Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Έμιλι Ντίκινσον, "Ποιήματα"





[Fr 39/J49]


Μονάχα δυο φορές έχασα τόσα,
Κι έγιν’ αυτό στη χλοερή τη γη.
Δυο φορές μπρος καθώς ο επαίτης
Στην πύλη του Θεού έχω σταθεί!

Οι Άγγελοι − δυο φορές κατήλθαν
Το απόθεμά μου για να επιστραφεί −
Κλέφτη! Τραπεζίτη − Πάτερ!
Γι’ ακόμη μια φορά είμαι φτωχή!


[1858]

Μετάφραση: Άρτεμις Γρίβα







[Fr 338/J241]


Το βλέμμα της Οδύνης μού αρέσει
Γιατί γνωρίζω ότι είναι αληθινό −
Οι άνθρωποι δεν ψεύδονται στους Πόνους,
Μήτε και προσποιούνται, στο Σπασμό−


Τα μάτια μια φορά φεγγίζουν − κι είναι
Ο Θάνατος − που ψεύδος δεν χωρεί
Χάντρες πάνω στο Μέτωπο πλεγμένες
Σε γυμνωμένη γύρω Συντριβή.


[1862]

Μετάφραση: Άρτεμις Γρίβα







[Fr 982/J919]


Αν σταματήσω μια Καρδιά που πάει να σπάσει
Δεν ήρθα μάταια στη ζωή
Αν απαλύνω κάποιου την Οδύνη
Ή ηρεμήσω άλλου τον Πόνο

Ή βοηθήσω τον μισολιπόθυμο Κοκκινολαίμη
Να μπει ξανά μες στη Φωλιά
Δεν ήρθα μάταια στη ζωή.


[1865]


Μετάφραση: Λιάνα Σακελλίου









Από το βιβλίο «Emily Dickinson - Ποιήματα και Επιστολές», εκδ. Gutenberg, 2013.

Στις εικόνες:
Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης των ποιημάτων της E. Dickinson (1890).
“Emily Dickinson”, κολάζ του John Morse, (2011).
“Emily Dickinson”, ακουαρέλα του Fabrizio Cassetta.
Ο τάφος της Έμιλι Ντίκινσον στο Άμχερστ της Μασαχουσέτης.
Η Σίνθια Νίξον ως Έμιλι Ντίκινσον στην ταινία “A Quiet Passion”.

Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

Νίκος Βαρδάκας, "Στην Μνήμη"




Πάρτι


Κεριά φωτίζουνε το δωμάτιο αυτό που
οι ποιητές ονομάζουνε αύριο. Δυνατά
ακούγεται η μουσική, όσο το πιάνο και τα
βιολιά ζευγαρώνουν στην ψυχή.
Φωνές και τραγούδια, κρασί και λουλούδια
ψέγουν το Είναι μας και μαλώνουν την Πούλια.
Ως το πρωί, μέχρι ο ήλιος να φέξει αυτό το πάρτι
πρέπει να αντέξει.
Να ξεφύγουμε απ’ το σώμα μας, να καούμε στο χρώμα μας.
Το γκρίζο να γίνει μαβί, να αλλάξουμε μορφή που
περιφέρουμε σαν το σκουλήκι που μεταμορφώνεται σε
μεταξοσκώληκα.
Πιείτε, χορέψτε η χαρά είναι σύντομη, μονάχα αγαπήστε
ξημερώνει η ντροπή.





Nέοι


Νέοι που οι μέρες τους περνάνε αδιάφορα και
οι νύχτες σκαρφαλώνουν στα παράθυρα των
αδιεξόδων τους.
Νέοι χωρίς μέλλον, που συγκρούονται με τα θέλω
τους αδειάζοντας από ελπίδα και παραδίδουν τα
κάστρα τους.
Νέοι που αγαπούν την μοναξιά, που λυτρώνονται
με αγχωμένο σεξ και ζητάνε τα χρόνια τους να
γυρίσουν ξανά.
Αλίμονο σε εκείνους που γερνάνε μέρα την μέρα
δίχως να έχουνε γελάσει και πιστέψει σε ένα τρυφερό
νεύμα.
Αλίμονο στα ψέματα που δεν έχουν πατέρα, είναι νόθο
παιδί με μία μητέρα.
Αλίμονο στην πόλη που τσακίζει η  ομορφιά της, ως πόρνη
αυτή με έκανε άντρα.
Νέοι αλίμονο τα λόγια μου έχουν αδειάσει από ζωντάνια και
δύναμη κοντεύω στην έσχατη στάση.





Ιούλιος 1986


Κέφι, ζωντάνια και ανέμελο παιχνίδι. Διακοπές
δίπλα στην θάλασσα, χρώματα στροβιλίζανε
την ζωή μου έντονα.
Σε εκείνο τον όρμο, κάτω απ’ τα βράχια εξουσίαζα
του Ποσειδώνα τα θαύματα. Μήτε γοργόνες μήτε
τέρατα δεν παραβγαίνανε στην αθώα φαντασία μου.
Και εκείνη η αλμύρα που έγλειφε τα χείλια μου, ήταν
γεύση γλυκιά και στην ψυχή χαρακιά.
Όπως όλες οι εικόνες που απόμερα στέκονται στο μυαλό
σε μια γωνιά. Προφητείες απ’ το μέλλον, στο παρόν κινδυνεύουν
όσο οι αναμνήσεις την καρδιά κυριεύουν.





Από τη συλλογή «Στην μνήμη», εκδ. 24 γράμματα, 2017.

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, "Γράμματα σ' ένα νέο ποιητή"





Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή
(Αποσπάσματα από την πρώτη επιστολή)



Παρίσι, 17 του Φλεβάρη 1903

Φίλε Κύριε,

Εδώ και λίγες μέρες πήρα το γράμμα σας. Θέλω να σας ευχαριστήσω για τη μεγάλη και πολύτιμη, για μένα, εμπιστοσύνη που μου δείχνετε. Δε μπορώ όμως να κάνω τίποτα περισσότερο. Δε μπορώ να μπω στην τεχνική των στίχων σας: κάθε είδους κριτική βλέψη είναι κάτι τόσο ξένο από μένα… Η κριτική είναι το χειρότερο μέσο για ν’ αγγίξεις ένα έργο τέχνης: καταντάει πάντα σε πετυχημένες, λίγο ή πολύ, παρανοήσεις. Δε μπορούμε όλα να τα συλλάβουμε και να τα εκφράσουμε −όσο κι αν θέλουν πολλοί να μας πείσουν για το αντίθετο. Τα περισσότερα απ’ όσα μας συμβαίνουν δε μπορούμε να τα εκφράσουμε, ξετυλίγονται μέσα σε μια σφαίρα, που ποτέ καμιά λέξη δεν την καταπάτησε. Και απ’ όλα πιο αδύνατο είναι να εκφράσουμε τα έργα τής τέχνης, τις μυστηριακές αυτές υπάρξεις που η ζωή τους δε γνωρίζει τέλος, καθώς πορεύεται πλάι στη δική μας την περαστική, την πρόσκαιρη ζωή.
Πρέπει, έπειτ’ από τούτη την παρατήρηση, να προσθέσω ακόμα πως οι στίχοι σας δεν έχουν δική τους ατομική έκφραση, κι ωστόσο βρίσκω μέσα κει, δειλό κι αβλάστητο ακόμα, το έμβρυο μιας προσωπικότητας. (…)
(…) Ρωτάτε αν είναι καλοί οι στίχοι σας. Ρωτάτε εμέναν. Ρωτήσατε, βέβαια, κι άλλους πριν. Τους στέλνετε στα περιοδικά. Τους συγκρίνετε μ’ άλλα ποιήματα, αναστατωνόσαστε όταν κάποιοι αρχισυντάχτες σάς γυρνάνε πίσω τα ποιητικά σας δοκίμια. Από δω κι εμπρός (μια και μου επιτρέψατε να σας δίνω συμβουλές) σας παρακαλώ να τ’ απαρνηθείτε όλ’ αυτά. Η ματιά σας είναι γυρισμένη προς τα έξω· αυτό, προπάντων, δεν πρέπει να κάνετε τώρα πια. Κανένας δε μπορεί να σας συμβουλέψει ή να σας βοηθήσει, κανένας. Ένας μονάχα δρόμος υπάρχει: βυθιστείτε μέσα στον εαυτό σας, αναζητήστε την αιτία που σας αναγκάζει να γράφετε, δοκιμάστε αν οι ρίζες της φυτρώνουν απ’ τις πιο βαθιές γωνιές τής καρδιάς σας. (…) Μακριά απ’ τα μεγάλα γενικά θέματα, σκύψετε σ’ εκείνα που σας προσφέρει η καθημερινότητα. Ιστορήστε τις θλίψεις και τους πόνους σας, τους φευγαλέους στοχασμούς σας, την πίστη σας σε κάποιαν ομορφιά −ιστορήστε τα όλα τούτα με βαθιά, γαλήνια, ταπεινή ειλικρίνεια, και μεταχειριστείτε, για να εκφραστείτε, τα πράματα που σας περιτριγυρίζουν, τις εικόνες των ονείρων σας και τις πηγές των αναμνήσεών σας. Αν ίσως η καθημερινότητά σας σας φαίνεται φτωχή, μην την καταφρονήσετε. Καταφρονήστε τον ίδιο τον εαυτό σας, που δεν είναι αρκετά ποιητής και δε μπορεί να καλέσει κοντά του τα πλούτη της. Για το δημιουργό δεν υπάρχει φτώχεια, ούτε φτωχοί κι αδιάφοροι τόποι. Και μέσα σε φυλακή ακόμα αν ήσαστε κλεισμένος, κι οι τοίχοι της δεν αφήνανε τους ήχους τού κόσμου να φτάσουν ως εσάς −δε θα σας έμεναν, ωστόσο, αμόλευτα μέσα σας, τα παιδικά σας χρόνια, ο ακριβός, βασιλικός τούτος πλούτος, ο θησαυρός αυτός των αναμνήσεων; Γυρίστε κατά κει το νου σας. Πασχίστε ν’ ανασύρετε, απ’ το βυθό αυτών των περασμένων, τις βουλιαγμένες εντυπώσεις. Η προσωπικότητά σας θα δυναμωθεί, η μοναξιά σας δε θα ’ναι πια άδεια και θα σας γίνει ένα καταφύγιο ονείρου, όπου κανένας θόρυβος απ’ έξω δε θα φτάνει. (…) Ένα έργο τέχνης είναι άξιο μόνο σαν ξεπηδάει από μιαν ανάγκη. Για να το κρίνεις, πρέπει να δεις ποια είν’ η πηγή του. Γι’ αυτό, φίλε Κύριε, δε μπορώ να σας δώσω παρά τούτη μόνο τη συμβουλή: βυθιστείτε στον εαυτό σας, ψάξτε στα βάθη, απ’ όπου πηγάζει η ζωή σας. Εκεί θα βρείτε την απόκριση στο ρώτημα: πρέπει να δημιουργείτε; Δεχτείτε την, όπως θ’ αντηχήσει, χωρίς να γυρέψετε το νόημά της. Ίσως βγει πως η Τέχνη σάς καλεί. Τότε, αγκαλιάστε αυτή τη μοίρα, κρατήστε την για πάντα απάνω σας, μ’ όλο το βάρος και το μεγαλείο της, χωρίς ποτέ ν’ αποζητήσετε καμιάν αμοιβή απ’ έξω. Γιατί ο δημιουργός πρέπει να ‘ναι ολόκληρος ένας κόσμος για τον εαυτό του, να βρίσκει τα πάντα στον εαυτό του και στη Φύση, που μαζί της είναι δεμένος.
Μπορεί όμως, έπειτ’ απ’ αυτή την «κάθοδο» μέσα στον εαυτό σας και στον εντός σας «ερημίτη», να πρέπει ν’ απαρνηθείτε τη μοίρα τού ποιητή. (Φτάνει, όπως σας είπα, να νιώσει κανένας πως μπορεί να ζήσει και χωρίς να γράφει −κι ευθύς το γράψιμο του είναι απαγορευμένο.) Μα και τότε ακόμα, αυτή η αυτοσυγκέντρωση, που σας ζητώ, δε θα ‘χει σταθεί μάταιη. Η ζωή σας θα βρει, δίχως άλλο, μέσ’ από κει, τους δικούς της δρόμους· κι εύχομαι, περισσότερο απ’ όσο δύνονται τα λόγια μου να σας πουν, οι δρόμοι σας τούτοι να ‘ναι άξιοι, πλατιοί κι ευτυχισμένοι. (…)
(…) Προσπάθησα, στην ανυπόκριτη τούτη απάντησή μου, γραμμένη όσο δυνόμουν καλύτερα, να φανώ της εμπιστοσύνης αυτής κάπως περισσότερο άξιος απ’ ό,τι πραγματικά είμαι, ο ξένος εγώ.

Μ’ αφοσίωση και συμπάθεια
RAINER MARIA RILKE





Από το βιβλίο «Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή». Μετάφραση Μάριου Πλωρίτη. Εκδόσεις Ικαρος, 2000. Δωδέκατη έκδοση.

Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

Τάσος Κόρφης, "Ημερολόγιο 2"





ΔΕΝ ΩΦΕΛΕΙ ΝΑ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΙΣ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ


Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά
με ξόβεργες, με σκιάχτρα, με κλουβιά,
να περιμένεις στις διαβάσεις των αποδημητικών
μερόνυχτα, να ρίχνεις τουφεκιές.
Ό,τι μπορεί να φτερουγίσει δε σκλαβώνεται·
προετοιμάζεται στα θερμοκήπια των στερήσεων
προσμένοντας αργά ή γρήγορα την ώρα του.





ΔΙΑΖΥΓΙΟ


Τα βγάλαν όλα στο σφυρί:
τα έπιπλα, τα κάδρα, τα χαλιά.
Είπαν να μην αφήσουν τίποτα που να θυμίζει
τα είκοσι χρόνια που έζησαν μαζί
κάτω από την ίδια στέγη.
Απόφαση πικρή, απεγνωσμένη
−παρά τον κάποιο ηρωισμό−, προσπάθεια
εκ των προτέρων καταδικασμένη, μια και γνώριζαν
ότι στο τέλος
θα κέρδιζε η μνήμη, εκείνη θα πλειοδοτούσε.





ΣΑΝ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ


Σαν τα πουλιά που αναζητούν μια πλώρη καραβιού
για να κουρνιάσουν,
χαμένα μεσοπέλαγα, με κόντρα καιρό, χωρίς ελπίδες ξηράς,
ψάχνω να βρω ένα κορμί να ξαποστάσω,
μιαν αγκαλιά, για να ζεστάνω τη γύμνια μου.





S/S DESERTED SEA


Κατάμονο μια ολόκληρη ζωή να παραδέρνεις
σε λιμάνια, σε πέλαγα, σ’ ακρογιαλιές −τοπία της μνήμης−
ταξιδεύοντας με νηολόγιο άγνωστης, ανύπαρκτης χώρας,
με ξένη σημαία,
με όνομα μισοσβησμένο από τ’ αλάτι και τη σκουριά.
Και να μη θυμάσαι τους πλοίαρχους που γέρασαν στη γέφυρά σου,
τα κορμιά των ναυκλήρων σου, στιγματισμένα με φιγούρες ονείρων,
τη σπατάλη του πάθους σου στις άγονες γραμμές.
Κατάμονο μια ζωή να ταξιδεύεις,
και τα σκυλόψαρα, κοπάδι, να σ’ ακολουθούν,
να σκίζουν τη θάλασσα, να γυροφέρνουν, ν’ αγρυπνούν,
χτυπώντας μ’ ανυπομονησία τα φτερά τους στην πλώρη σου,
περιμένοντας, ώρα με την ώρα, το σήμα κινδύνου.





Από τη συλλογή «Ημερολόγιο 2», 1964.
Πηγή:
«Α. Ευαγγέλου - Γ. Αράγης, Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1950-2012) - Ανθολογία», εκδ. Gutenberg (β΄ έκδοση, συμπληρωμένη), Μάρτιος 2017.