Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Ανδρέας Καρακόκκινος, "Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό"




ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΕΣ ΣΕ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ ΚΑΡΑΒΙ


Τις νύχτες ταξιδεύουμε
λαθρεπιβάτες σε πειρατικό καράβι
κρυμμένοι πίσω από ξύλινα βαρέλια
περιμένουμε τους πειρατές
ν’ απλώσουν τα κλεμμένα
στο κατάστρωμα.

Ψάχνουμε στα σκοτεινά για κείνα
τα χαμένα όνειρα, το γέλιο μας
και το ασημένιο δακτυλίδι,
τ αστέρια που έπεσαν
τις καλοκαιρινές βραδιές
και το μεταξωτό μαντήλι της κόρης.

Πριν το ξημέρωμα κατεβαίνουμε στ’ αμπάρι
αναζητούμε χάρτες με το νησί των θησαυρών
κι εκείνο το παλιό βιβλίο ποιημάτων.

Ύστερα κλέβουμε ρακί
μεθάμε μάταιες ελπίδες
και κοιμόμαστε στο ίδιο όνειρο λαθρεπιβάτες.






ΧΩΡΙΣ ΕΝΟΧΕΣ


Γράφουμε όνειρα
και σβήνουμε ελπίδες
ξεγράφουμε ονόματα
κι αναζητάμε λέξεις
να ντύσουμε τη γύμνια των καιρών
με ξεραμένα νυχτολούλουδα
και ψεύτικα παραμύθια.

Αγοράζουμε θλίψη
σε τιμή ευκαιρίας
μέσα από εικόνες παιδιών
που χάνονται αναζητώντας
απόλεμη πατρίδα
και πουλάμε ρητορείες φτηνές
για αλήθειες και για δίκια.

Θάβουμε ενοχές
στα πηγάδια της λήθης
και ξεθάβουμε
ρήσεις αθωωτικές
για ένα κόσμο γεμάτο θύτες
εκούσιους φονιάδες
κι ακούσιους παρατηρητές.





Η ΠΟΛΗ ΚΟΙΜΑΤΑΙ


Η πόλη κοιμάται
με το κεφάλι ακουμπισμένο
σ’ ένα τσουβάλι
παραγραφέντα όνειρα.

Τα χέρια της κρέμονται
στις γωνιές των δρόμων
ξόανα σε τάφους
αποτεφρωμένων λέξεων.

Λυσσασμένα σκυλιά
περιφέρουν το σώμα της
σε πικραμένες αυλές
και ξεραμένα παρτέρια.

Όταν ανοίξουν τα μάτια
δεν θα ’χει απομείνει δάκρυ.





ΟΤΑΝ ΠΕΦΤΕΙ Η ΝΥΧΤΑ


Όταν πέφτει η νύχτα
οι σκιές στη πλατεία
αλλάζουν μορφές,
ξεσκονίζουν τα χαραγμένα
ανέκφραστα πρόσωπά τους,
φοράνε μαύρο πουκάμισο
πάνω από τατουάζ φιδιών
και σε βρώμικα πεζοδρόμια
στους ήχους πλανόδιων μουσικών
χορεύουν θάνατο
με το ίδιο πάντα
κλεμμένο χαμόγελο.






Από τη συλλογή «Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό», εκδ Ένεκεν, 2017.