Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017

Μαρία Καραγιάννη, "Ποιήματα"





ΕΘΡΕΨΑΝ ΟΙ ΣΧΙΣΜΕΣ


Έθρεψαν οι σχισμές
Τα χόρτα άγρια
πυκνά σα βύσματα
σφηνώθηκαν βαθιά
και κλείσανε ολότελα
την έξοδο
Τα σχήματα στους τοίχους
κρύφτηκαν
Στο μαυρισμένο δέρμα
δε διακρίνονται
σχεδιάσματα τεράτων
Κι οι άκρες των δακτύλων
με πεσμένα νύχια
τρυφερές
σαν πρώιμου βρέφους
ήσυχα αναπαύουνε τη σάρκα τους
σαν κοιμισμένα περιστέρια.



Από τη συλλογή «Η Κατάδυση και ο Πυθμένας», 1973.





ΑΥΤΟΣ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ


Αυτός ο ουρανός
δεν είναι για φτερά
έρχεται χαμηλά
και τα χτυπάει στη γη
κλείνει το στόμα
των περιστεριών
καίει φωνές
πριν φτάσουν τις φωνές
κι αν ξεκινήσουνε παιδιά
από τη μία όχθη
στην άλλη όχθη
όστρακα τα στέλνει



Από τη συλλογή «Δίδυμο όνειρο», 1979.





ΟΤΑΝ ΑΝΑΒΟΥΝ ΟΙ ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ


Όταν τη νύχτα ανάβουν οι καθρέφτες
κι όλες οι μνήμες
οι φωνές που εξόρισες
παραβιάζουν βάναυσα τις κλειδωμένες πόρτες
του ύπνου σου
έρχονται λάμποντας αυτοί που αγάπησες
με όλα τα δώρα σου θρυμματισμένα
σε κυνηγούν
πριν μπεις στο σώμα σου
ψυχούλα σαστισμένη
με ένα φτερό να καίγεται ακόμα στο όνειρο
το άλλο φτερό να τριγυρνάει σπασμωδικά
στην κάμαρα




Η ΕΞΩΘΕΝ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ


Αυτή τη γρίλια απ’ όπου μπαίνει
τεμαχισμένο σε μικρά ορθογώνια
το φως
κι οριοθετεί αδιάφορα το σπίτι
από τον κόσμο
δεν πρέπει να την ανεβάσω. Καλά είναι
έτσι· τυχαία τελείως μου δείχνει
το μερτικό που στέργει να μου δώσει
η κάθε μέρα,
υποδεικνύοντας με σαφήνεια
σχεδόν γεωμετρική
την πάσα ανάγκη του εγκλεισμού



Από τη συλλογή «Μυστική δίοδος» (1989).





Ο ΓΥΡΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ


Ο ποιητής
πραματευτής και γυρολόγος της ερήμου
την άπληστη λευκότητα των ημερών του
που απόμειναν
και την αζήτητη πραμάτεια του
την διαλαλεί με ήχους
ακατάληπτους
το άνυδρο πρόσωπο
το φροντισμένο προσωπείο
σε άβυσσο το αφήνει να κυλάει
και μίμος πια μοναχικός
με άναρθρα κρόταλα κραυγών
χειρονομεί ανακόλουθα
ιερουργεί τις ξεχασμένες σημασίες
τις λέξεις του αρχέγονες
απεγκλωβίζει στο κενό
στην άχνα
της αργής του εκπνοής
να φωσφορίζουν



(Περιοδικό Εντευκτήριο, τχ. 58, 2002).





ΟΛΑ ΑΝΑΜΟΧΛΕΥΟΝΤΑΙ ΔΙΑΡΚΩΣ


Όλα αναμοχλεύονται διαρκώς·
όνειρα είναι που τα κοιτάς
και τα ακούς, εν εγρηγόρσει,
θαλασσινά τοπία, δάση με ξέφωτα
με φτέρες να θροούν
και να λικνίζονται στους ίσκιους
κι άξαφνα πλήθη να περνούν κι αγάλματα
κι αγαπημένοι παρελαύνουν
από τραπέζια γιορτινά επιστρέφουνε
κι από νεκρόδειπνους,
με νεύματα ταραγμένα μας καλούν
κλαιν και μιλούν ανάκουστοι
εξάπτονται ριγούνε και σκοντάφτουν
κι όπως τους παίρνει τυραγνισμένη θύμηση
ήμερα αναγέρνουν
κι ωσάν σκιές σε ανάληψη
νέφος σινδόνα ουράνια
αίφνης τους σκεπάζει



(Περιοδικό Εντευκτήριο, τχ. 77, 2007).





Τα ποιήματα περιέχονται στον τόμο: «Α. Ευαγγέλου - Γ. Αράγης, Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1950-2012) - Ανθολογία», εκδ. Gutenberg (β΄ έκδοση, συμπληρωμένη), Μάρτιος 2017.
Στην εικόνα: Marc Chagall, "Abraham et les trois anges".