Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

Πάνος Κυπαρίσσης, "Το σοφό σαλιγκάρι"




ΧΕΙΜΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΟ


Βαθύ το πηγάδι
Ο χρόνος κατοικεί στις λέξεις, κρυφά
Οι άγιοι στα υπερώα
και η άνοιξη
στις φλέβες του χειμώνα





Η ΘΛΙΨΗ ΠΟΥ ΥΨΩΝΟΥΝ ΤΑ ΩΡΙΜΑ ΣΤΑΧΥΑ


Τίποτα δεν θέλω ν’ αφήσω
απ’ τη θλίψη μου
Μεγάλωσα περίεργα
δίχως αλάτι
μ’ όλα τα συνακόλουθα
Με τύψεις
Είχα να κάνω με τα νησιά
και τις οχυρώσεις
Με πύργους, ώς του φόβου το φίλημα

Ήμουν το μήλο των γονιών μου
ώσπου έβγαλα σκουλήκι
Και ξαφνικά το σπίτι γέμισε φτερά





ΜΑΝΑ


Κυριακή πρωί
Έστρωσε το άσπρο τραπεζομάντιλο
με τα κεντήματα της μάνας της
τράβηξε τα μαλλιά της με το χτένι
κάρφωσε τα μάτια της στο πάτωμα

Η λιτανεία των χαμένων της

Ήρθε ένα σύννεφο γιασεμί στο παραθύρι
Τράβηξε το μαντίλι
κύλισε ένα νόμισμα στο πάτωμα
ακούμπησε στο τραπέζι
Ο ήλιος βούλιαζε σ’ ένα ποτήρι νερό
Έβαλε τις ελιές στο πιάτο
μισό κρεμμύδι, λίγο ψωμί
κι αποκοιμήθηκε

Κάποιο σκυλί γάβγιζε τα όνειρά της





ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ


Φυτρωμένος
με τ’ αγκάθια στο στήθος
και τα μαλλιά χτενισμένα στον άνεμο
Με σμιλεύει η σιωπή
Στις παλιές του προβλέψεις οικοδομώντας
με ξέχασε ο χρόνος
και τώρα στους ώμους μου
φιλιέται κρυφά η σιωπή με τον άνεμο
Πόσους αιώνες
ξεχνούν το φως ανοιχτό
Όμως δεν πρέπει να σε κοιτάξω
Θα σε ραγίσω





Η ΘΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ


Μάζεψε ο καιρός
κι έριξε έναν ίσκιο κάτω απ’ τα μάτια της
Τη λέγανε Μαρία
και λογάριαζε στο μέλλον
Σεντόνια γυαλικά
και μάζευε, μάζευε κρυφά
Να γίνει το σπίτι έλεγε

Την ντύσανε νύφη
με δυο κρίνα στα δάχτυλα και την εικόνα στο πλάι
Έβρεχε

Αντίκρυ έστεκε το γιαπί
με τα σίδερα και πρόβλεψη ορόφου





ΟΙ ΑΚΤΕΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ


Ρηχές κατοικίδιες θάλασσες
χαράζοντας ρίγη ο άνεμος
με τον δείχτη και τον παράμεσο

Με το χνούδι του κάκτου στα μέλη
και τη χαίτη τ’ αλόγου
ανεβαίνεις
καταπίνοντας συνέχεια γαλάζιο
με το κρυφό κλειδί των αθώων
και της αλήθειας τον άνεμο

Λυγισμένο αειθαλές της ακτής
πού συλλαβίζεις τη μοναξιά σου;





Από τη συλλογή «Το σοφό σαλιγκάρι», (1980), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Πάνος Κυπαρίσσης, Ποιήματα [1977 - 2013], Α΄ τόμος», εκδ. Γαβριηλίδης 2016.

Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

Γιάννης Βαρβέρης, "Ο κύριος Φογκ"




ΤΟ ΗΛΙΑΚΟ ΡΟΛΟΪ


Όταν ο κύριος Φογκ
ήθελε να δει τι ώρα είναι
έσκυβε από την πολυθρόνα
και κοίταζε το πρόσωπό του στο νερό:
όμορφος παρά μελαγχολικός και δέκα δευτερόλεπτα
τρυφερός και αγέρωχος και σαράντα δευτερόλεπτα
λυπημένος και λυπημένος ακριβώς
του απαντούσε το νερό.
Μόνο τη νύχτα
η ώρα ήτανε πάντα
νύχτα.
Όταν μια νύχτα ολόκληρη
σου δίνεται
δεν την ρωτάς ποτέ
τι ώρα είναι.





Ο ΚΥΡΙΟΣ ΦΟΓΚ ΕΝΩΠΙΟΝ ΝΑΥΑΓΟΥ


Μία μέρα
από την πολυθρόνα του είδε
ο κύριος Φογκ
έναν άνθρωπο να πνίγεται.
− Αφού δε γνωριζόμαστε
τι νόημα έχει να τον σώσω, σκέφτηκε.
Με τον καιρό θα με ξεχνούσε
ενώ εγώ για πάντα θα θυμόμουν
την αγνωμοσύνη του.
Ή θα ’τανε διά βίου ευγνώμων
κι έτσι μοιραία θα τον ξεχνούσα.
Θέματα τόσο σοβαρά
καλύτερα να τα ρυθμίζει
η θάλασσα.





ΣΥΣΤΗΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ


«Σεις, ένας τζέντλμαν ανυποχώρητος
και ν’ αθετήσετε συμφωνημένα;
Τι σας έλειψε;
Ταξίδι, χρήματα, υπηρέτης
ή περιπέτεια, ή φαντασία, το αίσιο τέλος;
Τι θα ζητούσε άραγε ένας ήρωας
και δεν το ’δωσα;
Είχα τα πάντα υπολογίσει στην εντέλεια
μέχρι τον ήλιο γύρισα για σας
σε ογδόντα γλώσσες μίλησαν τα λόγια σας
κι όλες οι οθόνες φρόντισαν να γίνετε
ονείρων όνειρο στον ύπνο των παιδιών.
Και τ’ αρνηθήκατε.
Τώρα πια νιώθω την παγίδα της ευεργεσίας
πόσο ίσως ακριβά εξαργυρώνει αυτός που δίνει
σε τι σκλαβιά καταδικάζεται όποιος παίρνει.
Αλλά έστω, Φογκ.
Ένας που κι ως νεκρός έχει γεράσει
μπροστά στην απειλή της λήθης
άλλη εκδοχή δεν έχει απ’ την μακροθυμία.
Αντίο. Ιούλιος Βερν.»





ΣΥΣΤΗΜΕΝΟ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ


«Δεν είμαι Ιούλιε ο εξωμότης που φαντάζεστε
ένας αχάριστος που αυτομολεί
προς την ασφάλεια της ανωνυμίας.
Πνίγοντας μέσα μου εκείνο που βαθύτερα ήμουν
κατ’ όνομα σας υπηρέτησα πιστά για έναν αιώνα·
μα ήρωας όχι, δεν υπήρξα.
Ήρωας είναι μόνο εκείνος
που δραπέτευσε και το ’πε·
εγώ σας άφησα να με πιστεύετε δικό σας
και σας αποκαλύπτω την αλήθεια μόλις τώρα
αφού έχετε πια χάσει
κάθε συγγραφικό δικαίωμα στη ζωή μου.
Για τους πολλούς θα μείνω βέβαια
η πρώτη μου έκδοση −
συμβιβασμένος ταξιδιώτης νικητής.
Όμως ακόμη και στη σκιά
ενός εαυτού που δε μου ανήκει
θα ’μαι επιτέλους ο ήρωας
μιας ταπεινής, αθόρυβης
αλλά δικής μου ζωής.»





ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ


Όμως εντός του λυπόταν
ο κύριος Φογκ
για το γύρο του κόσμου
που απαρνήθηκε.
Βαθιά μέσα στην πολυθρόνα του
με μπροστά του τη θάλασσα
κάθε πρωί
αυτή τη λύπη όλο έγραφε
σε χαρτί που κυλιόταν αργά
ως τα κύματα.
Και όταν ο κύριος Φογκ
κουραζότανε να γράφει
αυτή τη λύπη
το χαρτί του κοβότανε μόνο του
διπλωνότανε μόνο του
σε βαρκούλα
και έφευγε
στην απέραντη θάλασσα.





Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΦΙΛΟΥ


Μία μέρα που ο κύριος Φογκ
σκεφτότανε τι να ’γινε
το ημερολόγιό του
διέκρινε μια φιγούρα γνώριμη μα γερασμένη
να πλησιάζει εκεί στην πολυθρόνα του.
Στον ώμο του κουβαλούσε ένα καλάθι.
Ήταν ο μόνος φίλος του εκτός Λέσχης
την εποχή της Λέσχης, τότε.
− Καλέ μου Άγγελε, πώς ήρθες ως εδώ
τι κουβαλάς μες στο καλάθι;
− Ήρθα
για το χαμένο ημερολόγιο, Φογκ.
Μες στο καλάθι
είναι χιλιάδες χάρτινες βαρκούλες
που τόσα χρόνια μόνες έρχονταν
εκεί που τις περίμενα
στην αμμουδιά
σε μιαν ακτή
στο Ντόβερ.





Από τη συλλογή «Ο κύριος Φογκ» (α΄ εκδ. ύψιλον/βιβλία, 1993), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Γιάννης Βαρβέρης, Ποιήματα, Τόμος Α΄, 1975-1996», εκδ. Κέδρος, 2013.

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Έκτωρ Κακναβάτος, "Διασπορά"




ΦΛΕΒΑ

του Δ.Π. Παπαδίτσα


Είπα πως θα ’σαι το παράσιτο που έρπει
και της αστροφεγγιάς τρίζει ο σκαρμός
που τρώει την ψίχα τ’ ουρανού
και περιμένομε τη σχάση
απ’ το δασύ του εύρος να κοπείς χίλιες φορές
καινούργια ήπειρος
από τις στοίβες του σεισμού να ξεχωθείς
το έμβρυό του
να σκορπιστείς
ένα διαγώνιο από βασάλτη όραμα
οξειδωμένο από κωδωνοκρουσίες
είπα πως θα ’σαι συ μια κωδωνοκρουσία μεσίστια
όταν μέσα στα όστρακα αιμορραγεί ο χρόνος
και στεγνώνει το ρέμα σου
με της ημέρας τ’ ασπρόρουχα.


Είπα πως θα ’σαι συ που οχτώ φορές αλύπητα
πλευροκοπάς τη νύχτα
όταν θερίζεις σύρριζα το λογισμό σαν προβολέας
καθώς σε φάλαγγα περνάει ένοπλη
μεσ’ απ’ τα χέρια μου
Εσύ το έγκαυμα στη χούφτα μου
απ’ την ανένδοτη επαφή
απ’ τους σπινθήρες των καρπών
τις καυτές λαμαρίνες της θάλασσας
εσύ ένα περιστέρι περίτρομο
που φτεροκοπά όταν τ’ αρχέγονο οστούν
μεταστοιχειώνεται σε ισημερίες
σε απανωτές περιπολίες του ονείρου
στον πεύκινο φράχτη της φωτιάς
στο αναλλοίωτο άθροισμά μου με το φώσφορο
με το χώρο που βουλιάζει στον πελώριο ίσκιο του
τα κλειστά παράθυρα του όρθρου
τις χειρονομίες δίχως υπηκοότητα
και με τον άξονα του ήχου ακόμη που κόπηκε
στα δυο
και μόνο εσύ ακούγεσαι η φλέβα μου
να έρπεις όπως παράσιτο
μέσα στην ψίχα τ’ ουρανού
στην άβατη κοίτη
στην κάθε σάρκα
στην άδυτη περιστροφή

και της αστροφεγγιάς να τρίζει ο σκαρμός
και η σχάση να επικρέμαται.





ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΦΟΡΑ ΕΓΚΑΡΣΙΩΣ


Ως και το διάφανο εκείνο χαλαζία
το λόγο σου
που εν αρχή ην και ηχεί στο θολό της νυχτός
κι από τις προσευχές μου την πιο παιδούλα
και την πίστη μου ακόμα
αντάλλαξα για μιαν ανάκλαση
έτσι σαν πλησμονή που ανάβλυζε
από τον αναπόδεικτο παγετώνα
και το νου μου ακόμα
για έναν παφλασμό.
Τόσο απίστευτα λίγος είναι ο δρόμος
που κάναμε εντός
τόσο ανέκκλητη είναι η τσεκουριά
ανάμεσά μας εαυτέ
αδιάλλακτε αταυτοποίητε.
Έτσι που αρμενίζεις πάλι όρτσα στον άνεμο
που διώχνει τ’ άστρα κατά τους λωτούς
κι ως είναι κάθιδροι απ’ το αίμα σου
οι καρποί της γης
όνειρό μου από παλίρροιες
τρύπιο απ’ τα παράσιτα που έθρεψες
κι από τις μνήμες
ακόμη ένα διάπλου σχεδιάζω στο χάρτη σου
ακόμη μια διατομή
μα τη φορά ετούτη εγκάρσια στις ειρωνείες σου
ουρανέ οδόφραγμα
κι ούτε που σκέφτομαι για την αφετηρία
μπορεί ένα αρχαίο αχνάρι βαθουλό
από άρβυλο γότθου
γεμάτο θαλασσόνερο σε αμμουδιά προβηγκιανή
ίσως ο τουφεκισμένος ίσκιος
που κατακόρυφο τον πέτρωσες με μια ριπή σου
περσινέ νοέμβρη σ’ αντικρινό παράθυρο
ίσως κ’ η χθεσινή απίστευτη είδηση
που τρέλανε τους υπουργούς
εξάρθρωσε τα κοινοβούλια
τα πιεστήρια και τους λινοτύπες.


Μπορεί και η σάρκα μου
κοκκινομάτης τράγος καφετής
αιρετικός το μεσημέρι με τα κλαρίνα
να κηδεύει τη χτεσινή μου επίκληση
μια φιγούρα κάτασπρη
με την ωμοπλάτη θρύψαλα
από τον πυροβολισμό του λαμπαδία.


Χωρίς περίγραμμα χωρίς σύνορο υπάρξεως
χωρίς οίκτο
εξόν από την τρίλια ενός σπουργίτη
και της λυγαριάς τον ίσκιο ώρα δειλινού
να λεν οι δυο τους για μια λευτεριά
που όλο γεννιέται
όλο και γίνεται.





QUANTUM


Από μια χειρονομία σου ένα ράκος προαιώνιο
έμεινε να καίεται πέρα από τη γνώση
δικό σου είναι αυτό που αναζητώ
που ούτε σχήμα έγινε ούτε καν νόημα
μα εντός σαλεύει.


Κάθε βήμα προς εσένα
μου στοιχίζει την απογύμνωση
και την ατίμητη
συγκομιδή του φόβου μου εκποίησα
και το ξερό δέρμα της πρώτης πρώτης μέρας
την πρώτη θάλασσα τον πρώτο θάνατο
ίνα την ίνα την πρώτη σκέψη
κάθε βήμα προς εσένα μια κατάρρευση.


Για το αν υπάρχουν ανάμεσά μας σύνορα
και τι δεν έδωσα
εσύλησα το περήφανο λοφείο του προπάτορα
την πανάρχαιη νομοθεσία του θεού
και την αισθητική μου την ταναγραία
μια μοναδική συλλογή χειροκροτήματα
όλα σε πρώτη βλάστηση
έδωσα και το πιο εμπιστευτικό μου σχέδιο
για τη δομή των κρυστάλλων
απόσταγμα χιλιετηρίδων
λάφυρα και λάφυρα
οι νίκες οι κοίτες οι προεκτάσεις
όλη τη γενιά της βαρύτητας.


Ακόμη και την ένδοξη σήψη μου έδωσα
που γενεές γενεών οδήγησε το γνωρίζεις
σε οδό σοφίας
απ’ τη φυτεία της φωνής μου όμως
τίποτα δεν σε τρέφει
από τη φωταψία του νου μου
τίποτα πια δεν ανακλάς
και μόνο το βήμα μένει κατά σένα
η μελλούμενη πορεία
αξία έσχατη
το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω
όχι να σε βρω.





ΚΙ ΑΝ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΕΙΜΑΙ ΤΟΥ ΒΥΘΟΥ


Έως πού λοιπόν;
έως μυελού οστέων και πηγήν αίματος
πού θα ψάχνεις να με βρεις
έως πού να σε βρω;
κι αν εγώ είμαι που ύφανα την έκταση
κι αν ακόμη το νόημα είμαι του βυθού
ο αυτάρκης πυρόλιθος του ονείρου
αν ακόμη η ραχοκοκαλιά μου αστράφτει
όλη πυρίτιο και χαλκό
όπως ποτάμι αυτόφωτο
που κατεβάζει σπόνδυλους δεινόσαυρων
οστά πελασγικά
χειρόγραφα χαλδαίων
κ’ ελλήνων αίματα διάπυρα
τι θ’ αποδειχτεί;


Σκέφτομαι τ’ αναρίθμητα μέλη μου
απ’ τη μεγάλη σάρκα που πονά
που φωσφορίζει που ηχεί που δεν ηχεί
τα μέλη μου σε μεγάλη διασπορά
να φράζουνε τα διάκενα των άστρων
να επισκευάζουνε το πρόσωπό σου θεέ μου
ανάπηρο απ’ τη βαρύτητα
ύστερα το κατεδαφίζουνε και ανακαλούν
τον αριθμό −τον ετεροθαλή σου−
χώνονται ανάμεσα στον πυροβολισμό
και στο θυμό μας
στο αλτ και στο πυρ
σ’ εκείνο το άρρητο κενό
που ο χρόνος κάποτε χώρεσε όλος
δεμένος χεροπόδαρα ώσπου γεννήθηκε
(πότε έγινε τούτο το φριχτό)
κ’ έφριξε η γη έφριξε ο ιστός του σύμπαντος
μέχρι τη φλέβα του χαλικιού
και τ’ αποκαΐδια της νύχτας.





Από τη συλλογή «Διασπορά», όπως αναδημοσιεύεται στον τόμο: «Έκτωρ Κακναβάτος, Ποιήματα 1943-1987, Συγκεντρωτική Έκδοση», εκδ. Άγρα, 2010.
Να σημειωθεί ότι η αναδημοσίευση της «Διασποράς» στον εν λόγω τόμο αναπαράγει τη δεύτερη έκδοσή της (Καστανιώτης, 1977), όπου υπήρχαν πολλές αλλαγές στίχων της πρώτης έκδοσης ("Πρώτη Ύλη", 1961).


Στην εικόνα: «Έκτωρ Κακναβάτος», ξυλογραφία. Έργο του Γιάννη Δ. Στεφανάκι.
Πηγή: http://www.ystefanakis.gr/ektor-kaknavatos/

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Δημήτριος Μ. Περέογλου, "Μη μου άπτου"




σχέσεις στοργής


όταν δύο περιστατικά
-με την ευρύτερη έννοια-
τα ενώνει ο χρονισμός
έχουμε μια σύμπτωση·
όταν τα ενώνει ο λογισμός
μετάπτωση
το ένα στο άλλο
με σοβαρότατες πάντα επιπτώσεις
είτε γάμου είτε διαζυγίου!





παράδοξον


η αλήθεια πονάει
κι ο θάνατος πονάει

άρα η αλήθεια είναι
κάποιας μορφής θάνατος

κι αφού όλοι επιζητούμε
σφόδρα την αθανασία

ζούμε ευτυχείς
μες στο ψέμα!

Μα την αλήθεια!





το τεστ του καθρέφτη


ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται
το είδωλό του
αντίκρυ στον καθρέφτη
στην ηλικία μεταξύ δεκαοκτώ
έως και είκοσι τεσσάρων μηνών
- ο χιμπατζής νωρίτερα·
μα αλίμονο
η ειδοποιός διαφορά
δεν έγκειται στην ηλικία
αλλά στη μνήμη·
έκτοτε ο χιμπατζής το θυμάται!..






Από τη συλλογή «Μη μου άπτου», εκδ. Φιλιππότη, 2017.

Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Σπύρος Τσακνιάς, "Ορατότης μηδέν"




ΤΑΞΙΔΙ


Δάσος από σημύδες άσπρο
ποταμόπλοιο μες στην ομίχλη
με παίρνει σαν τραγούδι πρωινό
σαν σύννεφο λευκό κι αυτό
για μια διαδρομή σε πικροθάλασσες
ασημένιες με άφωνες παλίρροιες
τρικάταρτα καράβια δεμένα χρόνια
σκουριασμένους ναούς μιας δόλιας προσευχής
στο τέρμα της λευκότητας        όμως
δεν έχω διαβατήριο      έχω
μια παλιά φωτογραφία
κανείς δε με αναγνωρίζει

μένω ακίνητος ενώ
το άσπρο  μου  τοπίο  ταξιδεύει.





ΕΛΠΙΔΑ


Τελικώς αποφάσισα να μην αλλάξω κατοικία
είναι ωραία εδώ κάτω    τις αυγουστιάτικες νύχτες
το φεγγάρι ασημώνει τα όνειρα
σηκώνει το βάρος απ’ τους εφιάλτες
λευκαίνει τα μαύρα φτερά των αγγέλων
πού ανεβαίνουν στον ουρανό απ’ την καπνοδόχο
για ν’ αποφύγουν τον φιλύποπτο φρουρό

οι άγγελοι προστάτες μας εξάλλου
γνωρίζουν χίλιες μυστικές διόδους
μια νύχτα θα ξανακατέβουν πάλι
θα σκάψουν αθόρυβα φαρδιά κανάλια
θα κάνουν τη φυλακή μας
πλωτή.





ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟ


Δε μ’ αλαφιάζει πια το φως
                κι η στίλβουσα ιλαρότης του
έτσι με τ’ απολιθωμένο μειδίαμα της μάνας
αποσπασμένο απ’ το οικογενειακό άλμπουμ
αφήνω τα δάκρυα να με οδηγούν
σέ παθιασμένη υποταγή
όταν
με καίει η ντροπή
για τ αμαρτωλά
παιδικά μου χρόνια

κάποτε θα μιλήσω για ολ’ αυτά
θα είναι Σάββατο βράδυ και θα βρέχει
τα τριαντάφυλλα θα κοκκινίζουν
                μέχρι πυρακτώσεως
κι ύστερα θά ’ρθει ένας άνεμος φονιάς
να τσακίσει τα στάχυα να πληγώσει
τα τρυφερά μάτια των άσημων κοριτσιών
που τριγυρνούν στους δρόμους των σαββατιάτικων
                ονείρων.





ΠΡΙΝ ΑΠ’ ΤΗ ΒΡΟΧΗ


Νυχτερινό ασήμι θησαυρέ μου
έλα να σκεπάσεις την ανήσυχη νεκρόπολη
ν’ αλλάξεις την κατεύθυνση των μαύρων ποταμών
το ξέρεις οι νεκροί δεν συνετίζονται
κι όμως εμείς αγνοούσαμε την ύστατη αλήθεια
προχωρούσαμε λαχανιασμένοι
σ’ ένα όνομα δίχως τόπο
με την όραση κουρασμένη
απ’ την ανταύγεια των υψηλόκορμων ευχών
μας τύφλωναν τόσα δάκρυα
πώς να ξεδιαλύνουμε το απύθμενο μυστήριο
λαχανιασμένοι λοιπόν από τόση ακινησία
περιμένοντας μια πελώρια θεραπευτική βροχή…





Τα ποιήματα περιέχονται στον τόμο: «Α. Ευαγγέλου - Γ. Αράγης, Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1950-2012) - Ανθολογία», εκδ. Gutenberg (β΄ έκδοση, συμπληρωμένη), Μάρτιος 2017, και είναι από τη συλλογή «Ορατότης μηδέν», 1992.