Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, "Πέντε ποιήματα"




ΚΕΡΙΑ


Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα −
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

[1899]





ΘΥΜΗΣΟΥ, ΣΩΜΑ...


Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ’ ετρέμανε μες στην φωνή − και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες − πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν−
πώς έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.

[1918]





ΕΚΟΜΙΣΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ


Κάθομαι και ρεμβάζω.           Επιθυμίες κ’ αισθήσεις
εκόμισα εις την Τέχνην −           κάτι μισοειδωμένα,
πρόσωπα ή γραμμές·           ερώτων ατελών
κάτι αβέβαιες μνήμες.           Ας αφεθώ σ’ αυτήν.
Ξέρει να σχηματίσει           Μορφήν της Καλλονής·
σχεδόν ανεπαισθήτως           τον βίον συμπληρούσα,
συνδυάζουσα εντυπώσεις,           συνδυάζουσα τες μέρες.

[1921]





ΝΟΗΣΙΣ


Τα χρόνια της νεότητός μου, ο ηδονικός μου βίος −
πώς βλέπω τώρα καθαρά το νόημά των.

Τι μεταμέλειες περιττές, τι μάταιες...

Αλλά δεν έβλεπα το νόημα τότε.

Μέσα στον έκλυτο της νεότητός μου βίο
μορφώνονταν βουλές της ποιήσεώς μου,
σχεδιάζονταν της τέχνης μου η περιοχή.

Γι’ αυτό κ’ η μεταμέλειες σταθερές ποτέ δεν ήσαν.
Κ’ η αποφάσεις μου να κρατηθώ, ν’ αλλάξω
διαρκούσαν δυο εβδομάδες το πολύ.

[1918]





ΑΠ’ ΤΕΣ ΕΝΝΙΑ −


Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
και κάθισα εδώ. Κάθουμουν χωρίς να διαβάζω,
και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω
κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.

Το είδωλον του νέου σώματός μου,
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
ήλθε και με ηύρε και με θύμισε
κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,
και περασμένην ηδονή − τι τολμηρή ηδονή!
Κ’ επίσης μ’ έφερε στα μάτια εμπρός,
δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι,
κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν,
και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά.

Το είδωλον του νέου σώματός μου
ήλθε και μ’ έφερε και τα λυπητερά·
πένθη της οικογένειας, χωρισμοί,
αισθήματα δικών μου, αισθήματα
των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα και μισή. Πως πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πως πέρασαν τα χρόνια.


[1918]



Στην εικόνα:
Νίκου Νικολάου - Χατζημιχαήλ, «Ο Καβάφης προ χρόνων», (21/4/1985)

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Ειρήνη Παραδεισανού, "Ανοίκεια θεάματα"




Ανοίκεια θεάματα


γράφει η Ειρήνη Παραδεισανού


Οι τραγικοί ποιητές δεν έδειχναν ποτέ τους φόνους επί σκηνής μπροστά στα μάτια των θεατών. Τους θεωρούσαν ανοίκεια θεάματα. Πίστευαν δηλαδή πως η βίαιη εικόνα δε διδάσκει. Αντίθετα, εξαχρειώνει.
Η λογοτεχνία τους ωστόσο, από τον Όμηρο μέχρι τους μεγάλους τραγικούς ποιητές ήταν μια μελέτη θανάτου. Δεν ξέρω άλλον λαό που να τόλμησε να δει κατάματα τη γύμνια του ανθρώπου μπροστά στο αμετάκλητο του θανάτου.
Κι αυτή η επίγνωση του ανεπίστρεπτου τον ατσάλωσε με πείσμα να δώσει στο “τώρα” όσα μπορεί. Με ακεραιότητα και ήθος. Μια μικρή λεξούλα γύρω από την οποία έφτιαξε μια ολάκερη ζωή με πείσμα και αγώνα. Αιδώς.

Και βλέπω τον άνθρωπο σήμερα.
Μοιάζει μικρή κουκίδα σε μια γιγάντια οθόνη με σκηνές που εναλλάσσονται. Φρίκη, διαμελισμένα πτώματα, αίμα, σεξ, χάχανα, λάσπη, χαζοχαρούμενα αστεία. Μια ατάραχη λίμνη καμωμένη από εικόνες. Κι ο άνθρωπος ανήμπορος να κολυμπήσει. Και ποιος θα τον πάρει από κει; Ποιος θα τον τραβήξει έξω, να τον κάνει άνθρωπο φτιαγμένο από πηλό κι ανάσα; Το χνώτο του ψάχνει να βρει χαμένος στα τεχνητά αρώματα. Το δέρμα του το διάφανο να ανακαλύψει. Την ακοή του. Την εσωτερική όραση. Να μάθει να βλέπει.
Ή μήπως δεν ψάχνει πια; Με φρίκη αναλογίζομαι αυτό το μήπως.





Το άρθρο της Ειρήνης Παραδεισανού δημοσιεύτηκε στο προσωπικό της ιστολόγιο: http://wwwpareisakth.blogspot.gr/  στις 1/3/2017.
Στην εικόνα: "Scream" by Chinwe Chukwuogo-Roy.

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Ελένη Δημητριάδου - Εφραιμίδου, "Τέσσερα ποιήματα"




Φούντα ή φούντο;


Μ’ αρέσουν οι φούντες.
Φούντες στα κουρτινάκια,
φούντες στα καρέ,
φούντες στα φώτα, στα κλειδιά,
στα κινητά, στ ακουστικά,
φουντίτσα ακόμη και στη λέξη μου
την παρατεταμένη.

Αλλά, τι να ’ναι αυτός ο θύσανος;
ανθοφορία σκότους λες;
ή δέσμη από κλωστές
ελεύθερες στο τέλος τους;

Τι συμβολίζει αυτή η φούντα στη ζωή
έτσι που αιωρείται,
ισορροπώντας τις κλωστές,
ευθυγραμμίζοντας την άκρη της,
χορεύοντας αιώνια
σαν μαριονέτα του γιατί;

Την καμαρώνω, αγέρωχη που είναι.
Μεγαλοπρεπής, αμέτοχη,
πρόθυμη σ’ ένα πρόσταγμα δικό μας,

να μείνει εκεί, ελεύθερη
μέσα σ’ αντίθετες ροπές
ή να λυθεί απ’ την κορφή
και να φουντάρει;





Μελό


Άλλος μελό,
άλλος Σαρλώ,
αλλά, όλοι μικρά
αλάνια είμαστε
στο ποίημα.

Λυμένα τα μποτάκια σου
όταν κλοτσάς τις λέξεις.
Κτυπούν κι αυτά στο πρόσωπό μου
όταν μιλάς.
Μου απαγγέλεις και Ρεμπό και Μπρεχτ,
διαβάζεις κι από Μπόρχες
και Μπακούνιν, Ντιντερό,
εντούτοις, πάνω μου, αστράφτει
το μαχαίρι σου
όταν χαμογελάς.

Είτε μελό, είτε Σαρλώ,
μάνα, φωνάζει ο παπαγάλος.

Τελικά, το συμπεραίνω
εισ’ ένας άλλος.
Και τι Μπακούνιν, τι και Ντιντερό,
άλλος εσύ, άλλος εγώ,
για μια επίγεια μπαρούφα
αμφισβητώ.




(Τα ποιήματα «Φούντα ή φούντο;» και «Μελό», δημοσιεύονται για πρώτη φορά).





Τοπίο μάταιο, στιγμή που τελειώνει

                                 Η στιγμή που τελειώνει κρύβει καλά
                                    το μυστικό της στο τέλος.


Ύλη, μην κομπάζεις.
Γνωρίζεις ότι μετατοπίζεσαι
σέρνοντας
άδειο φουστάνι
τη στιγμή.

Ύστερα,
σκορπισμένα μόρια μνήμης
που σπάζει.
Σκόνη,
συναίσθηση ατελής.
Απρόσιτο σύννεφο ουρανού.
Αίσθηση που διαλύεται,
αφαιρεί
νάρκισσο κήπο.

Και μόνο οι λέξεις
ξεπερνούν το μυστικό σου.
Όσο ουρλιάζεις,
αυτές χλευάζουν.
Όσο αφανίζεσαι,
αυτές μένουν.

Στην Ουγκαλαχάμα,
χάνει τη λογική του ο χρόνος.




Από τη συλλογή «Δωριείς και Ξυλοκόποι», εκδ. Γαβριηλίδης, 2014.
(Το ποίημα είναι δημοσιευμένο και στο συλλογικό έργο «Τα ποιήματα του 2014», Κοινωνία των (δε)κάτων, 2016).





Ιφιγένεια εν Ελλάδι


Ο ιερέας ψιθύρισε ξανά:
αυτή η θυσία δεν ήταν αναγκαία.
Ποιος ούριος άνεμος υπακούει
σε σφαγές;

Μήπως και άκουσε κανείς τι είπε η θεά,
αφού επάνω στο βωμό υπήρχε ένα κριάρι;

Τότε η Ιφιγένεια χαμογέλασε,
φασκέλωσε τον μάντη Κάλχα,
η Κλυταιμνήστρα πυροβόλησε με μια ματιά
τον ασεβή και δόλιο Αγαμέμνονα,
ο Ορέστης σκότωσε τη δολοφόνο μάνα του,
κι οι "Θόες"* που μισούν τους ΄Έλληνες
αθώωσαν τον μητροκτόνο Ορέστη.

(Έτσι συμβαίνει φαίνεται σε κάθε διχασμό ή προδοσία.)

Ώσπου εμφανίστηκε με τα σοφά της βέλη
η αιχμηρή Αθηνά
κι όλοι αναρωτήθηκαν:
πώς όλα αλλάζουν πάντα ξαφνικά,
όπως εκείνος ο απρόβλεπτος
και τυχοδιώκτης άνεμος
που λησμονά αυτό που σφάλει
όταν κλαδεύει;



*Θόας, βασιλιάς της Ταυρίδας

Από τη συλλογή, «Δωριείς και Ξυλοκόποι».
(Πρώτη δημοσίευση, biblioteque.gr).

Η φωτογραφία είναι από το αρχείο της ποιήτριας.

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Κώστας Διαμαντής, "Τρία ποιήματα"




~*~

Σαν τον δερβίση χόρευε
Στροβιλιζόταν
σε χορό που έκλεινε
σε εσώτερους κύκλους
και μετά άπλωνε, ανοιγόταν
Γύρω του η αγκαλιά της θάλασσας
πονετικά τον ανέβαζε στον αφρό
κι ύστερα τον έγδερνε στα βράχια
Στον σκοτεινό βυθό της τον τραβούσε
εκεί που αναπαύονταν
τα αγάλματα με τις αρχαίες πληγές
τα σπασμένα κεραμικά
οι αμφορείς με τους οίνους
και τα ιζήματα απ’ τις στάχτες των νεκρών
Έξω, ο ίδιος,
ξυπόλητος περπατά
πάνω στα πυρωμένα απ’ τον ήλιο χαλίκια
Μες από τα μισόκλειστα βλέφαρά του
βλέπει, ονειρεύεται τη στιγμή
που η θύμηση και τα μελλούμενα
θ’ αναληφθούν με τον χορό
στα μαύρα σύννεφα,
γλυκό νερό για να κυλήσουν
στα χείλη του τα διψασμένα





~*~

Μου αρέσει να μπαίνω κάτω απ’ το δέρμα σου
Ν’ ακούω μέσα από τους πόρους σου
τους ήχους του κόσμου
Την θάλασσα ρυθμική σαν την ανάσα σου
Τον αέρα να περνά μες απ’ τα κλαριά
και να μουρμουρίζει παράξενες ιστορίες
Ψαλμούς και γέλια, φωνές
Την ησυχία.
Μ’ αρέσει να κρύβομαι κάτω απ’ το δέρμα σου
σα παιδί κάτω απ’ το τραπέζι
Να ακούω τις πατημασιές σου
πέρα δώθε σαν γυρίζεις
Με το θηλυκό σου βάδισμα
όταν διασχίζεις την γειτονιά
τους ψιθύρους που σε ακολουθούν
Και σαν χαϊδεύεις τους βασιλικούς
ν’ ακούω τον αναστεναγμό τους
Σαν τυφλό κουτάβι να νιώθω τον κόσμο
Να αφουγκράζομαι και να γρυλίζω παιχνιδιάρικα
σε όλους τους άγνωστους ήχους.





~*~

Με γεμάτο το στόμα γυαλιά μιλώ
Ασκήσεις ορθοπονίας
Κι είν’ τα λόγια μου σπασμένα
Με χνούδι μπουκωμένος,
βρύα και χώμα υγρό.
Ξεφλουδίζει το δέρμα μου σαν της σημύδας
λευκό με μαύρα στίγματα.
Τις μυστικές χορδές σου ξαγρυπνώ να ακούσω
να πάλλονται όπως τρίζει το βόρειο σέλας πάνω από τους πάγους.
Για να φωτίζουν οι σκιές
να λάμπουν τα μάτια των αγριμιών που κρύβονται μέσα τους.
Ατέλειωτη λύπη μου και χαρά ανείπωτη
χόρεψε στην παγωμένη νύχτα
Φτερούγισε πάνω απ’ τους σβησμένους κρατήρες των ματιών της
Και με μαχαίρι χάραξέ με
το φαρμάκι να βγει
το αίμα μου να τρέξει
στ’ αυλάκια της σιωπής.
Σαν ξημερώσει
να δω το πέτρινο πρόσωπο της άγνωστης θεάς
που ψηλαφώ μες στα σκοτάδια
με χέρια χάδια
στα χείλη της σημάδια
γέλιου και προσευχής.





Τα ποιήματα του Κώστα Διαμαντή δημοσιεύονται για πρώτη φορά.
Στην εικόνα: Jennifer Vranes, «Love birds».

Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Lord Byron, "Δύο ερωτικά ποιήματα"




Κόρη των Αθηνών, πριν χωριστούμε


Ι.

Κόρη των Αθηνών, πριν χωριστούμε
Δώστε, ω δώστε πίσω την καρδιά μου!
Αλλιώς, μια και το στήθος μου έχει αφήσει,
Κρατήστε την, και πάρτε κι όλα τ’ άλλα!
Τον όρκο μου ακούστε πριν χαθώ,
Ζωή μου, σας αγαπώ.


ΙΙ.

Ομνύω στις πλεξίδες τις λυμένες,
Που του Αιγαίου οι αύρες τις χαϊδεύουν·
Σ’ αυτά τα βλέφαρα που κρόσσια μαύρα
Πρωτανθισμένα μάγουλα φιλούνε·
Στο βλέμμα, σαν δορκάδας αγριωπό,
Ζωή μου, σας αγαπώ.


ΙΙΙ.

Στα χείλη τούτα που λαχτάρησα να νιώσω·
Σε τούτη τη δαχτυλιδένια μέση·
Στα άνθη που φυλάς και μαρτυρούνε
Όσα οι λέξεις μου να πουν δεν στέργουν·
Στον έρωτα τη χαρά τον καημό,
Ζωή μου, σας αγαπώ.


IV.

Κόρη των Αθηνών! Έχω πια φύγει:
Γλυκιά μου, να με σκέφτεστε, όταν μόνη
Κι αν έχω πια σαλπάρει για την Πόλη,
Καρδιά μα και ψυχή κρατά η Αθήνα:
Πώς θα μπορούσα να μη σας ποθώ;
Ζωή μου, σας αγαπώ.


                                                     [Αθήνα, 1810]


(Σημείωση από το βιβλίο)
Το μότο και ο τελευταίος στίχος κάθε στροφής ελληνικά στο πρωτότυπο, με τις δύο πρώτες λέξεις παρατονισμένες: Ζωή μού, σας αγαπώ.





Βαδίζει μες στην ομορφιά


Ι.

Βαδίζει μες στην ομορφιά, όπως η νύχτα
Σ’ ανέφελα τοπία κι έναστρους ουρανούς·
Κι ό,τι καλύτερο απ’ το σκοτάδι και τη λάμψη
Στην όψη της το βλέπεις, στη ματιά της:
Στο τρυφερό αυτό φως έχει ωριμάσει
Που αρνείται ο ουρανός στη φαντασμένη μέρα.


ΙΙ.

Μια σκιά περισσότερη, μια αχτίνα λιγότερη,
Κι ίσως χανόταν η ανώνυμή της χάρη
Που σε κάθε ολόμαυρη πλεξίδα κυματίζει,
Ή φέγγει απαλά στο πρόσωπό της·
Όπου γλυκά οι σκέψεις και γαλήνια μαρτυρούν
Πόσο αγνή, πόσο ακριβή η κατοικία τους.


ΙΙΙ.

Και στο μάγουλο αυτό, και σ’ αυτό πάνω το μέτωπο,
Τόσο απαλό, τόσο ήρεμο, κι όμως εκφραστικό,
Τα χαμόγελα που κερδίζουν, οι τόνοι που αστράφτουν,
Μα που μιλούν για μέρες στην καλοσύνη ξοδεμένες,
Για ένα μυαλό με τα μικρά συμφιλιωμένο,
Για μια καρδιά που άδολα αγαπάει!



Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός




Από το βιβλίο «ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΕΡΩΤΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ - κρατώ την καρδιά σου (την κρατώ μες στην καρδιά σου)» [Εισαγωγή - Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός]. Εκδ. Πατάκη, γ΄ έκδοση, Μάρτιος 2015.

Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Τάκης Βαρβιτσιώτης, "Φύλλα ύπνου"





ΔΙΧΩΣ ΜΟΥΣΙΚΗ


Στα μαραμένα φύλλα
Αιωρείται η εποχή

Ο κήπος είναι γεμάτος κομμένα χέρια

Κλείστε μου την καρδιά
Κλείστε μου τα μάτια

Έχω απαυδήσει να συλλέγω θανάτους

Αλίμονο
Οι παπαρούνες μονάχα
Ξαναβρίσκουν
Το αίμα τους στη χλόη

Οι άνθρωποι πια δε γνωρίζουν τη μουσική

Τα δέντρα εξαφανίστηκαν

Έμεινε μόνο ο ουρανός





ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΟ


Θρυμματίστηκε ο καθρέφτης μου
Και το χαμόγελό μου

Πίσω απ’ τα σύννεφα
Μια λευκή μορφή
Με περιμένει
Μακραίνοντας του χαμογέλιου μου τα θρύμματα

Ύστερα έρχεται το σκοτάδι
Μια αιχμή λαμπερή
Ένα μεγάλο μάτι που αργοπορεί σε κάθε γραμμή
Το κρύο και η αλήθεια

Ένας καπνός που βγαίνει από το στήθος μου





ΦΑΝΤΑΣΜΑΓΟΡΙΑ


Η απίθανη χαρά μας

Ταξιδεύοντας με διαμαντένιο αμάξι
Σε δρόμους εσπερινούς
Που γέννησε το φως

Και το βελούδο
Σιωπηλό

Μες στις βιτρίνες του ύπνου
Δείχνοντας το αίμα του

Αχτίδες ντυμένες χορεύτριες
Ήρθαν να πλύνουν το πένθος
Τους μαύρους κήπους
Όπου κοιμούνται οι πεθαμένοι

Ω τα γαλάζια δροσερά φύλλα
Που κυλούν πάνω στα μάτια μας
Τα τελευταία δάχτυλα της χαραυγής

Σκιές που στάζουν μες στην καρδιά μας





ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ


Στο δάπεδο
Ένα σβησμένο κερί

Του φεγγαριού τα μέταλλα
Πάνω στις στέγες

Νύχτα ενδόμυχη
Σαν κάμαρα κλειστή

Δυο σκονισμένα γάντια κιτρινίζουν
Πίσω απ’ τα τζάμια τ’ ουρανού

Ο θάνατος είναι καθρέφτης

Ποιος είπε πως δε μιλούν οι νεκροί

Μέσα στη σιωπή φυτρώνουν
Τα λόγια τους σαν το χορτάρι

Με κλειστές πόρτες
Με κλειστά παράθυρα

Έρχεται η βροχή





ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

                                                         στον Pierre Reverdy


Πού πρέπει να φύγουμε
Να μη μας βλέπει κανείς

Πού πηγαίνουν οι ταξιδιώτες
Από πού έρχεται η καταιγίδα

Νύχτωσε

Οι κούκλες ξυπνούν
Βγαίνουν απ’ τα κουτιά τους
Καλησπερίζουν
Τα παραθυρόφυλλα φοβήθηκαν
Οι πόρτες κρυφομιλούν

Πώς κατόρθωσα να δρασκελίσω αυτό το κατώφλι
Ποια φωνή με καλεί

Γύψινα μέτωπα
Ωραία κορίτσια
Που γίνατε συντρίμμια

Τα λυπημένα χέρια σας ναυάγησαν στον ουρανό

Του ταξιδιού αχτίδες
Χείλη που ανάβετε μέσα στην κάμαρα
Όπως τα σπίρτα

Ερειπωμένοι τοίχοι σημαδεμένοι με περηφάνια

Καπνοδόχες που αναθρώσκετε μουσική





Από τη συλλογή «Φύλλα ύπνου», (1949).

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Μαρία Κουγιουμτζή, "Όλα μπορούν να συμβούν μ' ένα άγγιγμα"




ΜΕ  ΤΗ  ΓΙΑΓΙΑ


Στη Λένα Αγαθοπούλου
και στον Δαβίδ Μπράβο


ΜΕΡΙΚΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΑ η μαμά με πήγαινε να μένω στο σπίτι της γιαγιάς.
Το σπίτι ήταν πάνω στο λόφο της Τριανδρίας, ακόμα δεν είχε αναπτυχθεί ο συνοικισμός, μερικά σπιτάκια μόνο.
Δεν είχα και πολύ μεγάλη χαρά που πήγαινα στη γιαγιά, γιατί ήταν πάντα μουτρωμένη, διαρκώς θυμωμένη με τον παππού, αν και ο παππούς είχε πεθάνει πριν ακόμα γεννηθώ, δεν τον ήξερα παρά μονάχα από κάτι φωτογραφίες που ήταν πάνω στο τραπέζι στηριγμένες σε ποτήρια νερού, όπου έγερναν μισοξεραμένα τα λουλούδια που έκοβε από την αυλίτσα της.
Στεκόταν συχνά μπροστά σ’ αυτές τις φωτογραφίες, και τον μάλωνε τεντώνοντας το δάχτυλό της. Κάπου κάπου ξεχώριζα: Έπρεπε εγώ να φύγω, για να μάθεις.
Είχε μανία με τη βρωμιά, δηλαδή ήτανε όχι απλώς τσαπατσούλα, αλλά βρωμιάρα του καλού καιρού. Βρε μάνα πάρε και καμιά σκούπα, της γκρίνιαζε η μητέρα μου. Σύρε εσύ που όλα τα ξέρεις και σκούπισε το δάσος, ξεσκόνισε τα φύλλα των δέντρων και τα χωράφια. Άμα ο Θεός ήθελε να σκουπίζουμε, θα φύτρωνε σκούπες, απαντούσε θυμωμένα.
Το συμμάζεμα του σπιτιού το αγνοούσε. Πολλές φορές πάνω στο τραπέζι με τα ποτήρια και τα λουλούδια –που το χρησιμοποιούσαμε και για να φάμε– κυκλοφορούσαν πράσινες και μαύρες ψείρες απ’ αυτά τα λουλούδια και πήγαιναν στο ψωμί, που δεν το σήκωνε μετά το πρωινό, χώρια τα μυρμήγκια κι οι μύγες που βολτάριζαν ανενόχλητα. Μόνο στο κρεβάτι της δεν ανεχόταν βρωμιές. Όταν το βράδυ τής ξέφευγα και, ξεθεωμένη ξεθεωμένη καθώς ήμουν απ’ τα παιχνίδια –τα σπίτια λιγοστά αλλά τα παιδιά πολλά–, χωνόμουνα στο στρώμα αμέσως μετά το τσάι που πίναμε, πασπαλισμένο με μπόλικη κανέλα και ζάχαρη για να μοιάζει με σαλέπι, και μ’ έπαιρνε ο ύπνος στο δευτερόλεπτο, ερχόταν με μια λεκανίτσα κι ένα πατσαβούρι, έβαζε ένα κομμάτι μουσαμά κάτω απ’ τα πόδια μου κι άρχιζε να τα πλένει τρίβοντας ένα ένα τα δάχτυλα. Ύστερα με γύριζε μπρούμυτα και μου ξεβρόμιζε τις γάμπες. Όταν τελείωνε μου έδινε μια ξυλιά στον πισινό και μου ευχόταν όνειρα γλυκά. Στον νεροχύτη κάτω απ’ το μουσλούκι, –δεν υπήρχε τρεχούμενο νερό– τα πιάτα μύριζαν άπλυτα σε στοίβες, το κιλίμι στο πάτωμα γεμάτο λαδιές, η λάμπα καπνισμένη και οι αράχνες κάνανε κούνια όταν άνοιγες την πόρτα κι έμπαινε ο αέρας, αλλά εκείνη κάθε βράδυ γυμνωνόταν ως τη μέση και όχι μόνο πλενόταν αλλά έλουζε και τα μαλλιά της. Έβλεπα την πλαδαρή σαν ζυμάρι πλάτη της, λίγο απ’ τα πετσιασμένα στήθια της κι ένιωθα πως πλένεται για να φύγει από πάνω της εκείνη η μυρωδιά του μπαγιάτικου κορμιού της που ενώνονταν με την μυρωδιά του σπιτιού, σαν μουχλιασμένο ψωμί. Μετά έβαζε ένα μακρύ σώβρακο και μια φανέλα του παππού και, μ’ αυτά για νυχτικό, κοιμόταν. (Όταν ο καιρός ήτανε κρύος, τυλιγόταν μ’ ένα παλιό παλτό του, που σερνόταν πάνω της και πίσω της, και μ’ αυτό σκάλιζε τον κήπο της και τάιζε τις κότες της.)
Γιαγιά, γιατί πάλιωσε τόσο πολύ το σώμα σου; την ρώτησα μια μέρα.
Γιατί μου το τρώει ο χρόνος, όπως θα φάει και το δικό σου, μου είπε απότομα. Κι ύστερα δεν ξέρω τι είδε στα μάτια μου και μαλάκωσε: Μη σκας όμως, είναι πολύ νωρίς για σένα, θα περάσεις πολλά βάσανα για να με φτάσεις.
Τη γιαγιά την έλεγαν Ελισσώ και τον παππού Τριαντάφυλλο.
Ωραία ονόματα έχετε, είπα.
Τι να το κάνεις, τι αξία έχουν τα ονόματα αφού σαν πεθάνεις εσύ και οι δικοί σου δε θα σε ονοματίζει κανείς, θα σε ξεχάσουν όλοι; Κι αυτούς που τους θυμούνται, τους σπουδαίους, τι έγινε; Σάματις εκείνοι το ξέρουν; Κι κείνο τον παπα-Αργύρη… −Παπαδιαμάντη, είπα− εσύ ξέρεις, που μου διάβασες προχτές ένα ωραίο κομμάτι, πολύ χριστιανικό, σοφός άνθρωπος, τι να το κάνεις, αύριο δεν θα θυμάμαι τίποτε απ’ αυτά που έλεγε, αλλά τη σούπα μου τη θυμάμαι πολύ καλά πώς να την κάμω. Αμ πώς για; Έτσι είναι ο άνθρωπος, ’γωιστής, τι νομίζεις, μόνο τα μούτρα του τον νοιάζουνε. Ξέρεις εσύ ματμαζέλ πώς ’λέγαν τον δικό μου παππού και τη γιαγιά; Κι ας είχαν ακόμα πιο ωραία ονόματα. Την γιαγιά μου την ελέγανε Δροσιά και τον παππού μου Αχιλλέα, κι ήτανε όμορφοι και καρπεροί, μα δεν απόμεινε κανένα σπλάχνο τους να τους θυμάται. Ακόμα κι εγώ βλέπω σε μια θαμπάδα το πρόσωπό τους. Γι’ αυτό παίρνουμε τα ονόματά τους, για μια συνέχεια. Σιγά τη συνέχεια… Αυτό κάνει το χώμα, τα καταπίνει όλα, κατάλαβες; Έτσι θα με καταπιεί κι εμένα που μακάρι να κόντευε η ώρα μου. Και να πεις πως χάρηκε κανείς την ζωή του; Του παππού σου τ’ άρεσε να τραγουδά και να γυρίζει στα δάση και στις ερημιές, ν’ ανασαίνει καθαρό αέρα, κι όμως ήτανε αναγκασμένος να ζει σ’ ένα μπουντρούμι, στο σιδεράδικο, να ’χει για εικόνα του όλη μέρα τενεκέδες και σίδερα, αντί για δέντρα και πουλιά. Χαράμι φεύγει η ζωή μας, χαράμι. Άι… πώς θα ’θελα να ’χα γεννηθεί πουλί κι όχι άνθρωπος. Πολλά βάρη φορτώθηκε ο έρμος σ’ αυτή τη ζωή.
Και που ’ναι τα δικά σου βάσανα, γιαγιά, όλη μέρα στον κήπο είσαι, μέσα στα τριαντάφυλλα και στον καθαρό αέρα…
Να σου δώκω μια στο κεφάλι να διεις τα βάσανά μου. Άμα μην κοιτάς τώρα που γέρασα, να διεις τι τράβηξα σαν ήμουν νέα, να μεγαλώσω τη μάνα σου και να χάσω το συχωρεμένο τον αδερφό μου. Τον στείλαμε στο στρατό με τραγούδια και χαρές, τόσο τρελοί ήμασταν, ακούς εκεί, να χαίρεσαι που το παιδί σου θα μάθει να σκοτώνει, μα τον εφέρανε σκοτωμένο. Ξέρεις τι είναι να χώνεις κοτζάμ παλικάρι στο χώμα; Τη μάνα μου την τραβούσανε πέντε νοματαίοι για να μη χωθεί στον λάκκο μαζί του. Άμποτε να μη μάθεις ποτέ τι σόι είναι το βάσανο. Να σκώνεσαι απ’ το σκοτεινό πρωί και να γυρίζεις απ’ τη δουλειά το μαύρο βράδυ. Ακόμα και τα γαϊδούρια καλύτερα ζούσαν, τα ταΐζαμε εμείς, δεν είχαν μετά την κούρασή τους να μαγειρέψουν και να πλύνουν για τέσσερα άτομα. Κατάλαβες; Κατάλαβα να λες. Ακούς εκεί, πού τα βρήκα εγώ τα βάσανα; Απ’ τον μπακάλη τ’ αγόρασα θαρρείς; Ξέρεις τι θα πει να θάψεις τον αδερφό σου και τον άντρα σου; Απ’ τη μια μέρα στην άλλη να μάθεις πως δε θα τους ξαναδείς σ’ αυτόν τον κόσμο; Κι εκειπά στον πόλεμο μου κάψανε και το σπίτι, γι’ αυτό ανέβηκα εδωπά, στις ερημιές.
Ποιοι σ’ το κάψανε γιαγιά;
Τι σημασία έχει για το σπίτι ποιος το ’καψε, εκείνος ή ο άλλος; Το σπίτι κάηκε, πάει. Κόντεψα να γίνω μπουρλότο κι εγώ, να καώ ζωντανή. Κι ύστερις οι Γερμανοί μού δολοφόνησαν τον μπαμπούλη μου και το θειο μου. Ως εκεί απάνω ήταν ο μπαμπάς μου, χα να σ’ έκανε έπεφτες κάτω. Ξέρεις εσύ τι αίσχη είδανε τούτα τα μάτια σ’ αυτή τη ζωή; Αδέρφια ν’ αλληλοσκοτώνονται, κορίτσια να μαγαρίζονται. Καμιά φορά είναι να ντρέπεσαι που είσαι άνθρωπος. Ξέρεις αυτά τα στραβοπόδαρα, στην Κατοχή, τι δρόμους, τι ανηφόρες και κατηφόρες περπατήσανε, μέσα στο λιοπύρι, στη βροχή, στο φονιά τον βαρδάρη; Για μια χουφτίτσα στάρι αλωνίσανε όλα τα γύρω χωριά. Για λίγο λαδάκι ξεπούλησα την προίκα μου. Κατάλευκο λινό τα σεντόνια, κοφτά στο κεφαλάρι, και τα μαξιλάρια ασπροκέντι και αζούρ και ταντέλα του βελονιού. Ακόμα και τα βρακιά μου τα ’χε η μάνα μου ποδογυριάσει με ταντέλα που έπλεξε με τα χεράκια της. Άμα εσείς τώρα πώς να μας καταλάβετε που τα ’χετε όλα στο χέρι, που μασημένα τα βάζετε στο στόμα!... Γι’ αυτό είναι άνοστα, δεν έχουν τη γλύκα του ιδρώτα. Όταν εγώ ζύμωνα πέντε δέκα οκάδες αλεύρι, η μάνα μου μου ’λεγε πως όταν ιδρώσει το πράμα μου τότε θα ’ναι έτοιμο το ζυμάρι. Καλά κάνεις και κατεβάζεις το κεφάλι και ντρέπεσαι, καλά κάνεις, έτσι λέω εγώ.
Εκτός απ’ τη μανία του μπανιαρίσματος, είχε πάθος με τον κηπάκο της. Με το χώμα. Σκάλιζε και πότιζε ώρες, ξεβοτάνιζε, χαϊδολογούσε τα φυτά της, τα μιλούσε, τα έδινε φιλιά, κι όταν σπανίως τα έκοβε, τα έβαζε σαν να τα πετούσε μέσα στα ποτήρια κι έπαυε ν’ ασχολείται άλλο μαζί τους.
Γιατί, γιαγιά, δεν τα μιλάς, δεν τα λες γλυκόλογα, αυτά που κόβεις; ρωτούσα.
Γιατί είναι πονηρόμουτρα, μου απαντούσε, αλλά ποτέ δεν ήξερα τι εννοούσε. Καμιά φορά συμπλήρωνε: Σαν τον παππού σου, που τον πήρε ο διάολος και τον ρούφηξε, Θε’ μου σχώρα με.
Και τότε τα παρατούσε όλα και πήγαινε μπροστά στη φωτογραφία του και μουρμούριζε για ώρα με τεντωμένο το δάχτυλο.
Άλλη μανία της γιαγιάς ήταν να φτιάχνει σούπες, κομπόστες, κρέμες, γιαούρτι, ποτέ της δεν μου ’φτιαξε καμιά πίτα, κανένα κεφτεδάκι. Μεγαλώνοντας, κατάλαβα πως επειδή ήταν φαφούτα δεν έτρωγε παρά μόνο χυλούς. Πάντα της ήταν εγωίστρια, έλεγε η μαμά. Εγωίστρια και σουρτούκα. Όλο τον κόσμο αλώνιζε, μην της έλεγες να κάτσει στο σπίτι.
Ειδικά είχε μανία με το γιαούρτι, που το έφτιαχνε μόνη της με το φρέσκο γάλα, το είχε όχι μόνο για τροφή αλλά και γιατροσόφι. Ακόμα κι όταν είχα πολύ πυρετό, μου το έχωνε στο στόμα με το ζόρι, παρόλο που πολλές φορές το ξερνούσα μεταμορφωμένο σε τυρί. Για διες, έλεγε τότε, ο πυρετός σου το ’βρασε.
Ένα άλλο φάρμακο, που το έδινε όμως με προσοχή και σε σπάνιες περιπτώσεις, ήταν ο χυμός της πικραγγουριάς. Την είχε φυτεμένη σε μια γωνιά του μικρού της κήπου, κι έβγαζε ωραία κίτρινα λουλούδια. Μη τα πειράζεις αυτά, μου έλεγε, είναι δηλητήριο. Διατηρούσε το χυμό από τους βολβούς και τις ρίζες σ’ ένα μικρό μπουκαλάκι κι από κει με το σταγονόμετρο σου ’δινε να ρουφήξεις μια δυο σταγόνες. Κόντευες για μερικά λεπτά να σκάσεις, κοβόταν η ανάσα σου, πρηζόταν η μύτη σου, αλλά τις πιο πολλές φορές θεραπευόσουν. Ήταν ισχυρό αντιφλεγμονώδες.
Εικονίσματα δεν υπήρχαν στο σπίτι της, ούτε κανένα καντήλι να φωτίζει τη νύχτα. Δεν είχα πού να προσευχηθώ −γιατί η μαμά με είχε μάθει κάθε βράδυ να γονατίζω και να λέω την προσευχή μου− και παρ’ όλες τις ενοχές μου πολύ με ευχαριστούσε που είχα απαλλαγεί απ’ αυτό όταν ήμουν στης γιαγιάς.
Γιαγιά γιατί δεν έχεις εικόνα του Χριστού και της Παναγίας, πού προσεύχεσαι;
Την εικόνα τους την έχω μέσα μου κι εκεί τους μαλώνω που μου πήραν τον παππού σου κι εμένα με άφησαν σαν κούτσουρο. Μόνη κι άραχλη. Κάθε μέρα παρακαλάω να με πάρουν, να κάτσω δίπλα στον παππού αλλά αυτοί μου παίζουν τον κουφό.
Ούτε στα μνήματα πας.
Τι να κάμω εκεί; Να μυρίσω τα κόκαλά του; Άμα πάω θα σκάψω το χώμα και θα πλαγιάσω πλάι του.
Αν δεν αυτοκτονούσε −σκασίλα της τι έλεγε και τι δεν έλεγε ο Θεός− ήταν γιατί ο Παντοδύναμος δε θα της επέτρεπε να ξαναδεί τον παππού. Έτσι θα την τιμωρούσε. Ακούς εκεί, τέτοιο κουμάντο!... Κι ας έλεγε πως μας έπλασε ελεύθερους… τι να την κάνω αυτή την ελευθερία αφού θα την πληρώσω πανάκριβα; Ουφ… Μου φαίνεται πως μας έφτιαξε για να παίζει. Τι για!
Ποτέ της δεν με χάιδεψε, δε μου ’πε ένα παραμύθι. Όμως μου τραγουδούσε. Και στο τέλος έσερνε εκείνο το αμάααααν, ώσπου με πιάναν τα κλάματα. Τι να την κάνεις τη ζωή κι αν είναι άλλη τόση, αφού υπάρχει ο θάνατος και το κορμί θα λιώσει. Κι ύστερα μου ’δινε χαϊδευτικά μια στο κεφάλι. Τι κλαις εσύ, βρε χαϊβάνι, εσύ όλους τους έχεις, δεν έχασες κανέναν.
Έχασα τον παππού, είπα θυμωμένη.
Μπρε, μωρ’ τι μας λες, και πότε τον είχες; Αν δεν ήταν στο χαρτί, δε θα ’ξερες τι χρώμα είχαν τα μάτια του.
Μου το λες εσύ, γιαγιά, στη φωτογραφία δε φαίνονται. Πες μου, ήταν καλός;
Τι θα πει καλός και κακός... Ήταν.
Και σ’ αγαπούσε γιαγιά;
Αν μ’ αγαπούσε δε θα μ’ άφηνε, ύστερις αυτά δεν τα ρωτούσαμε, δεν τα λέγαμε, σου λέω ήταν ο αγέρας που ανάσαινα, τι άλλο θέλεις... Τώρα είμαι πνιγμένη, αλλά δεν ψοφάω η σκύλα, που κακό ψόφο να ’χω.
Ήταν όμορφος ο παππούς γιαγιά;.
Για μένα ήταν. Ήταν ο ήλιος μου, ο αγέρας μου. Ήταν η κλίνη μου, η ζέστα μου, τα όνειρατά μου. Μ’ άφησε ένα στραβάδι, δε βλέπω τον κόσμο, δεν τον θέλω. Κι ύστερα έβγαζε φωνή: Πώς το ’κανες αυτό, πώς με μαχαίρωσες χωρίς μαχαίρι, πως γέμισες το στρώμα μου με χώμα; Και μαλλιοτραβιότανε κι άρχιζε τα αμάααααν και τα οοοοοχ.
Όταν η μαμά τραγουδούσε τραγούδια του Αττίκ, η γιαγιά την κορόιδευε, αυτά είναι πιο νερόβραστα κι απ’ τις σούπες μου, έλεγε…
Τα μάτια της γιαγιάς τώρα που είχε γεράσει ήταν σαν δυο πρασινόμαυρες κουτσουλιές, όμως όταν σπάνια γελούσε έβγαζαν χρυσοπράσινες φλογίτσες που απλώνονταν στο πρόσωπό της και το γλύκαιναν. Το αντίθετο γινόταν με το στόμα της. Είχε ξεχειλωμένα παχιά χείλη και, όταν χαμογελούσε, το στόμα της μεγάλωνε υπέρμετρα κι αυτά τα χείλη πλάταιναν κι έμοιαζαν σαν πιάτα που πάνω τους τα ξεδοντιασμένα ούλα της ήταν σαν φτυσμένα κουκούτσια. Ένα χάλι μαύρο. Κι επιπλέον η μύτη της  έσκυβε και μύριζε αυτά τα βρωμοκούκουτσα.
Ρωτούσα τη μαμά γιατί η γιαγιά ήταν τόσο άσχημη. Πώς σου ήρθε; έλεγε ξαφνιασμένη. Η γιαγιά ήταν όμορφη στα νιάτα της παρ’ όλο το μεγάλο στόμα της. Μη βλέπεις τώρα που σούφρωσε, είναι απ’ τα γεράματα.
Ο παππούς ήταν όμορφος μαμά;
Σα να ήταν και σα να μην ήταν. Πάντως ήταν μεγαλόσωμος, λεβέντης, η γιαγιά ανέκαθεν ήταν σαμιαμίδι, μπορούσε ο παππούς να τη σηκώσει με το ένα του δαχτυλάκι. Όμως τον έκαμε ό,τι ήθελε, τον τρέλαινε με τη βρωμιά και τα πλυσίματα της, αλλά τον φρόντιζε σαν μικρό παιδί. Μόλις γύριζε από το σιδεράδικο, του είχε έτοιμο ζεστό νερό −το ζέσταινε πάνω στην γκαζιέρα− και του έπλενε τα πόδια. Να δεις αυτή η βρωμιάρα με τι προσοχή, τι αγάπη, τι τρυφερά, έπιανε τα δάχτυλα και τη φτέρνα και τα καθάριζε χαϊδολογώντας τα κι ύστερα τα σφούγγιζε απαλά όπως σφουγγίζεις το γεννησούδι. Του περνούσε ακόμα και τις κάλτσες. Και κάθε τρεις μέρες τον μπανιάριζε ολόκληρο. Έβαζε τη σκάφη στην κουζίνα, μας απαγόρευε να πατήσουμε μέσα ώσπου να βγουν κι εμείς βλέπαμε το τζάμι της πόρτας να ιδρώνει απ’ τους αχνούς.
Γιαγιά, πώς γνωρίστηκες με τον παππού; Άμα ήταν στα καλά της, μου έλεγε. Α… ο παππούς σου είχε ωραία φωνή, τι λέω, όλοι οι άγγελοι τ’ ουρανού ήταν μέσα στο λαρύγγι του. Ο κόσμος τον τσιγκλούσε  να γίνει τραγουδιστής, αλλά εγώ θύμωνα, πανηγυρτζή δεν σε θέλω του ’λεγα.
Ήταν κι οι δυο αγράμματοι, δεν υπήρχε ίχνος βιβλίου ή περιοδικού στο σπίτι, εμένα όταν μ’ έβλεπε να διαβάζω ξίνιζε τα μούτρα της: Τα γράμματα χάλασαν τον κόσμο, τον έμαθαν να λέει ψέματα, χάθηκε το φιλότιμο.
Δεν τολμούσα να ρωτήσω τη γιαγιά πώς πέθανε ο παππούς, γιατί θα με κυνηγούσε με την παντόφλα. Έτσι ρώτησα την μαμά.
Ποιος θα το πίστευε, μου είπε, δυο μέτρα άντρας και τον έπιασε για τα καλά η φθίση, κι η γιαγιά σου, μια φουσκίτσα που άμα τη φυσούσες θα έσκαγε, δεν κόλλησε τίποτα και ποτέ. Δεν αρρώστησε ποτέ της. Έλεγε πως τη φύλαγε ο χυμός της πικραγγουριάς, με το παραμικρό ρουφούσε κι από μια σταγόνα. Εδώ που τα λέμε, τον παππού μπορεί να τον ξέκανε άθελά της η ίδια η γιαγιά. Τον πότιζε κι αυτόν πικραγγουριά ώσπου τον έσκασε. Νομίζω. Δεν πρόκειται φυσικά να το παραδεχτεί στον αιώνα τον άπαντα.
Μια Παρασκευή που φτάσαμε κι η μαμά ήταν πολύ κουρασμένη, η γιαγιά τής είπε ν’ αφήσει την κούραση για άλλη φορά και να στρωθεί να καθαρίσει το σπίτι. Αύριο, είπε η μάνα μου.
Δεν έχει αύριο, είπε απότομα η γιαγιά, και στραβοπατώντας ξάπλωσε στο κρεβάτι. Τότε είδαμε πως ήταν κατάχλομη, μούσκεμα στον ιδρώτα και βαριανάσαινε. Θες να πάμε στο γιατρό; είπε ανήσυχη η μαμά. Δεν θα ’σαι στα καλά σου, είπε η γιαγιά, εγώ πεθαίνω κι εσύ πας να με χαντακώσεις; Άρχισε την πάστρα μη μας βρουν οι φίλοι σου σαν να ’μαστε τίποτις ακαμάτισσες και προσβαλθείς, άντε, κουνήσου. Παρ’ όλα αυτά, ρούφηξε δυο σταγόνες πικραγγουριάς. Κόντεψε να μείνει απ’ το βήχα, αλλά τελικά την πήρε ο ύπνος. Όταν κάποτε η μαμά συμμάζεψε κάπως το σπίτι, έπεσε ψόφια στο ντιβάνι.
Κατά τα ξημερώματα, εγώ και η μαμά κοιμόμασταν του καλού καιρού όταν η γιαγιά έβγαλε μια φωνή. Κοιμάστε μωρέ, ξυπνήστε, για ζώο με περάσατε, μη μ’ αφήνετε μόνη όπως τον Χριστό στο όρος. Η μαμά σηκώθηκε και πλάγιασε πλάι της αλλά η γιαγιά την έσπρωξε. Κάθισε στην καρέκλα, της είπε. Δεν άφησε ούτε να της πιάσει το χέρι. Τα ματάκια της την κοίταζαν και δεν την κοίταζαν. Εγώ ξανακοιμήθηκα. Και μόλις χάραξε, η γιαγιά έφυγε ν’ ανταμώσει τον παππού. Ένα γλυκό χαμόγελο ήταν απλωμένο στο πρόσωπό της.







Από τη συλλογή διηγημάτων «Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα». Εκδόσεις Καστανιώτη, 2016.