Δευτέρα, 1 Ιανουαρίου 2018

Βασίλης Νιτσιάκος, "Ρέματα"





ΣΤΙΧΟΠΛΑΚΙΑ


Ι

Τα βρεγμένα μου φτερά
ψάχνω σε τρύπιες τσέπες.

Αλλού κοιτάζει ο μήνας
κι ας έρχεται εδώ.

Αρματωμένος ο πόνος κι η λύπη πανσέληνη
βελάζουν τη μέρα.



ΙV

Γενάρης ήταν με είδα με τα τέσσερα
να περπατώ στα χιόνια.

Γενάρης ήταν, με άκουσα μεσάνυχτα
το χρόνο να βελάζω.



V

Όσο μου ρίχνω κόκκινο,
τόσο ματώνω.



VI

Ν’ απλώνουν οι άλλοι ρούχα
κι εγώ παράπονα.



VII

Είδα το μάτι μου
να σπάει,

να τρέχει ύστερα γυαλί
στο μάγουλό μου.





ΠΑΡΕΛΑΣΗ


Γυμνοί
γεμάτοι μώλωπες
άγνωστοι πρόγονοι
παρελαύνουν στις νύχτες μου.

Γνωρίζω τις πληγές
στα μπράτσα.

Μου γνέφουν ξενιτιές
σε ράχες γερασμένων μουλαριών

η Γκέσα και ο Μέρτζιος.

Κατόπι χάνονται
στα μαύρα δάση
των χρόνων μου.

Ταξιδεύουν ποτάμια
σε χώματα λευκά

στ’ ασπρόια,
στο Καράντερε.





ΡΕΜΑΤΑ


Πόσοι Κωσταντίνοι,
πόσα "πήματα",
χτισμένα βλέμματα,

πόσα υφαντά,
αδέρφια και ξαδέρφια,
φυλές κοτσύφια,
ρέματα.

Αδέρφια μου
Γιάννη και Γιώτα,
ο ένας απ’ το Πόποβο,
η άλλη από τη Μάνη,

κεντρικές ιδέες
και φαρμακεία πατρίδες

απ τον Τσαμαντά του Μιχάλη
ως το Συρράκο του Κρυστάλλη.





Από την συλλογή «Ρέματα», εκδ. Οδυσσέας, 2008.