Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Γιώργος Ν. Σιώμος, "Οι λαθρομετανάστες"




Οι λαθρομετανάστες


Εκεί, στα ψηλά, δίπλα από την αστυνομία, κοντά στο διοικητήριο και το γυμνάσιο, απέναντι από το βενζινάδικο, πέντε μέτρα από το άγαλμα του Καπετάν Γαρέφη, καμάρωναν μεγαλοπρεπείς δυο πελαργοί. Στον υποσταθμό με τις δυο ψηλές κολόνες κι ένα σωρό ηλεκτροφόρα σύρματα όπου παραμόνευε ο θάνατος. Άγνοια κινδύνου; Περιφρόνηση; Αγέρωχοι. Ανέμελοι. Μακάριοι. Βούδες.
Άνοιγαν τα πελώρια φτερά τους κι όταν ακουμπούσαν έστω και για λίγο στα σύρματα, εκτός από τη ζημιά που έκαναν στον εαυτό τους, προκαλούσαν βραχυκύκλωμα και διακοπή του ρεύματος. Έτρεχαν τότε οι εναερίτες. Κάθε άνοιξη ατελείωτα επικίνδυνα πετάγματα πελαργών κι άλλες τόσες βλάβες. Κι όλο το καλοκαίρι.

Ο αρσενικός κουβαλούσε τα υλικά για να φτιάξουν τη φωλιά τους. Ξυλαράκια, λάσπη, κουρέλια και ό,τι άλλο χρειαζόταν. Η πελαργίνα αναλάμβανε την κατασκευή του σπιτιού. Συνεννοούνταν με τα ράμφη τους.
Πακ πακ τα χτυπούσαν: έφερα τα υλικά, χτίσε τώρα εσύ. Πακ πακ: χτίζω, κουβάλα κι άλλα ξυλαράκια , η λάσπη δεν φτάνει, γρήγορα, όπου να ’ναι θα γεννήσω το αυγό μου.
Τη στιγμή που τέντωνε το λαιμό της η πελαργίνα για να πιάσει με το ράμφος ακόμα ένα ξυλαράκι, έχασε την ισορροπία της και τη βρήκαν με τα φτερά της καμένα να ακουμπά στα δυο σύρματα των είκοσι χιλιάδων βολτ. Το κορμί της άψυχο πάνω στις τραβέρσες και το ράμφος της ανοιχτό για το μοιραίο ξυλαράκι. Τα μάτια της κοιτούσαν απορημένα, χαμηλά προς τη μεριά του αρσενικού που έφερνε τα υλικά.
Ο εναερίτης Τάκης Πέτσικος που την κατέβασε είπε ότι το μισό αυγό φαινόταν. Δεν πρόλαβε να γεννήσει. «Ωστόσο», συνέχισε, «σαν πρόχειρη λύση να βάλουμε πηχάκια για να μην μπορούν να κάτσουν οι πελαργοί. Θα μας ταράξουν στις βλάβες».
Ανέβηκε ο ίδιος στην κορυφή, κάρφωσε τα πηχάκια, αλλά ο αρσενικός, χήρος πια, όλο το καλοκαίρι ως τον Οκτώβρη που έφυγε, καθόταν πάνω σε αυτά με το ένα πόδι, καμάρωνε, μπορεί και να έκλαιγε, επιβλητικός όμως πάντα και περήφανος. Με το βάρος του τα πίεζε, τα οριζοντίωνε κι αχρηστεύονταν. Συνέχισε όμως να φέρνει τα υλικά και να χτίζει τη φωλιά μόνος του από την αρχή, χωρίς πακ πακ κι αγαπούλες.
«Μπορεί να βρει καμιά άλλη πελαργίνα ή να ετοιμάζει τη φωλιά για την επόμενη χρονιά. Πρέπει να βρούμε λύση, να διώξουμε μια και καλή τους λαθρομετανάστες και να απαλλαγούμε από αυτούς οριστικά», είπε ο Πέτσικος.
Έδωσε το σχέδιο στους σιδεράδες κι έφτιαξαν μια μεταλλική κατασκευή που έμοιαζε με βαθύ ταψί. Στη βάση του είχε κάτι ρουλεμάν που έβγαζαν έναν ενοχλητικό θόρυβο ώστε να μην μπορεί να καθίσει ο πελαργός. Να τσακιστεί να φύγει.
Όμως το αγέρωχο πουλί δεν έκανε του κόσμου τα χιλιόμετρα για να το εμποδίσουμε εμείς να γεννήσει τα μικρά του. Πήγε στον παραδίπλα στύλο. Δεν πειράζει, θα σκέφτηκε, είναι χαμηλότερα, αλλά τι να κάνουμε; ας βολευτούμε.

Οι βλάβες συνεχίζονταν, ο Πέτσικος με τους υπόλοιπους εναερίτες δεν έπαψαν να τρέχουν και το σχέδιο με τα ρουλεμάν πήγε περίπατο.
Τα χρόνια περνούσαν, τα κορμιά των πελαργών έπεφταν βροχή από την ηλεκτροπληξία, ο Πέτσικος με τους υπόλοιπους εναερίτες συνέχιζαν να τρέχουν κι όπως όλα αργά και βασανιστικά αλλάζουν, άλλαξε και ο τρόπος που έβλεπαν οι άνθρωποι τα πράγματα. Οπότε, ένα ωραίο πρωί, ο Πέτσικος που στο μεταξύ μελετούσε τη ζωή των πελαργών, σκέφτηκε: Πόσα κορμιά πελαργών έπεσαν στη θάλασσα; Πόσες δεκαετίες ή αιώνες χρειάστηκαν για να μπει στα κύτταρα του προγραμματισμού τους ότι δεν πρέπει να ταξιδεύουν πάνω από τη θάλασσα; Πώς αυτό το ξέρουν και δεν καταλαβαίνουν ότι πάνω στα σύρματα κινδυνεύουν όσο και στη θάλασσα; Θα τους κυνηγάμε αιώνες μέχρι να μπει στα κύτταρα του προγραμματισμού τους και ο κίνδυνος της ηλεκτροπληξίας;

Ρε σεις, είπε τότε, γιατί να διώχνουμε τους πελαργούς από τους στύλους, που έρχονται από τόσο μακριά για να γεννήσουν τα μικρά τους, τρώνε έναν σκασμό ενοχλητικά έντομα, φίδια, ποντίκια, σαύρες, ακρίδες, ομορφαίνουν και την περιοχή; Φέρνουν μια ηρεμία, μια αρχοντιά.
Έβγαλαν τα ρουλεμάν από την μεταλλική κατασκευή, την στερέωσαν με έναν βραχίονα μισό μέτρο πάνω από τις τραβέρσες και την κορυφή του στύλου, για να μπορεί να καθίσει το πουλί με ασφάλεια. Από τότε το ζεύγος των πελαργών −αν είναι ο παλιός αρσενικός ή άλλος δεν ξέρω να σας πω− βρίσκει τη φωλιά του έτοιμη την άνοιξη, βουλώνει καμιά τρύπα μόνο με δυο τρία ξυλαράκια ήρεμα κι ωραία, γεννάει τα αυγά του, τα κλωσάνε εναλλάξ, ταΐζουν τα πελαργάκια τους, τα μεγαλώνουν και δυο βδομάδες πριν μεταναστεύσουν οι ίδιοι, τα στέλνουν νωρίτερα με τα άλλα μικρά των ανατολικών χωρών της Ευρώπης να περάσουν τον Βόσπορο και μέσω της Μικράς Ασίας να πάνε να ξεχειμωνιάσουν στα θερμά κλίματα της Αφρικής.

Μετά δυο βδομάδες, χτυπούσαν τα ράμφη τους όλοι οι πελαργοί της περιοχής, σημάδι ότι «ήρθε ο καιρός να φύγουμε». Τους έβλεπε να συγκεντρώνονται πετώντας χαμηλά, να ανεβαίνουν επάνω, να κινούνται πέρα δώθε χτυπώντας τα ράμφη τους, να ανεβαίνουν πιο ψηλά, κι όταν πια βρήκαν το ρεύμα του αέρα που θα τους πάει με τον λιγότερο κόπο στο μακρύ ταξίδι, μπήκαν σε σχηματισμό, με ανοιγμένα και ακίνητα τα φτερά τους. Έβγαλε το μαντίλι ο Πέτσικος να τους χαιρετίσει. Σκούπισε κι ένα δάκρυ.
«Του χρόνου την άνοιξη η φωλιά τους θα είναι πάλι εδώ και θα τους περιμένει», σκέφτηκε.

Έφυγαν οι πελαργοί, αλλά οι φωλιές τους έμειναν. Ένα ξυλαράκι της φωλιάς γλίστρησε πάνω στα σύρματα μια νύχτα του Νοέμβρη. Τυλίχτηκε με ένα κομμάτι νάιλον από αυτά που σκεπάζουν τα καπνά. Ψιλόβρεχε. Είχε κι αέρα. Τα φώτα της γειτονιάς χαμήλωσαν. Τα τηλέφωνα της βάρδιας κουδούνιζαν. Γιατί κόψατε το ρεύμα τέτοια ώρα; Θα σαπίσουν τα κρέατα στο ψυγείο, έλεγε ο χασάπης. Θα πετάξω τα ζυμάρια, φώναζε ο φούρναρης. Ο Πέτσικος φόρτωσε στο Λαντ Ρόβερ τη ζώνη, το κράνος και τα πέδιλά του. «Θα ανέβω κι ας βρέχει κι ας φυσάει». Από τον ίδιο στύλο που είχε κατεβάσει αυτός την πελαργίνα κατέβασαν τον Πέτσικο. Είχε ανέβει στον στύλο με τον φακό στο μέτωπο. Έσπρωξε με το κοντάρι του το ξυλαράκι. Εκείνο δεν έπεφτε. Είχε σφηνώσει η μία άκρη του ανάμεσα στη βίδα και στη ροδέλα και δεν έλεγε να βγει. Το νάιλον πετάριζε στον αέρα και δυσκόλευε την όρασή του. Επέμενε εφτά κι οχτώ κι εννιά φορές. Στη δέκατη, μια φλόγα σε σχήμα τόξου τον τύφλωσε κι ένας δυνατός κρότος ακούστηκε. Έκανε πίσω το κορμί του ενστικτωδώς. Έβγαλε μια στριγκλιά ανθρώπου που βλέπει το τέλος να έρχεται καταπάνω του. Κρατήθηκε με το δεξί του χέρι από ένα συρματόσχοινο. Φωτιές και καπνοί βγήκαν από τις φτέρνες του. Έσπασε η μέση του στα δυο. Έφτασε το κεφάλι του στις φτέρνες.
Απ’ το νοσοκομείο στη νεκροφόρα και από εκεί στα κυπαρίσσια. Αυτή ήταν η ιστορία του εναερίτη Τάκη Πέτσικου που ανεβοκατέβαινε στους στύλους όπως ο σκίουρος στα πεύκα και είχε αγαπήσει πολύ τους πελαργούς.



Γιώργος Ν. Σιώμος
22/3/2017



Το διήγημα του Γιώργου Ν. Σιώμου, "Οι λαθρομετανάστες", δημοσιεύεται για πρώτη φορά.
Πηγή φωτογραφίας:
http://www.larissanet.gr/2015/04/06/pelargoi-sti-larisa-video/

Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Γεωργία Τριανταφυλλίδου, "Δανεικά αγύριστα"




ΕΞ ΑΙΜΑΤΟΣ


Φιλημένοι ύστερα από παρακάλια.
Ικέτες χωρίς γόνατα να προσπέσουν.
Πεσμένοι στην άσφαλτο και πάλι ριγμένοι
στο ανασήκωμα.
Αποκρουστικοί που έγιναν άνθρωποι ως αποκρουσμένοι.
Άυπνοι που επιμηκύνονται δίχως προοπτική αυγής.
Γείτονες στη γειτονιά με τα τελευταία σπίτια.
Κάποιοι ωραίοι που δεν το έμαθαν.
Όσοι δεν έχουν καμιά περιέργεια για τη γνώση.
Φύλακες των παραπηγμάτων ενός πανηγυριού.
Σκασμένοι στα γέλια μπρος στην πένθιμη μεγαλοπρέπεια
      μιας κηδείας.
Ολοένα περισσότερο απλοί, ανίκανοι να αυτοεπιβεβαιωθούν.
Συλλέκτες Ρώσων κλασικών, απάντων δερματόδετων.
Εκείνοι που για έρωτα μάς άφησαν το αστρικό τους σώμα
      πια.
Κι όλοι εκείνοι που αντίκρισαν στα μάτια τους μπροστά
τα όνειρά τους να πέφτουν στο τηγάνι
έχουν μια μυρωδιά απ’ τον παλιό πατέρα μου.





EΓΩ ΚΑΝΩ Ο,ΤΙ ΣΟΥ ΛΕΕΙ


Τα βράδια φτάνουν ανυπόμονα
και τα σκοτάδια με τη μία
μα τα φιλιά σιγούν αγνώμονα
βραδιάζει αφίλητη η ανομία
της αγκαλιάς μες στο σκοτάδι
(Εκείνος είπε: ΕΙΝΑΙ ΔΙΓΑΜΙΑ).

Και τα στενά μένουν αδιάβατα
βιτσιές ο άνεμος όπου να πας
–παλιά μηνύματα φέγγουν αδιάβαστα–
αν δεν σε φύσηξε κι αν δεν φυσάς
λίγη πνοή μέσα στο στήθος του
(Εκείνος είπε: NA AΓΑΠΑΣ).

Τα χέρια δείχνουν σαν ανήξερα
πάνω σε χείλια που δεν γεύεσαι
και οι ματιές περνούν αντίπερα
μία απλώνεις, δέκα μαζεύεσαι
μες στα σκεπάσματα στριφογυρνάς
(Εκείνος είπε: KAI NA ONEIΡΕΥΕΣΑΙ).





ΔΑΝΕΙΚΗ


                                                  (Με μιαν ωραία αλχημεία, Λιλή, αναζούμε!)
                     ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ, «Ο χορός των βακίλλων του Κοχ»


Η προσφορά ήταν θωπευτική.

Άγνωστες μεταξύ μας
και τ’ αεράκι εχθρικό ερχόταν απ’ τη θάλασσα.
Οι άντρες μιλούσαν ατελείωτα.
Πάντα μιλούν
κυρίως όταν έχουν τελειωμό τα ειπωμένα.
Η χαριτωμένη οικειότητα της γενέθλιας πόλης,
η αφελής οργάνωση της αισθηματικής ζωής:
όσους μας αγαπούν, τους αγαπούμε
και για τους άλλους καίει κατακόρυφα ο πυρετός των τύψεων,
μα πάνω απ’ όλα
το αεράκι που ερχόταν εχθρικό από τη θάλασσα
έκανε την αθώα προσφορά τόσο θωπευτική.
Ήτανε μια φορά μια σάρπα δανεική
από μιαν άγνωστη γυναίκα;
Όχι, δεν θα το άφηνε να πάει χαράμι
το ιαματικό απόθεμα της νύχτας
της νύχτας τις αρσενικές ηχητικές πηγές
κι εκείνη την ευγενική αλλοίωση κάθε τυχαίου.

Νύχτωσε. Κυρία, ξέρετε, πάλι κρυώνω.
Και μόνο τώρα νιώθω στο πετσί μου
γιατί όλα τα δανεικά πάνω στη γη
πρέπει να μένουν εξαρχής αγύριστα.





Από τη συλλογή «Δανεικά αγύριστα», εκδ. Κίχλη, 2017.

Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

Γιάννης Βαρβέρης, "Εν φαντασία και λόγω"





ΕΝΟΧΉ


Πόσο κίτρινος είναι ο ήλιος
που μας κοροϊδεύει.
Πόσο ιδανικοί εμείς αναλύοντας
τις ακτίνες του.
Πόσο επαίσχυντα ωραίοι
όταν τραβάμε το σύρτη.
Και μένουμε άφωτοι
ο ένας απέναντι στον άλλον.





Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ

                                                      Ο θάνατος υπάρχει. Είναι ο μεγάλος πατέρας
                                                      που μας φύτεψε στη μήτρα της ανυπαρξίας.

                                                                                         Γ. Θ. Βαφόπουλος


Διακρίνω στο νερό τροχισμένα χαλίκια τα μάτια μας
σπόνδυλους του θανάτου που μεγαλώνει μέσα στους νεκρούς.

Δρέψτε κάθε καρπό:
Το αίμα της καρδιάς του αγαπημένου φίλου
τους ασίγαστους έρωτες
μ’ ένα σουγιά ξεφλουδίστε
τα σπίτια σας και τα παιδιά σας.

Αφού πεθαίνουμε από θάνατο φυσικό
η μέτρηση των ημερών μας
ανήκει στους νεκρούς
με τ’ ανύποπτα συναισθήματα.

Είναι στο χέρι των νεκρών
κάθε απόφαση
κάθε προμελέτη
πηγάζει από το μίσος τους
κι ενσωματώνεται στην ανάμνηση
της κάθε μέρας.

Δρέψτε κάθε καρπό
κι ας μην ωρίμασε ακόμη σε θάνατο·
γιατί στάθηκε πάντα αμφίβολη
η νεκροψία της ποίησης.





Η ΘΑΛΑΣΣΑ


Ζω σ’ ένα δωμάτιο
γεμάτο πίνακες ζωγραφικής
που απεικονίζουν
θάλασσες.
Τη νύχτα νιώθω να με απορροφούν
μια δίνη πράσινη
ίσια στη νεκρή καρδιά τους
σαν μαχαίρι.

Ενδοιασμούς όμως η θάλασσα δεν έχει·
κι εγώ δεν πάσχω από υποψίες.





Η ΑΛΧΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ


Οι θλίψεις πρέπει να σιωπούν
όταν σταλάζει μέσα μας ο βαρύς όρκος.
Η πορεία προς τους ξένους κοιτώνες
είναι καθήκον των ψυχών
στο μικρό τους θάνατο.
Ώρα την ώρα
αλλοιώνονται τα πρόσωπα
τα μέλη αφυδατώνονται
προβάλλονται στο επίπεδο του απείρου
κι επιστρέφουν τιμωροί θεοί
με τη δικαιοσύνη
και τη μοναξιά.





ΑΝΗΚΩ


Στις άκρες των πλήκτρων μου
φύτρωσαν νεκροί και τραυματίες.
Ονειρεύονται τ’ όνειρό μου
διαδίδουν την ύφανσή του
την όρχησή του την επιθανάτια.
Μύθος οι αλέκτορες κι οι υποκρούσεις.

Ανήκω στο συνδικάτο των τύψεων.





Από τη συλλογή «Εν φαντασία και λόγω», (1975), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Γιάννης Βαρβέρης - Ποιήματα, Τόμος Α΄, 1975-1996», εκδ. Κέδρος. (Γ΄ έκδοση, 2008).

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Γιάννης Στρούμπας, "Γραφείο ενικού τουρισμού"





ΜΠΑΛΑ ΜΟΥ ΠΕΛΑΓΙΣΙΑ


Κείνη τη μπάλα που παιδί
μου κλέψανε ο αέρας και το κύμα
λικνίζοντάς την πέρα μέσα
στου πελάγου το βαθύ, το σκούρο ρίγος,
Τη βρήκα τελικά προχτές
στης μνήμης τ’ αρχιπέλαγος.




ΠΛΑΪ ΣΤΟ ΚΥΜΑ


Κύμα πλάι στα πεύκα.
Πεύκα πλάι στον δρόμο.
Δρόμος πλάι στο βουνό.
Βουνό πλάι στα σύννεφα.
Σύννεφα πλάι στον ήλιο.
Ήλιος πλάι στα κορίτσια.
Κορίτσια πλάι σε μένα.
Εγώ πλάι στο κύμα.

Καυτό κύμα δροσιάς.




ΤΣΟΥΧΤΡΑ


Μόλις τη βγάλαν στην ακτή με την απόχη.
Τεράστια σαν ταψί,
γαλάζια και λευκή.
Αν και τεμαχισμένη πια
ριγώ και μόνο στη θωριά της.

Όπως αρμόζει άλλωστε
σε μία γαλανόλευκη.




ΨΥΓΕΙΟ ΠΑΓΟΥ


Μαμά,
συνέβη κάτι αλλόκοτο
την ώρα που κολύμπαγες.
Κει που ’παιζα
μπροστά στ’ αντίσκηνό μας
με την άμμο
πλησίασε κουτσαίνοντας
κυρία με ψάθινο καπέλο
και μου ζήτησε νερό.
Άνοιξα το βρυσάκι απ’ το ψυγείο
και της πρόσφερα
του πάγου το νεράκι.
− Γιατί κουτσαίνετε, κυρία;
τη ρώτησα.
− Μόλις βγήκα απ’ τον γύψο
μου εξήγησε.
Σήκωσε το ποτήρι
κι άρχισε να πίνει
Κι όπως ρουφούσε λαίμαργα
έκπληκτος την είδα να γερνά
σαν κουρελιάρα, σαν ζητιάνα
δίχως σπίτι και δουλειά
λες και σαράντα χρόνια
πλακώσαν την καμπούρα της.
Νερά χυθήκαν τότε
απ’ τη μασέλα της
Κι έμειναν σταλακτίτες παγωμένοι
στο πηγούνι της.
− Από τον γύψο στον πάγο
ψέλλισε μυστηριωδώς.
Κι εξαφανίστηκε
αποκεί που ’ρθε.





Από τη συλλογή «Γραφείο ενικού τουρισμού», εκδ. Καλλιγράφος, 2016

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Ειρήνη Παραδεισανού, "Δύο ποιήματα"


Φωτογραφία: Κώστας Αντωνιάδης 


Δεν έχω πια φωνή να μιλώ


δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
...

( Δεν έχω πια φωνή να μιλώ.
Το στόμα μου γίνηκε μια λίμνη χώμα.
Σαλεύει ορθάνοιχτο
στο μαύρο
και μια σμέρνα μου τρώει τη γλώσσα.
Δεν έχω πια σάλιο να φτύσω.
Ξερό το χώμα που μασώ
κι έγινε πέτρα
βυθισμένη στην άμμο του κρανίου
που κραδαίνει εμπρός μου
ο Άμλετ. )





Ποιητική


Κάποτε θα καταφέρω να μιλήσω
για το κομμάτι σίδερο
που χω καρφωμένο στα σπλάχνα
για το μέταλλο που σπρώχνει το μεδούλι
στις δυο χαράδρες
δεξιά κι αριστερά στους κροτάφους
και δεν αφήνει τα μάτια να δουν τίποτα
πέρα απ’ το βουνό της άγριας λαχτάρας.

Μέχρι τότε
ας αρκούμαι σε ασκήσεις ύφους
που μύωπες οι ειδήμονες
θα βαφτίζουν ποιήματα.

Ω είναι ωραίο να σε λένε ποιήτρια.

Είναι κι αυτό μια δίκαιη ανταλλαγή.
Δίνεις τα σπλάχνα σου, παίρνεις τον τίτλο.

Ανόητοι εσείς που θαρρούσατε πως θα γελάσετε το αίμα.

Μη μου δίνετε πια συγχαρητήρια.

Μονάχα πάρτε το καρφί απ’ τα μάτια μου.

Κι αν δεν μπορείτε,
έστω
σταθείτε από κάτω
και
βαστάξτε τα καυτά πετράδια που μου καίνε τη γλώσσα.




Ειρήνη Παραδεισανού


Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Ορέστης Αλεξάκης, "Η λάμψη"





1.  Αυτοσύσταση


Με λένε Ορέστη μα στη λέξη
μη σταθείς

Παρακαλώ προσπάθησε
πίσω απ’ τη λέξη
να δεις τη νύχτα του χιονιού
και του αγριμιού
το μάταιο μες στην ερημιά
ν’ ακούσεις κλάμα





6.  Νύχτα


Με τρομάζουν οι μνήμες
περπατάνε
με βήματα ηχηρά πάνω στη στέγη





10.  Πρόσφυγες


Διωγμένοι από την όμορφη πατρίδα
τώρα στους δρόμους των γυμνών ωρών

νομάδες ουρανών

αλιείς άστρων

εμείς
οι δόλιοι πρόσφυγες
του απάνω κόσμου





11.  Δεκαπεντασύλλαβος


Μεγάλα μάτια του Θεού
που ξαγρυπνάτε εντός μου

φοβάμαι να καθρεφτιστώ
στα σκοτεινά νερά σας

μη γίνω αγέρας και χαθώ
μη γίνω φως και σβήσω





12.  Κι ο ποιητής…


… αδέσποτο σκυλί που μάταια ψάχνει
στο θεϊκό δοχείο απορριμμάτων





16.  Έκπληξη


Κι έτσι ακουμπώντας στο προσκέφαλό σου
στης ρέμβης σου το λίκνισμα αφημένος
μπήκα μέσα στο ίδιο τ’ όνειρό σου
είδα το φως σου
κι ό,τι
μέσα στο φως σου ανθίζει

Τη φοβερή απροσδόκητη ομορφιά σου
την κλειδωμένη ερμητικά στο σώμα

Σαν καταθαμπωμένος τυμβωρύχος





23.  Απειλή


Και πάλι ρόδινοι νυγμοί
στην άδεια νύχτα

σταγόνες μνήμης
στην τυφλή σπηλιά μου

ένα πουλί από φως στο μαύρο φόντο
ρίγη κελαηδισμού

φ ο β ά μ α ι   π ά λ ι





Από τη συλλογή «Η λάμψη» (1983), που περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση «Ορέστης Αλεξάκης - Ποίηση (1960 - 2009)», εκδ. Γαβριηλίδης 2011.

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Αλέξανδρος Μαυρογένης, "Δύο ποιήματα"





Στο μικρό καφενείο


Αντάμωσαν στο μικρό καφενείο δίπλα στη λίμνη
Τάραξαν τα νερά με γέλια και φωνές
Τι και αν το γαλάζιο καράβι μένει καθηλωμένο.
Δεσμεύτηκαν να εμπιστευτούν το αψήφιστο κύμα
Τους είπε πως κανένας βράχος δεν θα το συντρίψει


Ταξίδεψαν με το τρένο των αναμνήσεων
Μίλησαν για τον ήλιο που πρόδωσε το καλοκαίρι
Αναρωτήθηκαν ποια δύσβατα μονοπάτια τους προσμένουν
Το αλέγκρο τους βλέμμα όμως δεν ξεθώριασε

Ήπιαν το κρασί που έπιναν από παιδιά, εκείνο που πάντα τους έδενε.
Χάρη σε αυτό δεν γνώρισαν ποτέ την εξορία ενός έρημου κάστρου





Το βλέμμα σου


Δανείστηκα το βλέμμα σου και συνάντησα ένα περιστέρι,
 να χωρά στα φτερά του κάθε πληγωμένο στρατιώτη
Είδα την ελευθερία να δυσανασχετεί δίπλα στην τελεία
 και να προτιμά την συντροφιά του ερωτηματικού
Τη μνήμη των ηρώων να αντιστέκεται στη λήθη,
 σαν κερί που αρνείται να λιώσει
Τον ήλιο μιας παιδικής ζωγραφιάς,
 να πλημμυρίζει με φως ένα αναμορφωτήριο.
Τη στοργή να ανασαίνει μέσα στον πνιγηρό αέρα
 της παράνοιας και του εφιάλτη
Έναν ξένο να εξομολογείται χωρίς αναστολές
 τις εμπειρίες της περιπλάνησής του
Το απεχθές να μεταμορφώνεται σε λυρισμό
 στα χέρια ενός μάστορα των λέξεων
Το ουδέτερο να απομακρύνεται
 από το σφιχταγκάλιασμα του μηδενός
Ένα σοφό γέροντα να σκορπά δεκαετίες στη θάλασσα,
 για να κατακτήσει την ανεμελιά
Τον παφλασμό των κυμάτων γλυκό σκοπό να αποκτά,
 σαν νανουρίζει μια αγέννητη ζωή
Τη λάμψη του διαμαντιού που γέννησε η φαντασία ενός κοριτσιού,
 να με θαμπώνει
Τα παρθενικά φιλιά να ποτίζουν τον τελευταίο κήπο του Χαλεπιού
Την ειρήνη αποφασισμένη να χτίσει ξανά,
 ότι γκρέμισε ο πόλεμος
Με τη χρυσαφένια σου ματιά αγόρασα την πολύτιμη δική μου Ρώμη
Τον Ρουβίκωνα διέσχισα χωρίς αμφιβολία.




Αλέξανδρος Μαυρογένης




Τα ποιήματα του Αλέξανδρου Μαυρογένη δημοσιεύονται για πρώτη φορά.
Στην εικόνα: Vincent van Gogh, «The Night Cafe», (1888).

Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Βασίλης Δασκαλάκης, "Παράλληλη μνήμη"




ΑΠΟΧΡΩΣΕΣ ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ


έβαψε το χείλι της πράσινο
το νύχι μαύρο
και τώρα θαυμάζει
τους πρώην
και τους έποικους εραστές της

προς μνήμη και συμμόρφωση
ακρωτηριάζει τον κάθε πέμπτο φιλήδονο

και με τα οστά των άκρων
σχηματίζει τέμπλα

μια νέα Πομπηία του έρωτα





ΥΛΟΤΟΜΙΑ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ


τόσο πολύ σ’ αγάπησα
που σε περιφέρω
σαν επιτάφιο

τόσο μου λείπεις που θαρρώ
πως άνοιξη δεν θα ’ρθει

ούτε φύλλο δεν ράγισε
ούτε ανάσα ακούστηκε
μόνο η ομορφιά κύλησε
δάκρυ διαμάντι

κι ο θρίαμβος;

μια νύχτα, οι νεωκόροι των εκκλησιών
θα σαβανώσουν και τις τελευταίες ελπίδες
και ο αόμματος αρχαιοφύλακας θ’ αποδράσει
μ’ ένα αντίγραφο της απτέρου νίκης





ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΜΝΗΜΗ


εν τοις όρεσι και ταις διαβάθραις των κλεισουρών

ο γενέθλιος τόπος μου
μια λιτή εικόνα
μη ρέον ύδωρ
άγρια τοποθεσία
απόκρημνα φαράγγια
άδενδροι βράχοι
δεν επροίκισεν το Βυζάντιο
με πρίγκιπες, αυλικούς, στρατηγούς
επιφανείς κληρικούς

ο κόσμος που γαλουχήθηκα περίκλειστος
μόνη διέξοδος η θάλασσα
το πνεύμα παγιδευμένο
η μνήμη στο αίμα
τα τροπάρια στα γονίδια
το φως στο σκοτάδι και στον φόβο
η ομοθυμία στο πέραν
οι ενιαυτοί στο παρόν

η ψυχή μου πορεύεται σε νέους τόπους

βηματιστής στη σκουριά των ημερών
αναλήφθηκα
ως αιχμή καπνού
στη φιλόξενη γη των Μακεδόνων





Από τη συλλογή «Παράλληλη μνήμη», Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2017



Πρόσκληση

Η ποιητική συλλογή του Βασίλη Δασκαλάκη,
«Παράλληλη μνήμη», Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2017,
παρουσιάζεται την Κυριακή 14/5/2017
στις 3 μ.μ.
στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης,
αίθουσα ΕΙΠ (περίπτερο 15).

Για το βιβλίο θα μιλήσουν
ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου, ποιητής
η Γεωργία Τριανταφυλλίδου, ποιήτρια
και ο συγγραφέας.
Την εκδήλωση συντονίζει ο Γιώργος Κορδομενίδης.