένας





Από τη συλλογή «Αγγελόπτερα», εκδ. Μελάνι, 2016