Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Γιώργος Σεφέρης, "Τετράδιο γυμνασμάτων"




[ΔΟΣΜΕΝΑ]


ΠΑΝΤΟΥΜ


Τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους
στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
ψυχή μου λυτρώσου απ’ τον κρίκο του σκότους
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ’ ευλάβεια.

Στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ’ ευλάβεια
ψυχή μου γνωρίζεις ποιος νόμος σε δένει.

Η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ψυχή μου γνωρίζεις ποιος νόμος σε δένει
και τι θα σου μείνει και τι θα σ’ αφήσει.

Στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ακούγουνται μόνο του χρόνου τα σείστρα·
και τι θα σου μείνει και τι θα σ’ αφήσει
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα.

Ακούγουνται μόνο του χρόνου τα σείστρα
μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα
ούτε όνειρο θά ’βρεις να δώσει ένα δάκρυ.

Μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
ούτε όνειρο θά ’βρεις να δώσει ένα δάκρυ
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι.

Ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
σαν τι να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι
δεν είναι ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη.

Σαν τι να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
Σ’ ανθρώπους κλειστούς που μετρούν τον καημό τους
δεν είναι ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη
τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους.





[Ο κ. ΣΤΡΑΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ
(ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΑ «ΕΒΔΟΜΑΔΑ»)]


ΤΡΙΤΗ

I went down to St James Infirmary
(BLUES)


Χάθηκα μέσα στην πολιτεία.
Τα περιβόλια τα σκεπάζει το νοσοκομείο του Δον
         Χουάν Ταβέρα.
Δρόμοι τυλίγοντας διαφημίσεις.
Κάθε άνθρωπος περπατά χωρίς να ξέρει
αν άρχισε ή αν τέλειωσε
αν πηγαίνει στη μητέρα του στην κόρη του ή στην
         ερωμένη του
αν θα δικάσει ή αν θα δικαστεί
αν θ’ αποδράσει, αν έχει διαφύγει·
δεν ξέρει.
Κάθε γωνιά κι ένα κατάστημα γραμμοφώνων
κάθε κατάστημα κι εκατό γραμμόφωνα
κάθε γραμμόφωνο κι εκατό δίσκοι
και σε κάθε δίσκο
ένας ζωντανός παίζει μ’ έναν πεθαμένο.
Πάρε τη χαλύβδινη βελόνα και ξεχώρισέ τους
αν μπορείς.

Μα ποιος ποιητής· θυμάσαι ποιος ποιητής
δοκίμασε τη χαλύβδινη βελόνα
στις ραφές τ’ ανθρώπινου κρανίου;
Θυμάσαι το τραγούδι του το βράδυ εκείνο;
Θυμάμαι που μας ζήτησε μιαν ασπιρίνη
τα μάτια του έπαιζαν μέσα σε μαύρους κρίκους
ήταν χλωμός και δυο βαθιές ρυτίδες
τυλίγανε το μέτωπό του. Μήπως όμως
ήσουν εσύ; μήπως εγώ; Ή μήπως ήταν
η αμίλητη Αντιγόνη με τους ώμους
τους λυγισμένους πάνω από το στήθος;
Την κράτησα κοντά μου δέκα νύχτες
έκλαιγε κάθε αυγή για το παιδί της.
Θυμάμαι γύρευα ένα φαρμακείο.
Όλα κλειστά. Για ποιον ήταν δεν ξέρω.

Χάθηκα μέσα στην πολιτεία
κανείς δε θα μετακινήσει το νοσοκομείο
γεμάτο ανάπηρα παιδιά που γνέφουν
σ’ εμένα ή σ’ άλλους που μ’ ακολουθάνε.
Οσμές φαρμάκων μέσα στον αγέρα
βαραίνουν ερωτεύουνται και σμίγουν
αχνούς από αυτοκίνητα που φεύγουν
στην εξοχή μ’ ολόξανθα ζευγάρια
προραφαηλιτικά λιγάκι εξατμισμένα.

Την άνοιξη του ’23 στο λουτρό της
πέθανε η Λίβια Ρίμινι, τ’ αστέρι·
τη βρήκανε μέσα στ’ αρώματα νεκρή
και το νερό δεν είχε ακόμη κρυώσει.
Ωστόσο χτες στον κινηματογράφο
με κοίταζε με τ’ άχρηστά της μάτια.





[ΣΧΕΔΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ]


ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937


Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλ-
         λιά σου
χρυσά· τ’ άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ’ άστρο ο Αλδεβαράν.

Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει.
Κράτησα τη ζωή μου· στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί που φύσηξε ο βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.
Τα πρόσωπα που βλέπω δε ρωτούν μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές· ο χιονι-
         σμένος
κάμπος, ως πέρα ο χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν
μήτε ο καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκλήσια μήτε
τα χέρια που απλώνουνται για να γυρέψουν, κι οι
         δρόμοι.
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη
         σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ· ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα
         χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των
         νερών
κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλει-
         στά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες
         που μου ξεφεύγουν
εκεί που τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ο άνθρωπος
που βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό που
         σ’ αγγίζει
στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτε-
         ρά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο
         γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που έφυγαν
         εκείνους
που χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
που στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε η καρδιά σου,
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή· κράτησα τη ζωή μου.

                                                                                            Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.





Από τη συλλογή «Τετράδιο γυμνασμάτων» που περιλαμβάνεται στον συγκεντρωτικό τόμο «Γιώργος Σεφέρης - Ποιήματα», εκδ. Ίκαρος 20η έκδοση, 2000.