Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

Σοφία Πόταρη, "Δηλητήριο σε μέλι"




Άδωνις


Τα ωραία μάτια και τα χείλη
ή το στήθος κι ο λαιμός σου
γλυκό με ποτίζουνε αφιόνι;
Ή των φιλιών σου το πηγμένο μέλι;
Μα όχι!
Είναι η ευωδιά σου!
η ευωδιά σου είναι
που γεύση αποστάζεται
στων βλεφαρίδων σου τους καταρράκτες





Πόνος


Εκεί που ο ήλιος χάνεται στο δείλι
Το τρυφερό, ξανθό του φως όπου σφαλλά
Στο σύνορο που σβήνει το καντήλι
Και που η νυχτιά τη μέρα συναντά

Εκεί που το γαλάζιο φως της μέρας
Το σέρνουν τα μελανοφτέρουγα πουλιά
Ετούτο της χρυσής μου νιότης θάν’ το γέρας
Ν’ ακολουθήσω ονείρατα παλιά

Σ’ εκείνο το παράξενο δρομάκι
Που χρόνια τώρα με προσμένει να διαβώ
Ανάερη η ψυχή σαν τρυφερό κλαδάκι

Στόμα ζεστό αίμα γλυκό που ρέει
Φιλί να δώσει αιώνιο λαχταρά
Ω! Πώς το θέλει η ψυχή που κλαίει!





O Oρφέας στον Άδη


Στης Ευρυδίκης την αγαπημένη αγκαλιά ποθείς αναπαμό
Θεόμορφη η ματιά σου δόθηκε εκείνη πάλι ν’ αντικρύσει
Η λύρα η γλυκόλαλη τον τρομερό ημερώνει τώρα πηγαιμό
Πλανεύοντας γαλήνια τη λήθη που εσέ πασχίζει να τυλίξει

Πίνεις αργά, θρηνώντας, το αίμα της δικής σου της καρδιάς
Που σ’ επιστρέφει αγωνία φρικτή στης Περσεφόνης το βασίλειο
Ευρυδίκη, ω! Ευρυδίκη εσύ! στης μαγεμένης τ’ όνειρο ματιάς
Με τί ψυχή ν’ αντιπαλέψεις το φοβερό του Άδη το μυστήριο;

Θλιμμένα ηχεί στο σκότος του αηδονιού η γλυκύτατη επωδός
Τα δένδρα, πεθαμένα στέκουνε κορμιά, μαύρο ποθώντας αίμα
Ορφέα! Ορφέα! δύστυχε εσύ, στη φρίκη, πώς βαδίζεις μοναχός!

Ανατριχιούν τα ζοφερά να πουν και τ’ αφανέρωτα τα χείλη
Χλωμά τα μάτια και άδεια τώρα στέκονται βουβά να κλαίνε
Και η λύρα σου, Ορφέα δύσμοιρε! μάταια γοά στο μαύρο δείλι





Από τη συλλογή «Δηλητήριο σε μέλι», εκδ. Νησίδες, 2016.