Παρασκευή, 8 Σεπτεμβρίου 2017

Θοδωρής Σαρηγκιόλης, "Το δέρμα του χρόνου"




ΔΙΚΟΠΗ ΛΑΛΙΑ

                                            στον Μάρκο Μέσκο


Η πατρίδα μου γλώσσα δεν έχει·
λουλούδια άχρωμα, δέντρα άοσμα,
πέτρες που μουλιάζουν στον καιρό,
στην υγρασία των αιώνων.

Μια δίκοπη λαλιά,
ένας γενναιόδωρος αντικατοπτρισμός
την πόρτα θ’ άνοιγε στο φως της ιστορίας.
Η άνοιξη, ανυπόμονη,
θα ’βαζε στην τράπεζα των συναλλαγών
και των υποτιμήσεων
την ανιδιοτελή της ανθοφορία,
το βλέμμα περιμένοντας
και το χέρι που θα διέτρεχε τον κυματισμό
του ενθουσιασμού.

Η γλώσσα μου πατρίδα δεν έχει·
με κουπιά λιμνάζει σπασμένα,
με τα όνειρα δεμένα πλαγιάζει.





Ο ΜΑΝΤΣΕΣΤΕΡ ΚΑΙ Ο ΣΕΦΕΡΗΣ

                                            στον Βασίλη Παπά


Για το Μάντσεστερ, έλεγες, των Βαλκανίων
καθώς ο άνθρακας λευκός
τις τουρμπίνες κινεί των κλωστοϋφαντουργείων:
από το αερόστατο γοητευτικό πανόραμα
της βιομηχανικής επανάστασης.

Ο Σεφέρης, με το τραίνο περνώντας,
δεν έσπασε το δίχτυ του ορίζοντα
ενός τόπου κλειστού όλο βουνά,
μόνο στο χάρτη χάραζε διακεκομμένες
τις διπλωματικές γραμμές του:
αποσιωπητικά για του ημερολογίου τα φύλλα.





ΔΙΠΛΟΓΡΑΦΙΑ

                                            στον Μιχάλη Γκανά


Ο χώρος μύριζε τσιγάρο χτεσινό
τασάκι ξέχειλο, μισές κουβέντες,
ποτήρι μισό, τραπέζι γεμάτο
με τ’ αποφάγια των εξομολογήσεων.

Νύχτωνε αυγή μ’ ένα φεγγάρι
ανυπόμονο για περιπολία.

Ζητούσε τον καφέ πρωί, το βράδυ το φαρμάκι,
κι ερχότανε ανάσκελα η μέρα ιδρωμένη
να αθροίσει στο κατάστιχο κατάρες σαν ευχές.

Χρόνια και χρόνια θήτεψε
στων γεγονότων τη διπλογραφία,
στων συμψηφισμών την απεικόνιση,
μα η ζωή του μια σκιά
γλιστρά ανάμεσα στις στήλες των πράξεων.





ΤΑ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΑ


Τις άρρωστες νύχτες
με τον ορό της ελπίδας στο χέρι
τα δρομολόγια προσθαφαιρείς
των υπεραστικών ονείρων.

Κι εγώ να σου κρατάω το ρυθμό
και να σταλάζω μέσα σου
την προοπτική του απείρου.





Η ΝΥΧΤΑ ΣΑΝ ΜΕΛΑΝΙ


Ζεστός αέρας γλυκαίνει τις πληγές.
Η νύχτα σαν μελάνι τη μέρα καταργεί
και τ’ όνειρο − καθρέφτης και ηχώ −
ελέγχει τις καταχωρίσεις:
Αθροίζει, αφαιρεί, πολλαπλασιάζει, διαιρεί
τα κέρδη, τις ζημίες,
των επενδύσεων τα φαντάσματα.
Με το ξημέρωμα η τάξη
διασαλεύεται και ανισορροπεί,
ζητά την ηδονή στην τρικυμία.





Από τη συλλογή «Το δέρμα του χρόνου», εκδ. Γαβριηλίδης, 2012.