Σάββατο, 2 Σεπτεμβρίου 2017

Ανδρέας Εμπειρίκος, "Ενδοχώρα"





ΑΦΡΟΣ


Είναι οι πόθοι μιναρέδες στυλωμένοι
Λάμψεις του μουεζίνη στην κορφή τους
Φωτοβολίδες των κραυγών της οικουμένης
Πυγολαμπίδες σε συρτάρια κορασίδων
Που κατοικούν σε ακρογιαλιές μέσα σ’ επαύλεις
Και τρέχουν με ποδήλατα σε κήπους
Άλλες γυμνές άλλες ημίγυμνες κι’ άλλες φορώντας
Φορέματα με φραμπαλάδες και μποτίνια
Που στίλβουν την ημέρα και την νύχτα
Όπως τα στήθη τους την ώρα που βουτάνε
Μεσ’ στον αφρό της θάλασσας.





Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΠΡΕΤΟΝ


Ασύγκριτο πουλί της οικουμένης
Στέκεις σαν κρύσταλλο στην κορυφή των υψηλών
         Ιμαλαΐων
με στιλβηδόνα και με σθένος και με πάθος
καταμεσίς στον βράχο της σποριάς σου.

Ηρωικό πουλί της οικουμένης
Που μοιάζεις σαν αρχάγγελος και λέων
Δεν ταξινόμησες ποτέ καμιά φενάκη,
Μα την φωνή σου σήκωσες στην γαλανήν αιθρία.

Φανατικό πουλί της οικουμένης
Γερό στην πάλη και πολύκαρπο στην σημασία
Όρθιο μεσ’ στα φτερά σου ανοιγοκλείνεις
Πάντα με βεβαιότητα το μάτι.





ΤΑ ΒΕΛΗ


Ένα κορίτσι σ’ ένα κήπο
Δύο γυναίκες σε μια γλάστρα
Τρία κορίτσια στην καρδιά μου
Άνευ ορίων άνευ όρων.

Μία παλάμη σ’ ένα τζάμι
Μία παλάμη σ’ ένα στήθος
Ένα κουμπί που ξεκουμπώνεται
Ένα βυζί που αποκαλύπτεται
Ενώ ο Τοξότης με τα βέλη
Λάμπει ψηλά στον ουρανό
Άνευ ορίων άνευ όρων.





ΠΟΥΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΥΘΟΥ

15

Οι λογισμοί της ηδονής είναι πουλιά
Που νύχτα-μέρα διασχίζουν τον αέρα.


16

Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες
Όταν τ’ ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι’ αν τύχει
Όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ.





ΚΑΡΠΟΣ ΕΛΑΙΟΥ


Επάνω από την δοσοληψία των μιασματικών υδάτων
         μιας νόσου που κατεδικάσθη οριστικώς
H άχνα της υγείας μεσουρανεί και μέλπει
H πίστις της περιπετείας δεν χαλαρώθηκε
Τα μάτια της είναι πράσινα και κατοπτρίζονται μέσ’ στα
         νερά της νεότητος
Ένας νέος συναντά μια νέα και την φιλεί
Από τα χείλη τους αναπηδούν οι λέξεις μεθυσμένες
Όλη η ζωή τους μοιάζει με λειβάδι
Επαύλεις εδώ κ’ εκεί κοσμούν την πρασιά του
Nεότης νεότης τι ωραία που είναι τα μαλλιά σου
Τα χαϊμαλιά σου τα στολίζουν άνθη μυγδαλιάς που
         ανθεί σε χώρα πεδινή
Οι θρίαμβοι των καισάρων περνούν καμιά φορά απ’ αυτή
         τη χώρα και παρασύρουν τα νερά των κήπων
Οι γυναίκες των κηπουρών γυμνώνουν τα στήθη τους
         και τους παρακαλούν
Μια σειρά μαργαριταριών στάζει σε μια χοάνη
Κάθε μαργαριτάρι είναι μια σταγών και κάθε σταγών
         είναι ένας δράκος
Το κάστρο του κατέρρευσε και τώρα παίζουν τα παιδάκια
μέσ’ στους ίσκιους
Τα θρύψαλα του καθρέφτη της πυργοδέσποινας είναι κι’
         αυτά πετράδια
Που ρίχνουν στον πετροπόλεμο τα παλληκάρια.





Ο ΠΛΟΚΑΜΟΣ ΤΗΣ ΑΛΤΑΜΙΡΑΣ
(1936 – 1937)

3

Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου. Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί. Τ’ άνθη μιλούν. Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες. Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος.


18

Πάρε την λέξι μου. Δώσε μου το χέρι σου.





Από τη συλλογή «Ενδοχώρα», 1945. 
Στην εικόνα, «Ανδρέας Εμπειρίκος», έργο του Γιώργου Μαυροΐδη, 1957.