Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

Νίκος Καρούζος, "Χορταριασμένα χάσματα"




ΦΩΝΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΡΕΒΟΥΣ


Όταν άξαφνα σπάσει το νήμα γέρνουμε στο μαύρο
που δεν μπολιάζεται με τίποτα κι αφήνουμε
τις λιακάδες απόλυτα ξένες
εκεί που σβήνουμε:
στη ρεματιά μας.
Αυτό το ξέρει ο τρόφιμος της άλαλης αγάπης
λυγίζοντας τις απολαύσεις όπως
ο πειναλέος χεροδύναμος μ’ ένα σώβρακο γυμνωμένος
τα σίδερα στις λαϊκές πλατείες.
Αυτό το ξέρει κι ο λεγόμενος εκστατικός
ολέθριος απ’ την άνθηση γύρω του
τα ηχηρά ρυάκια βλέποντας ωσάν άγνωστες υποθέσεις.
Αυτό το ξέρει όποιος μένει άναυδος και λέει:
«Τι πράμα είναι τ’ άλογο σαν τρέχει
κι αστράφτει, λάμπει στους θαυμάσιους μηρούς του ο ιδρώτας
μ’ ένα μηδέν ανάερο να βγαίνει μεσ’ απ’ τα ρουθούνια
την ευγένεια να σπιθίζει στην κοιλιά του την άμωμη!»
Μα όμως έχω μια περίλαμπρη γραφή για κάθε χελιδόνι
κι άμα θα ξαπολύσω τον απαίσιο σκορπιό
βαθιά που σκοτεινιάζει ο έρωτας…
Μην τραγουδήσεις υετούς κι οπωροφόρα θλίψη,
χάνομαι, λέει ο τρόφιμος της άλαλης αγάπης,
καθώς η σκόνη χάνεται μη μπορώντας
να νικήσει τη διαφάνεια του αέρα.





ΠΕΡ’ ΑΠ’ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ


Χτυπούσα τα χέρια μου στα γαλάζια κρύσταλλα τ’ ουρανού
σε κατάμαυρο μέλλον εξοντωμένος.
Ήτανε Σάββατο κι ο φτωχός Ιησούς
ο ξιπόλητος ερωμένος της αγωνίας
ο ξέχειλος απ’ τη σκιά των λαών επιστάτης
περίμενε τα χαρωπά γραΐδια στο μισόφωτο.
Βγάζει ψαλμό σα να ποτίζει περιβόλια
ο τρεμουλιάρης ιερέας κι ο καθαρός
αέρας ο υπνοφόρος.
Ευρώπη, Ευρώπη δεν είσαι τίποτ’ άλλο,
είσαι μονάχα η συνέχεια του Βαραββά!





Η ΑΝΤΙΚΡΟΥΣΗ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ


Συχνά πηγαίνοντας με τα πόδια, κουβαλώντας μονάχα
το μισογεμισμένο σάκκο μου, στα τόσο δροσερά
κι απόμακρα λαγούμια
λίγο πιο κείθε απ’ τη φαντασία σ’ εκείνη τη δεύτερη
μεγάλη και καθάρια πραγματικότητα
που γιορτάζουν έρημοι σαν όλα τ’ απόκοσμα ζούδια
οι ουρανόπληχτοι με τ’ άδικο σκοτωμένο
σαν όρνιο στην άφωνη ρεματιά την απροσδόκητη –
χάνομαι σ’ αναρίθμητα μόρια ζωής που δεν τα βλέπω.
Κάθε φορά και πιο πολλές είν’ εκεί πέρα οι γιορτάδες
κάθε φορά και πιότερα σα ν’ ακούγονται τραγούδια.
Κρατώντας την εσθήτα της Παναγίας
ο Έσχατος τ’ Ουρανού με χιλιάδες έντομα στην όραση
μ’ αξεθύμαστα γιασεμιά στο νυμφώνα
μ’ άλλα θεάματα της αγάπης από μέσα
και μ’ άλλα γεγονότα σπιθοβολώντας
αγγίζει τους ραχιτικούς και θεραπεύει την αρθρίτιδα
μαλάζει τους πρησμένους αστραγάλους
αφήνει τρυφερά την αλήθεια πάνω σ’ όλες τις αρρώστιες
και κείνες χάνονται καθώς τα ευδιάλυτα νέφη.
Σιγά-σιγά ρυθμίζεται κι ο θάνατος
αρχίζει το νταούλι μεσ’ στα πανηγύρια
κι ολούθε πια σηκώνεται στο στήθος η ρωμιοσύνη
και μας αρωματίζει μ’ ανείπωτο μοσχολίβανο.
Καίγονται τότε τα φωτερά κοντάκια μεσ’ στους ύμνους
κι ανασαίνουμε πέλαγα σε μικρή κολυμβήθρα
κι αποσπούμε τα καρφιά της Σταυρώσεως.
Εκεί μια τέτοιαν ώρα σαν ωραιότατος
εγέρθηκε καπνός ο Γελάσιος και είπε:
«Το μέλλον είναι μάτι
το παρελθόν αφτί
για τον απλό χωριάτη
και για τον ποιητή!
Το μέλλον είναι κάτι,
μα όχι κάτι που νομίζουμε…»
Γεννιέσαι και μπαίνεις μεσ’ στο αίνιγμα
πεθαίνεις και τ’ αφήνεις ανέπαφο.
Τι άλλο να προσθέσω πια στη δύναμη του έαρος;
Πλήρης από έλλειψη νόηματος
υπερέχω.
Τιποτ’ άλλο δεν έχω να εκπροσωπήσω
τη χαρά μου μονάχα και μονάχα τη θλίψη μου
σ’ αυτό τον κόσμο που τον παγιδεύει θανάσιμα
όχι το σκοτάδι κ’ η μαυρίλα
μα το βαθύ χαντάκι της προοπτικής…
Ο χρόνος είχε μόλις ανατείλει.





ΤΡΥΦΕΡΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ


Δεν είναι πάντα το νερό σαν ξόδι και η κίνηση;
Δεν είναι μια μακρόσυρτη κηδεία το ποτάμι
κ’ οι λιτανείες των ήχων ανάμεσα
σε σκονισμένα γιασεμιά και τριαντάφυλλα;
Σου γράφω λοιπόν...
Οι άγγελοι θα γίνουν επιθετικότεροι
κι όλο το Σύμπαν από κάποιο δρόμο φρικαλέο
θα χωρέσει κάποτε σε μια δαχτυλήθρα.
Ό,τι στο στήθος μοιάζει με κειμήλιο
θέλω ναν το πετάξω.





ΠΕΡΙΤΤΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ


Πώς βούλιαξε στα μυρωμένα γιασεμόκλωνα
εκείνη η εποχή που νοικιάζαμε ποδήλατα
και τρέχαμε λάμποντας μισή ωρίτσα...





Από τη συλλογή «Χορταριασμένα χάσματα», (1974), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Νίκος Καρούζος - Τα ποιήματα Α΄ (1961-1978)», εκδ. Ίκαρος (ε΄ έκδοση 2013).